Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ένας νέος οικονομικός όρος μπήκε στη ζωή μας ξαφνικά. Τα υβριδικά προϊόντα, τα οποία είναι σύνθετα και στην πράξη είναι κάτι μεταξύ ομολόγου και μετοχής, ενώ προσφέρουν πολύ υψηλές αποδόσεις, αλλά και ρίσκο.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι η Τράπεζα Αττικής θα αντλήσει τα κεφάλαια που χρειάζεται, ύψους  397 εκατ. ευρώ, μέσω έκδοσης υβριδικών ομολόγων και δεν αποκλείεται την ίδια τακτική να ακολουθήσει και η Πανελλήνια. Το σχέδιο εύρεσης κεφαλαίων θα πρέπει να κατατεθεί μέχρι τέλη Απριλίου.

Τα εν λόγω κεφάλαια δεν είναι κάτι καινούργιο για την ελληνική αγορά, ωστόσο, με την κατάθεση του νομοσχεδίου θεσμοθετείται το “κούρεμα” των τίτλων μειωμένης εξασφάλισης. Σημειώνεται, ότι τα «υβριδικά» κεφάλαια, ενώ θεωρούνται βασικά εποπτικά κεφάλαια, δεν έχουν την ίδια βαρύτητα με το μετοχικό κεφάλαιο. Η έκδοση τίτλων «υβριδικών» κεφαλαίων επιτρέπεται μέχρι ενός ορισμένου ποσοστού του μετοχικού κεφαλαίου.

Σε περίπτωση εκκαθάρισης, οι κάτοχοι «υβριδικών» κεφαλαίων προηγούνται των μετόχων, αλλά έπονται όλων των άλλων πιστωτών.   

Το προϊόν μπορεί να είναι συνδεδεμένο με τη μετοχή της, όπως στην περίπτωση της Αττικής κατά πάσα πιθανότητα. Αυτό σημαίνει ότι η υποκείμενη αξία των υβριδικών ομολόγων είναι συνδεδεμένη την αξία της μετοχής ή ακόμα και με τα κρατικά ομόλογα -αν περιέχει μέσα (η αναλογία ορίζεται κατά τη σχεδιάσει του προϊόντος). Ο κάτοχος ζημιώνεται, δηλαδή, είτε με απομείωση της τιμής των μετοχών της Τράπεζας ή κρατικών ομολόγων, είτε με εκκαθάριση ή ακόμα και με τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (αν είναι συνδεδεμένο και με αυτό).

Έτσι, ο  επενδυτής που ενδιαφέρεται να τοποθετηθεί σε υβριδικά ομόλογα θα πρέπει να διευκρινίσει πως  προκύπτει η απόδοση, διότι δεν είναι κάτι σταθερό, διότι έχουν ένα θεωρητικό χρονικό σημείο λήξης (ορίζεται το 2049!), είτε δίνουν στον εκδότη τους δικαίωμα να τα ανακαλέσει σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

 Οι ελληνικές τράπεζες ξεκίνησαν από το 2002 περίπου να αντλούν κεφάλαια μέσω αυτών των τίτλων. Ενδεικτικά παρουσιάζουμε κάποια από τα πρώτα ομόλογα των τραπεζών ως παράδειγμα για το πως δημιουργούνται:  η Alpha Bank προέβη στην έκδοση ομολόγου κυμαινόμενου επιτοκίου το 2002 και προέβλεπε  δικαίωμα ανάκλησης το 2012. Πλήρωνε κουπόνι που ορίζεται από το euribor 3μήνου + 2,65%  έως το 2012 και μετά αν δεν ανακληθεί ο τίτλος ισχύει κουπόνι τιμολογημένο στο 3μηνο euribor + 3,975%.

Η περίπτωση του υβριδικού ομολόγου της Τράπεζας Πειραιώς, ήταν κυμαινόμενου επιτοκίου, με τιμολόγηση 3μηνο euribor + 1,25% μέχρι το 2014 και μετά εφόσον δεν ανακληθεί, 3μηνο euribor + 2,25%. Με βάση τα ανωτέρω, αν γινόταν η γίνει ανάκληση  το 2014 η απόδοσή του διαμορφώνεται στο 3μηνο euribor + 12,25%, ενώ αν θεωρηθεί ότι λήγει το 2049 η απόδοση διαμορφώνεται στο 3μηνο euribor + 3,25%.
Η περίπτωση ομολόγου της  Eurobank είναι λίγο διαφορετική, πρόκειται  για ομόλογο με σταθερό κουπόνι 6% που μπορεί να ανακληθεί το 2011. Αν το ομόλογο πάει στη λήξη του 2049 η απόδοσή του διαμορφώνεται στο 8,70%.

Σε αυτό σημείο αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι με το πολυνομοσχέδιο δίνεται το ελεύθερο να ζημιωθούν πρώτα οι κάτοχοι αυτών των προϊόντων, προκειμένου να εξοικονομηθούν κεφάλαια και να μειωθεί η συμμετοχή του δημοσίου σε πιθανές αυξήσεις.

Σύμφωνα απαιτεί από τα πιστωτικά ιδρύματα, που υποδεικνύονται από την Τράπεζα Ελλάδος ως υποκεφαλαιοποιημένα αλλά βιώσιμα, να αναλαμβάνουν μέρος τουλάχιστον του κόστους ανακεφαλαιοποίησης τους, μέσω σειράς μέτρων. Στα μέτρα αυτά, μεταξύ άλλων, προβλέπεται η διαχείριση στοιχείων παθητικού, όπως μείωση ονομαστικής αξίας η μετατροπή τίτλων υβριδικού κεφαλαίου και τίτλων μειωμένης εξασφάλισης εκδόσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων σε μετοχικό κεφάλαιο.

Ελ. Στ.