Η βαριά φορολόγηση πάνω σε πλασματικές αξίες και όχι πραγματικές αποτελεί ένα από τους σημαντικούς παράγοντες που συμβάλουν στην κρίση που περνά η κτηματαγορά, υπογραμμίζει η ΤτΕ στην έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική που δημοσιοποιήθηκε χθες. Και αυτό καθώς αποθαρρύνονται οι επενδυτές.
“Η φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας τα τελευταία έτη, η οποία σε πολλές περιπτώσεις βασίστηκε σε πλασματικές και όχι πραγματικές αξίες, έχει επιτείνει την ύφεση στην αγορά ακινήτων και έχει αποθαρρύνει σημαντικά τη ζήτηση”. Και συνεχίζει: “Η στρέβλωση η οποία προκαλείται από την ύπαρξη αντικειμενικών αξιών που σε πολλές περιπτώσεις, υπερβαίνουν σημαντικά τις εμπορικές αξίες των ακινήτων, οδηγεί σε τεχνητή υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας”.
Η ΤτΕ ουσιαστικά συστήνει τη μείωση των πλασματικών αντικειμενικών αξιών πάνω στις οποίες επιβάλλονται περισσότεροι από 40 φόροι στα ακίνητα, με κυριότερο βεβαίως τον ΕΝΦΙΑ, ο οποίος θα αρχίσει να πληρώνεται από τον Ιούλιο και σε έξι δόσεις.
Πάντως, η κεντρική τράπεζα χαιρετίζει τη μείωση του φόρου μεταβίβασης στο 3% που θα συντελέσει στην αύξηση των συναλλαγών.
Ο δεύτερος σημαντικός λόγος για την καθίζηση της αγοράς είναι η έλλειψη χρηματοδότησης.
Την ίδια στιγμή η έκθεση καταγράφει πως πέρυσι μόλις το 17% των αγοραπωλησιών κατοικιών έγινε με τη συμμετοχή τραπεζικού δανεισμού, τη στιγμή μάλιστα που το μέσο ποσοστό χρηματοδότησης δεν ξεπέρασε το 35% επί της συνολικής αξίας του ακινήτου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές του 2009, το 82% των συναλλαγών πραγματοποιήθηκε με συμμετοχή τραπεζικού δανεισμού ενώ το μέσο ποσοστό δανειοδότησης διαμορφωνόταν σε περίπου 70% της συνολικής αξίας του ακινήτου.
Η έλλειψη ζήτησης φαίνεται και απ’ το γεγονός ότι η περίοδος αναμονής για την επίτευξη πώλησης κατοικιών υπερδιπλασιάστηκε κατά την εποχή της οικονομικής κρίσης, δεδομένου ότι σήμερα απαιτούνται σχεδόν 12 μήνες για την εξεύρεση αγοραστή, έναντι περίπου πέντε μηνών στις αρχές του 2009. Αντίστοιχα η μέση έκπτωση επί της αρχικής τιμής αγγίζει σήμερα το 20,7% έναντι μόλις 12,6% το 2009.
Από την αρχή της κρίσης έως και το πρώτο τρίμηνο του 2014 η συνολική πτώση των τιμών πανελλαδικά αγγίζει το 34,4%. Ωστόσο το ποσοστό είναι μεγαλύτερο στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Στην Αθήνα είναι 37,6% και στη Θεσσαλονίκη 37,8%.
Η έκθεση εκφράζει την αισιοδοξία ότι η κτηματαγορά σταθεροποιείται αργά αλλά σταθερά. Σωρευτικά πάντως από το 2008 (μέσο επίπεδο) έως το α’ τρίμηνο του 2014 οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν κατά 34,4% με βάση τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ ακόμη μεγαλύτερη μείωση δείχνουν τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα κτηματομεσιτικά γραφεία.
Η υποχώρηση των τιμών ήταν εντονότερη στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα: -37,6% και Θεσσαλονίκη: -37,8%) έναντι των άλλων μεγάλων πόλεων (-31,1%) και των λοιπών περιοχών (-29,6%), καθώς και για τα μεγαλύτερου εμβαδού ακίνητα στις σχετικά ακριβότερες περιοχές της χώρας.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τα επαγγελματικά ακίνητα, εκτιμάται ότι οι τιμές θα σταθεροποιηθούν από φέτος, ενώ ως πιο δυναμικοί σε επίπεδο ενδιαφέροντος εμφανίζονται ο τομέας των τουριστικών ακινήτων – ξενοδοχειακών μονάδων, αλλά και ο τομέας των μισθωμένων γραφειακών χώρων και καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.