Του Αλέξανδρου Κασιμάτη
Η έξοδος της Ελληνικής Δημοκρατίας στις αγορές έπειτα από τέσσερα χρόνια αποκλεισμού και διασυρμού της χώρας είναι μια αναμφισβήτητη επιτυχία. Ενα αναγκαίο και ταυτόχρονα κρίσιμο βήμα στην προσπάθεια εξομάλυνσης των συνθηκών στην ελληνική οικονομία το οποίο πιστώνεται πολιτικά η κυβέρνηση. Εκτός από την προφανή σημειολογική σημασία του εγχειρήματος και τη θετική δημοσιότητα της Ελλάδας, η επάνοδος στις αγορές αποτελεί έμπρακτη παραδοχή των ξένων επενδυτών ότι ο κίνδυνος έχει μειωθεί σημαντικά αφού η χώρα μπορεί να επιστρέψει στις διεθνείς διαδικασίες χρηματοδότησης. Η έκδοση του πενταετούς ομολόγου έρχεται μετά την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος και θετικού ισοζυγίου πληρωμών και επισφραγίζει από την πλευρά των διεθνών αγορών ότι η ελληνική οικονομία, και κατ’ επέκταση η χώρα, μετά τη δημοσιονομική κατάρρευση ξαναβρίσκει τον βηματισμό της.
Το επόμενο βήμα -και το πιο σημαντικό- είναι η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτή θα είναι και η τελική πράξη για την έξοδο από την κρίση, καθώς το χρέος θα μειωθεί από το 177% του ΑΕΠ σήμερα ώστε να καταστεί βιώσιμο και η Ελλάδα να γίνει έτσι χώρα που μπορεί να υποδεχθεί επενδύσεις ώστε να διασφαλιστεί η αναπτυξιακή πορεία. Η έκδοση ομολόγου ύψους 3 δισ. ευρώ με επιτόκιο 4,95% και συνολικές προσφορές 20,8 δισ. ευρώ επιτρέπει στην Ελλάδα να αρχίσει να σχηματοποιεί και πάλι καμπύλη επιτοκίων, η οποία θα εμπλουτιστεί στο άμεσο μέλλον και με άλλα επιτόκια-σημεία αναφοράς από τις εκδόσεις που θα ακολουθήσουν, προφανώς τριετών και επταετών ομολόγων. Το άμεσο όμως οικονομικό όφελος είναι ότι το πενταετές ομόλογο ασκεί πιέσεις για μείωση του κόστους δανεισμού μέσω εντόκων γραμματίων.
Ηδη πριν από την έκδοσή του, το επιτόκιο του εξάμηνου εντόκου υποχώρησε στο 3,1% και εκτιμάται ότι σταδιακά θα υποχωρήσει στο 1,5%. Δεδομένου ότι το stock των εντόκων είναι περίπου 14-15 δισ., υπολογίζεται ότι θα εξοικονομηθούν περισσότερα από 250 εκατ. ευρώ τόκοι σε ετήσια βάση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η απόδοση του δεκαετούς μετά την επάνοδο στις αγορές υποχώρησε στο 5,85%.
Είναι γεγονός βέβαια ότι σε αριθμητικούς όρους η έκδοση του ομολόγου δεν συμφέρει τη χώρα, καθώς Ε.Ε. και ΔΝΤ μας δανείζουν σήμερα με χαμηλότερα επιτόκια. Ταυτόχρονα έχουν δίκιο όσοι υποστηρίζουν ότι θα επιβαρυνθεί περαιτέρω το χρέος των 321 δισ., καθώς τα 3 δισ. που εισέρρευσαν στα δημόσια ταμεία δεν θα κατευθυνθούν άμεσα στην αποπληρωμή του χρέους. Ενα άλλο σημείο που μπορεί να καταγραφεί στα αρνητικά της πρώτης, ύστερα από 4 χρόνια, εξόδου της χώρας στις αγορές είναι ότι έχει χαθεί η δυνατότητα έκδοσης τίτλων που διέπονται από το Ελληνικό Δίκαιο και πλέον τα ομόλογα εκδίδονται βάσει του Αγγλικού Δικαίου.
Ωστόσο, μαζί με τη χώρα αποκλείστηκε από τις αγορές και το σύνολο των ελληνικών επιχειρήσεων. Μόνο ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, όπως π.χ. οι Τιτάν, ΔΕΗ, Ιντραλότ, είχαν το τελευταίο διάστημα πρόσβαση σε ομολογιακές εκδόσεις, αλλά και αυτές συνοδεύονταν από υψηλά επιτόκια. Εφόσον όμως η χώρα θεωρείται ασφαλής για να χρηματοδοτηθεί, το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις, που μπορούν πλέον με μικρότερο κόστος να προσφεύγουν στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων. Η σταδιακή ανάκτηση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία δεν είναι μια αόριστη έννοια.
Το επόμενο διάστημα πολλές ελληνικές επιχειρήσεις θα βγουν στις αγορές, και μάλιστα με αξιώσεις για χαμηλό κόστος δανεισμού. Κατά πληροφορίες, σε αυτή την τροχιά φέρεται να κινούνται ήδη οι Alpha Bank, Mυτιληναίος, Εθνική Τράπεζα, ΜIG και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις. Για τις ελληνικές εταιρείες ανοίγει επίσης ο δρόμος να χρησιμοποιήσουν μηχανισμούς πιστώσεων που δεν μπορούσαν μέχρι σήμερα. Ηδη η επιστροφή των ελληνικών τραπεζών στις αγορές μεταβάλλει και την αντιμετώπισή τους στο εξωτερικό, αφού οι εγγυητικές τους που δεν γίνονταν δεκτές σταδιακά αποκτούν και πάλι ισχύ.
Αν η μείωση του κόστους δανεισμού και η βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στην οικονομία είναι οι στενά οικονομικές ωφέλειες από την επάνοδό μας στις αγορές, οι δυνατότητες πολιτικής διαπραγμάτευσης για το χρέος είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Πολλά θα κριθούν από τη δυναμική των εξελίξεων στην Ελλάδα τους επόμενους μήνες, αλλά η απόκτηση πρόσβασης στις αγορές απομακρύνει το ενδεχόμενο νέου μνημονίου, ενώ παρέχει τη δυνατότητα στη χώρα να διαπραγματευτεί την αναδιάρθρωση του χρέους σε μια καλύτερη πολιτική βάση.
Βεβαίως, τον τόνο θα δώσουν οι εξελίξεις τους επόμενους μήνες, γιατί όσοι Ευρωπαίοι αντιδρούν στην επαναδιαπραγμάτευση του χρέους ή στο ενδεχόμενο νέου κουρέματος, μπορούν τώρα να επικαλούνται το επιχείρημα ότι δεν είναι αναγκαίο αφού η Ελλάδα έχει πλέον δυνατότητα πρόσβασης στις αγορές. Ενα άλλο δυσάρεστο ενδεχόμενο είναι η πρόσβαση στις αγορές, λόγω των επικείμενων εκλογικών αναμετρήσεων, να χρησιμοποιηθεί και για την εξυπηρέτηση προεκλογικών παροχών, εγκλωβίζοντας τη χώρα στον ίδιο φαύλο κύκλο.
ΤΑ ΟΦΕΛΗ
■ Το άμεσο οικονομικό όφελος είναι ότι το πενταετές ομόλογο ασκεί πιέσεις για μείωση του κόστους δανεισμού μέσω εντόκων γραμματίων
■ Εφόσον η χώρα θεωρείται ασφαλής για να χρηματοδοτηθεί, το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις, που μπορούν πλέον με μικρότερο κόστος να προσφεύγουν στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων
ΤΑ ΜΕΙΟΝ
■ Σε αριθμητικούς όρους η έκδοση του ομολόγου δεν συμφέρει τη χώρα, καθώς Ε.Ε. και ΔΝΤ μας δανείζουν σήμερα με χαμηλότερα επιτόκια
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.