Με αφορμή την έξοδο της χώρας στις αγορές οι αναλυτές της Citi επιχειρούν σήμερα μία ανάλυση για την κατάσταση και την προοπτική του ελληνικού χρέους δύο χρόνια μετά το PSI.
Αρχικά η έκθεση παρατηρεί πως η επάνοδος στις αγορές της Ελλάδας μπορεί να δείχνει μία σημαντική εξέλιξη, ωστόσο, επιβεβαιώνει το προηγούμενο που υπήρξε και με 32 άλλες χώρες που προχώρησαν σε αναδιάρθρωση χρεών και τελικά επανέκαμψαν.
Για τη Citi η Ελλάδα όμως διαφοροποιείται σε σχέση με τις περιπτώσεις άλλων χωρών ως εξής: α) το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι πλέον υψηλότερο απ’ ότι πριν, κάπου στο 177% στου ΑΕΠ, και β) το ΑΕΠ συνεχίζει να μειώνεται, αν και με έναν βραδύτερο ρυθμό.
Σύμφωνα με την επενδυτική το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν αναμένεται να υποχωρήσει σημαντικά εκτός και αν κάποιος υποθέσει ότι το ΑΕΠ της θα καταγράφει ετησίως σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης για τα επόμενα δέκα χρόνια (τουλάχιστον 8,5% ως το 2020 ώστε να περιοριστεί το χρέος στο 120% του ΑΕΠ). Ωστόσο με το 80% του χρέους του χρέους να βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα οι αποπληρωμές πέρα απ’ το 2016 είναι αρκετά μικρές ενώ σύντομα αναμένεται να συμφωνηθεί μία νέα ελάφρυνση του χρέους που διακρατούν. Αυτό βέβαια στην περίπτωση που το πρόγραμμα προσαρμογής παραμένει εντός τροχιάς.
Η Citi αμφιβάλει ότι η ελάφρυνση του χρέους θα περιλαμβάνει “κούρεμα” στην ονομαστική αξία ομολόγων, όχι τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση, αλλά πιθανόν περαιτέρω μείωση επιτοκίων.
Για τους αναλυτές της επενδυτικής οι κίνδυνοι για τα ομόλογα που διακρατούν ιδιώτες μετά το PSI – και κατ επέκταση για τη νέα έκδοση – είναι μικροί όσο η Ελλάδα επιδεικνύει συνεργατικότητα με τους Ευρωπαίους δανειστές. Γι αυτό και ο μεγαλύτερος κίνδυνος, εκτιμά, είναι ο πολιτικός.
Εάν η εύθραυστη συγκυβέρνηση πέσει και πρόωρες εκλογές δώσουν τη διακυβέρνηση της χώρας στις αντιμνημονιακές δυνάμεις (ΣΥΡΙΖΑ, Χρυσή Αυγή κτλ) τότε η συνεργασία με τους Ευρωπαίους δανειστές θα δυσκολέψει και οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για νέα ελάφρυνση του χρέους θα καταστεί ιδιαίτερα πολύπλοκη.
Σύμφωνα με τη Citi πολιτική αποσταθεροποίηση όμως μπορεί να προκαλέσει κυρίως μία αποτυχημένη προσπάθεια της οικονομίας να επιδείξει σημάδια ανάκαμψης. Όπως σημειώνει το μεγαλύτερο πρόβλημα προς αυτό είναι η έλλειψη ρευστότητας στον ιδιωτικό τομέα την ώρα που και οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων είναι περιορισμένες. Μάλιστα παρατηρεί πως οι πραγματικές εισροές ξένων κεφαλαίων στη χώρα σήμερα είναι τα δάνεια της τρόικας.
Για τη Citi η ανάκαμψη του ΑΕΠ θα έλθει το 2015 με την ιστορία μάλιστα να επιβεβαιώνει πως μία χώρα επιστρέφει σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης δύο χρόνια μετά από μία αναδιάρθρωση χρέους.
Στ. Μ.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.