Οι προοπτικές για τη χώρα μας αναβαθμίζονται καθημερινά από διεθνείς αναλυτές αναφέρει το τέταρτο τεύχος της μηνιαίας έκδοσης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) για την ελληνική οικονομία. Οι δείκτες όπως ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου, το spread των 10ετών ομολόγων, οι δείκτες οικονομικού κλίματος, ο δείκτης “φόβου” KEPE GRIV, συνηγορούν στην επικείμενη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, κάτι που ενισχύεται και από τις ενδείξεις σταθεροποίησης σε έναν σημαντικό αριθμό δημοσιονομικών και μακροοικονομικών μεγεθών.
Ο Γενικός Δείκτης του ΧΑ έφτασε στις 4/4/2014 σε νέο υψηλό 32 μηνών (από τον Ιούνιο του 2011) στις 1.314,74 μονάδες, παρουσιάζοντας απόδοση 176%, από το χαμηλό των 476,36 μονάδων στις 5/6/2012.
Ο δείκτης «φόβου» KEPE GRIV4 στις 31/3/2014 υποχώρησε στο 28,36%, σε επίπεδο χαμηλότερο του ιστορικού μέσου όρου (34,49%), από το 31,02% στις 28/2/2014, αντανακλώντας τις θετικές προσδοκίες των επενδυτών της αγοράς παραγώγων. Ο μέσος όρος του δείκτη για το μήνα Μάρτιο διατηρήθηκε στα επίπεδα του Σεπτεμβρίου του 2008, φτάνοντας το 31,29% από 32,66% τον προηγούμενο μήνα (βλ.
Αντίστοιχα, ο δείκτης οικονομικού κλίματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα, έφτασε τις 97,5 μονάδες τον Μάρτιο, στο υψηλότερο σημείο από τον Αύγουστο του 2008. Βελτίωση σημείωσε και το οικονομικό κλίμα στην Ευρωζώνη, με τον αντίστοιχο δείκτη να αυξάνεται στις 102,4 μονάδες το Μάρτιο από 101,2 το Φεβρουάριο.
Την ίδια στιγμή, οι προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό αξιολογούνται ως ιδιαίτερα θετικές για το 2014, με αποτέλεσμα ο εν λόγω κλάδος να αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό άξονα επιστροφής της χώρας μας στην ανάπτυξη. Σύμφωνα με τις μελέτες της ICAP και της Ernst & Young, o ξενοδοχειακός κλάδος αποτελεί αναμφισβήτητα βασικό πυλώνα και για το 2014. Οι δύο εκθέσεις σημειώνουν ότι θα πρέπει να δοθεί περαιτέρω έμφαση στη βελτίωση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών και την ισχυροποίηση του “brand” του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, δεδομένης της αναμενόμενης παγκόσμιας αύξησης των επισκεπτών.
Ο τομέας του τουρισμού θα λάβει ώθηση και από το πρόγραμμα “ΕΠΑνΕΚ-κίνηση”,το βασικό πυλώνα του νέου ΕΣΠΑ, θα δίνει έμφαση στους τομείς του τουρισμού, του πρωτογενούς τομέα, των με-
ταφορών (Logistics), της περιβαλλοντικής βιομηχανίας, της υγείας και φαρμακοβιομηχανίας, της ενέργειας, των κατασκευών, των νέων τεχνολογιών και επικοινωνιών, των δημιουργικών
πολιτιστικών βιομηχανιών. Η κατανομή των πόρων του νέου ΕΣΠΑ θα έχει ως εξής:
• Στο πρόγραμμα «ΕΠΑνΕΚ-κίνηση», με έμφαση στην Επιχειρηματικότητα, την Ανταγωνιστικότητα και την Καινοτομία θα διατεθεί το 25% του συνολικού προϋπολογισμού (περίπου
€3,8 δισ.).
• Σε υποδομές, μεταφορές και το περιβάλλον θα διατεθεί το 24% του συνολικού προϋπολογισμού (περίπου €3,6 δισ.).
• Για ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, εκπαίδευση/κατάρτιση και δια βίου μάθηση θα διατεθεί το 14% του συνολικού προϋπολογισμού (περίπου €2,1 δισ.).
• Για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης θα διατεθεί το 4% του συνολικού προϋπολογισμού (περίπου €0,4 δισ.).
• Ενώ το υπόλοιπο 35% (περίπου €11 δισ.) θα κατανεμηθεί σε 13 Περιφερειακά Επιχειρη-σιακά Προγράμματα.
Η έκθεση σημειώνει επίσης ότι επιτεύχθηκαν “δίδυμα-πλεονάσματα” τo 2013, με σημαντικά μακροπρόθεσμα οφέλη για την ελληνική οικονομία ενώ η επιτυχής έκδοση ομολόγου αποτελεί ένα πολύ σημαντικό βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης έναντι της χώρας μας, το οποίο θα πρέπει να συνδυαστεί με την υιοθέτηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση της πολιτικής, δημοσιονομικής και μακροοικονομικής σταθερότητας.
Η επιστροφή στις αγορές βοηθά στην κάλυψη ενδεχόμενων χρηματοδοτικών αναγκών. Επίσης, η εξέλιξη αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των επιτοκίων της Ελλάδας και των εντόκων γραμματίων, ενώ είναι πολύ πιθανό να περιορίσει τον κίνδυνο χώρας (sovereign risk), γεγονός που θα βελτιώσει τις αποτιμήσεις των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων (assets). Επιπροσθέτως, οι ελληνικές τράπεζες, μετά την ολοκλήρωση των ανακεφαλαιοποιήσεών τους, θα έχουν τη δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές, συμβάλλοντας θετικά στη σταδιακή αποκατάσταση των συνθηκών ρευστότητας στην πραγματική οικονομία.
Παράλληλα, πολλές μεγάλες επιχειρήσεις θα μπορούν να προβούν σε εκδόσεις ομολόγων με ευνοϊκότερους όρους και επιτόκια, για την αναχρηματοδότηση τους.
Οι τελευταίες εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η Ελλάδα φαίνεται να γυρίζει σελίδα σε δημοσιονομικό και μακροοικονομικό επίπεδο, ανακτώντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των εταίρων της και των διεθνών επενδυτών. Τα σημάδια σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας είναι πλέον εμφανή, ενώ οι προοπτικές για τη χώρα μας αναβαθμίζονται καθημερινά από διεθνείς αναλυτές.
Το πρώτο σήμα προς τις διεθνείς αγορές δόθηκε με τις απόλυτα επιτυχημένες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των δύο συστημικών τραπεζών Πειραιώς και Alpha Bank, με την άντληση €1,57 δισ. και €1,2 δισ., αντίστοιχα, από ξένους επενδυτές.
Το θετικό κλίμα για την Ελλάδα δεν αντιστράφηκε από τη διστακτικότητα των οίκων αξιολόγησης S&P και Moody’s να αναβαθμίσουν το ελληνικό αξιόχρεο (η πρώτη διατήρησε σταθερή την αξιολόγησή της σε “B-”, ενώ η δεύτερη ανέβαλε την αξιολόγησή της για τον Αύγουστο), τηρώντας στάση αναμονής σχετικά με τις αποφάσεις για το ελληνικό χρέος και εν αναμονή των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας.
Παρά την πολύ σημαντική επιτυχία της επανόδου του ελληνικού δημοσίου στις αγορές, για δανεισμό με έκδοση μακροπρόθεσμων ομολόγων με ικανοποιητικούς όρους, υπάρχουν ακόμα πολύ σημαντικά βήματα που πρέπει να γίνουν, για την είσοδο της Ελλάδας σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης. Το πρώτο βήμα είναι η διευθέτηση του ζητήματος του χρέους και της βιωσιμότητάς του. Η Ελλάδα μετά την επίτευξη πλεονασμάτων θα πρέπει να τα διατηρήσει και να τα ενισχύσει, ώστε να επιτύχει την σταθεροποίησή της, ενώ το αναπτυξιακό όραμα που αναμένεται να ανακοινωθεί θα συμβάλλει στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας. Ταυτόχρονα, το μεταρρυθμιστικό έργο θα πρέπει να συνεχιστεί και οι διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν υιοθετηθεί να εφαρμοστούν αποτελεσματικά. Οι αποκρατικοποιήσεις θα πρέπει να συνεχιστούν, όχι μόνο για εισπρακτικούς λόγους, αλλά κυρίως για ενίσχυση των μακροπρόθεσμων εισροών κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία, την αύξηση των επενδύσεων και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.