Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Γιώργου Χ. Παπαγεωργίου

Την αρχή μιας μακράς, σκληρής και κρίσιμης διαπραγμάτευσης θα σηματοδοτήσει η κίνηση του υπουργού Οικονομικών κ. Γιάννη Στουρνάρα να ζητήσει την έναρξη τεχνικής συζήτησης για τη νέα ελάφρυνση του χρέους στο αυριανό Eurogroup. Οπως όλα δείχνουν, το ζήτημα θα εξεταστεί ουσιαστικά στο τέλος του χρόνου σε ένα «πακέτο» με όλα τα ελληνικά θέματα, όπως η κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού μέχρι το 2017 και το ενδεχόμενο νέας δανειακής σύμβασης. Ο λόγος είναι ότι οι εταίροι έχουν διαμηνύσει πως δεν θέλουν να θέσουν πολλές φορές το θέμα της Ελλάδας στα κοινοβούλιά τους, οπότε θα πρέπει όλα να κλείσουν συγχρόνως, μετά τον Νοέμβριο, όταν θα έχουν ξεκαθαρίσει και τα ευρωπαϊκά stress tests των τραπεζών.

Η κυβέρνηση ελπίζει πως δεν θα προκύψουν νέες κεφαλαιακές ανάγκες για τις ελληνικές τράπεζες, έτσι ώστε να μπορέσει να χρησιμοποιήσει για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού τα 11 δισ. ευρώ του ΤΧΣ, τα οποία έχουν περισσέψει από τα 50 δισ. ευρώ που δανείστηκε η χώρα για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση σχεδιάζει να καλύψει το κενό με εκδόσεις ομολόγων έτσι ώστε να μη χρειαστεί νέο δάνειο και νέα δανειακή σύμβαση (μνημόνιο).

Το χρηματοδοτικό κενό προκύπτει από την ανάγκη να καλυφθούν πληρωμές για εξόφληση ομολόγων που λήγουν, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ευρωσυστήματος (ΕΚΤ και κεντρικές τράπεζες) και είχαν εξαιρεθεί από το κούρεμα του 2012 (PSI), αλλά και αποπληρωμές των δανείων του ΔΝΤ, τα οποία έχουν υψηλό επιτόκιο, δεν μπορούν να επιμηκυνθούν και ήδη έχουν αρχίσει να εξοφλούνται. Το «παράδοξο» είναι ότι ενώ η Ελλάδα ήδη εξοφλεί το ΔΝΤ -εν μέρει με τα λεφτά του-, ο οργανισμός θα συνεχίσει να εκταμιεύει προς τη χώρα μας μέχρι τα μέσα του 2016 τα υπόλοιπα του δανείου που δόθηκε το 2010 (30 δισ. ευρώ συνολικά).

Κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική πλευρά είναι το αν τελικά θα επικρατήσει η άποψη εκείνων που θέλουν να περάσει στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM, πρώην EFSF) η χρηματοδότηση του ΔΝΤ. Αυτό θα έλυνε το θέμα του χρηματοδοτικού κενού, ενώ ταυτόχρονα θα επέτρεπε τη μετακύλιση και των ποσών του ΔΝΤ στο μέλλον, όπως θα γίνει με τα υπόλοιπα δάνεια που έχει ήδη χορηγήσει ο EFSF στην Ελλάδα (133 δισ. ευρώ συνολικά). Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να επιδιώκει τη μεταφορά των δανείων του ΔΝΤ στο μέλλον, αλλά ορισμένοι στην ευρωζώνη υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα πρέπει να γίνει αργότερα, ώστε να υπάρχει ένας μοχλός πίεσης προς την Ελλάδα που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Τα ομόλογα που κατέχουν οι κεντρικές τράπεζες των άλλων χωρών-μελών είχαν αγοραστεί απ’ αυτές κατά την έκδοσή τους, προ κρίσης, ως επένδυση. Αρχικά είχε συζητηθεί το ενδεχόμενο να μετακυλιστούν στο μέλλον για να μειωθεί το κενό, αλλά η λύση αυτή απορρίφθηκε επειδή θα θεωρούνταν «νομισματική χρηματοδότηση» κρατικού χρέους, κάτι που απαγορεύεται από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Κατά καιρούς προωθήθηκαν διαφορετικές ερμηνείες, γεγονός που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο για μια διευθέτηση στο μέλλον, αλλά πλέον το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ομολόγων εξοφλείται.

Λύση ή μετάθεση του προβλήματος;

Ως προς τη μέθοδο ελάφρυνσης του χρέους, η κυβέρνηση επιδιώκει τρία πράγματα:

1. Επιμήκυνση των δανείων του «επίσημου τομέα» (κυβερνήσεις ευρωζώνης, δάνεια του EFSF) σε βάθος 50ετίας.

2. Μετατροπή του κυμαινόμενου επιτοκίου των δανείων από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης που δόθηκαν το 2010 (50 δισ. ευρώ) σε σταθερό αντί για μείωση που συζητούνταν μέχρι πρότινος. Τα επιτόκια είναι ήδη πολύ χαμηλά (euribor τριμήνου συν 0,5%), λένε στο οικονομικό επιτελείο, οπότε το όφελος από τη μείωση θα ήταν ελάχιστο. Αντίθετα, αν μετατραπούν σε σταθερά, το όφελος θα είναι μεγαλύτερο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό βιωσιμότητας, αφού μέχρι τώρα στους μελλοντικούς υπολογισμούς για την εξέλιξη του χρέους (μελέτες βιωσιμότητας) υπολογιζόταν υψηλότερο επιτόκιο.

Στα δάνεια του EFSF δεν προβλέπεται μείωση επιτοκίου, αφού ο οργανισμός χρεώνει στην Ελλάδα το επιτόκιο με το οποίο δανείζεται ο ίδιος συν τα διαχειριστικά του έξοδα.

3. Διευκολύνσεις για την απορρόφηση αναπτυξιακών κονδυλίων από την Ε.Ε.

Η ελληνική κυβέρνηση συντάσσεται με την άποψη του Βερολίνου και των Βρυξελλών ότι με την επιμήκυνση και τη σταθεροποίηση των επιτοκίων τα ποσά που θα χρειάζονται κάθε χρόνο για την αποπληρωμή του χρέους θα πέσουν πολύ χαμηλά ως προς το ΑΕΠ- στα χαμηλότερα επίπεδα ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη άποψη, δεν θα υπάρχει πρόβλημα εξυπηρέτησης, παρά το γεγονός ότι το ύψος του χρέους θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, αφού οι οφειλές θα ανακυκλώνονται, όπως γίνεται με το δημόσιο χρέος όλων των χωρών που πιέζουν και το ΔΝΤ να δεχτεί την ερμηνεία αυτή.

Ο αντίλογος είναι ότι με τις διευθετήσεις αυτές το πρόβλημα δεν λύνεται, αλλά μετατίθεται, καθώς το χρέος θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα και θα επικρέμαται διαρκώς ως παράγων αβεβαιότητας για τη χώρα, δημιουργώντας αμφιβολίες και λειτουργώντας ανασταλτικά στην προσέλκυση επενδύσεων και την ανάπτυξη.
Επιπλέον, λένε οι επικριτές της επιμήκυνσης, οι υπολογισμοί για τη βιωσιμότητα του χρέους βασίζονται στην επίτευξη μεγάλων πρωτογενών (προτού υπολογιστούν οι πληρωμές για τόκους) πλεονασμάτων στη λειτουργία του Δημοσίου, γεγονός που σημαίνει ότι η υψηλή φορολογία και ο περιορισμός των κρατικών δαπανών θα συνεχιστούν στο μέλλον πιέζοντας την οικονομία και παρατείνοντας τον φαύλο κύκλο που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια. Αλλά και μελέτες οργανισμών όπως το Bruegel, αλλά και η Deutsche Bank, επισημαίνουν ότι το όφελος της επιμήκυνσης θα είναι περιορισμένο και δεν θα λύσει οριστικά το πρόβλημα του ελληνικού χρέους.