Η έκθεση του ΔΝΤ που ανακοινώθηκε στις αρχές Ιουνίου 2014 παρουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένη από τις εξελίξεις, ενώ πολλές από τις προτάσεις πολιτικής που φαίνεται να προτείνει είχαν ήδη υλοποιηθεί και με το παραπάνω πριν καν δημοσιευτεί η έκθεση, αναφέρει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων.
Όσον αφορά την ακραίως απαισιόδοξη θεώρηση των αναπτυξιακών προοπτικών της ελληνικής οικονομίας που φαίνεται να υιοθετείται σε ορισμένα κεφάλαια της Έκθεσης, η απάντηση έχει ήδη δοθεί με την εντυπωσιακή εισροή στη χώρα επιχειρηματικών κεφαλαίων, ύψους άνω των 10 δισ. ευρώ ήδη από το 1ο 6μηνο του 2014 (εκ των οποίων 8,4 δισ. ευρώ για τις ΑΜΚ των τραπεζών) και με την εντυπωσιακή τώρα συμμετοχή ξένων επενδυτών παγκοσμίου εμβέλειας στα προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη, τονίζει η τράπεζα.
Η εικόνα αυτή ενισχύεται από την ανακοίνωση νέων στοιχείων για την εντυπωσιακή πορεία του τουρισμού κατά το 2014, καθώς και για την πολύ ικανοποιητική υλοποίηση του Προϋπολογισμού του 2014 στο 1ο 5μηνο 2014. Επιπλέον, το κόστος δανεισμού του Δημοσίου μειώνεται τώρα σε σχεδόν φυσιολογικά επίπεδα, με τα επιτόκια των εκδόσεων 6μηνων και 3μηνων εντόκων γραμματίων να μειώνονται στο 2,15% και στο 1,8% αντίστοιχα, από άνω του 4,2% που διαμορφώνονταν έως τα μέσα του 2013.
“Είναι, επομένως, η πρώτη φορά μετά το 2009 που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η πορεία ανάκαμψης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και εξόδου της χώρας από την μεγαλύτερη κρίση της μεταπολεμικής της ιστορίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της ελληνικής κυβέρνησης”, τονίζει η τράπεζα. Και συνεχίζει: “Σε αυτό το πλαίσιο, η συνέχιση της αποτελεσματικής υλοποίησης του ισχύοντος προγράμματος προσαρμογής και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αποτελεί τον αναγκαίο μηχανισμό επανένταξης της Ελλάδος στην ομάδα των χωρών με εξαιρετικά αναβαθμισμένες προοπτικές ανάπτυξης στα επόμενα χρόνια και δεκαετίες”.
Αναφορικά με την έκθεση του ΔΝΤ, η ανάλυση της Alpha Bank αναφέρει τα εξής:
Σχετικά με την Έκθεση του ΔΝΤ για την Ελλάδα, αναγνωρίζεται πλέον η μεγάλη πρόοδος που έχει σημειώσει η Ελλάδα όσον αφορά τη δραστική μείωση των τεράστιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και των ελλειμμάτων στο εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, με την επίτευξη πλεονασμάτων και στα δύο αυτά ισοζύγια από το 2013. Μάλιστα, το ΔΝΤ επισημαίνει το εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα στο οποίο επιτεύχθηκαν οι ανωτέρω προσαρμογές αν ληφθεί υπόψη ότι το 2009 τα ελλείμματα αυτά αντιστοιχούσαν στο 11% του ΑΕΠ και 15,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Επίσης, το ΔΝΤ επιβεβαιώνει την εκτίμησή του ότι η οικονομία θα επανέλθει σε ανάπτυξη, με αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,6% το 2014, υποστηριζόμενη από την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, όπως αυτή αντανακλάται στην βελτίωση του οικονομικού κλίματος αλλά και την επάνοδο με επιτυχία του ελληνικού δημοσίου στις διεθνείς αγορές ομολόγων. Επίσης, επαναδιατυπώνει την πεποίθησή του ότι οι αρχές είναι αποφασισμένες να εφαρμόσουν με συνέπεια το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα δημοσιονομικού ή χρηματοδοτικού κενού μέχρι τουλάχιστον τα μέσα του 2015.
Ειδικότερα, το ΔΝΤ προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,6% το 2014 και κατά 2,9% το 2015. Δεν έχει, ωστόσο, λάβει υπόψη του την εξέλιξη στα βασικά μεγέθη του ΑΕΠ στο 1ο 3μηνο 2014. Έτσι, εκτιμά ότι η ανάκαμψη της οικονομίας το 2014 θα προέλθει: α) Από την αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 5,9%, παρά τη σημαντική πτώση τους κατά -7,9% στο 1ο 3μηνο.2014. Μετά από αυτή την εξέλιξη, η αύξηση των επενδύσεων το 2014 εκτιμάται περί το 2,0%, ενώ μπορεί πράγματι να αυξηθούν περαιτέρω κατά 9,7% το 2015, όπως προβλέπει και το ΔΝΤ. β) Από την εκτιμώμενη νέα πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά -1,8% το 2014, παρά τη σταθεροποίησή της στο -0,2% στο 4ο 3μηνο.2013 και την αύξησή της κατά 0,7% στο 1ο 3μηνο.2014. Οι εξελίξεις αυτές και η σημαντική βελτίωση των δεικτών καταναλωτικής εμπιστοσύνης και οικονομικού κλίματος γενικότερα σηματοδοτούν τη σταθεροποίηση, ή την μικρή αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης το 2014, πράγμα που ενισχύει τις προοπτικές για αύξηση του ΑΕΠ κατά ποσοστό υψηλότερο του 0,6% που προβλέπει το ΔΝΤ. Για παράδειγμα, το ΔΝΤ προβλέπει ότι η συμβολή του εξωτερικού τομέα στην αύξηση του ΑΕΠ θα ανέλθει στις 1,5 π.μ. το 2014, με αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 4,1% και με νέα πτώση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά -1,3%.
Ωστόσο, με βάση τις ανωτέρω εκτιμήσεις για την μεταβολή της ιδιωτικής κατανάλωσης (+0,3%) και των επενδύσεων (+1,7%), η αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να υπερβεί το 1,0%, ακόμη και αν η συμβολή στην αύξησή του από τις καθαρές εξαγωγές δεν υπερβεί τη 1,0 π.μ. Επιπλέον, η σταθεροποίηση της ιδιωτικής κατανάλωσης από το 2014 ενισχύει τις προοπτικές για αύξησή της κατά 1,7% το 2015 (όπως προβλέπει το ΔΝΤ), καθώς και την προοπτική για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,9% το 2015, με την προαναφερθείσα ανάκαμψη και των επενδύσεων. Όσον αφορά τη συμβολή των καθαρών εξαγωγών στην αύξηση του ΑΕΠ το ΔΝΤ εκτιμά ότι θα παραμείνει θετική στις 0,8 π.μ. το 2015, από 2,0 π.μ. το 2013.
Ωστόσο, στην Έκθεση του ΔΝΤ συμπεριλαμβάνονται και ορισμένες εξαιρετικά αρνητικές κρίσεις και παρατηρήσεις κυρίως για τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας που αφενός δεν φαίνεται να προκύπτουν από τις πραγματικές εξελίξεις στην Ελλάδα τα τελευταία 3μηνα και αφετέρου δεν συμβάλλουν στην αναγκαία εξάλειψη της ανεξέλεγκτης αβεβαιότητας που συνέβαλε τα μέγιστα στην εμβάθυνση της ύφεσης στην ελληνική οικονομία και της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα στην περίοδο Σεπτεμβρίου 2011 – Απριλίου 2013. Ειδικότερα, οι κυριότερες από αυτές τις κρίσεις – παρατηρήσεις του ΔΝΤ συνοψίζονται περιληπτικά στα ακόλουθα:
Πρώτον, το ΔΝΤ σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει καθυστερήσει στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα οδηγούσαν σε αύξηση της παραγωγικότητας. Ως αποτέλεσμα η προσαρμογή πραγματοποιήθηκε με μέτρα που οδηγούσαν στην ύφεση της οικονομίας, μέσω δηλαδή της περικοπής δαπανών και της συρρίκνωσης των εισοδημάτων (αντίθετα, προφανώς, με τις οδηγίες του ΔΝΤ), και όχι (όπως, ενδεχομένως, πρότεινε το ΔΝΤ) μέσω της υιοθέτησης μέτρων για την βελτίωση της παραγωγικότητας που θα οδηγούσαν την οικονομία σε γρήγορη ανάκαμψη. Ωστόσο, στην παράγραφο 12 το ΔΝΤ σημειώνει ότι «η Ελλάδα είναι μεταξύ των χωρών που σημείωσαν τη μεγαλύτερη βελτίωση από την αρχή της κρίσης στους δείκτες Doing Business της World Bank και στο γενικό δείκτη παρεμβατικών ρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων του ΟΟΣΑ». Επίσης, το ΔΝΤ παραθέτει Διαγράμματα που δείχνουν τη μεγάλη βελτίωση που είχε σημειώσει η Ελλάδα στους ανωτέρω τομείς έως τις αρχές του 2013. Ωστόσο, όπως επίσης τονίζεται από το ΔΝΤ, στις αρχές του 2014 η Ελλάδα υλοποίησε το σύνολο των μεταρρυθμίσεων όσον αφορά την εξάλειψη των παρεμβατικών ρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων που συμπεριλαμβάνονταν στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ εκθέτοντας πλήρως στον παγκόσμιο ανταγωνισμό τέσσερις πολύ σημαντικούς παραγωγικούς τομείς της οικονομίας. Επίσης, στην ίδια περίοδο ολοκληρώθηκε πλήρως το άνοιγμα των επαγγελμάτων στον ανταγωνισμό, ενώ από τον Ιούλιο του 2014 εφαρμόζεται και η μείωση των εισφορών των εργαζομένων και των εργοδοτών στα ασφαλιστικά ταμεία συμβάλλοντας περεταίρω στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των εγχώριων παραγωγικών μονάδων. Γενικά, αντίθετα με τα όσα φαίνεται να θέλει να επιχειρηματολογήσει το ΔΝΤ, η ύφεση και η αύξηση της ανεργίας έλαβαν μεγαλύτερες διαστάσεις στην Ελλάδα όχι διότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις καθυστέρησαν, αλλά διότι αντίθετα ήταν πρωτοφανείς σε έκταση και βάθος και συνεπάγονταν την ανατροπή εκ θεμελίων του θεσμικού και οργανωτικού πλαισίου λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας σε όλους της τους τομείς της. Επιπλέον οι εκ βάθρων μεταρρυθμίσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας επιβλήθηκαν στην Ελλάδα να εφαρμοστούν όλες μαζί σε ένα εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα, με ταυτόχρονη συνεχή επιβάρυνση του οικονομικού κλίματος στη χώρα με δημοσιεύματα και διαρροές και με αποστράγγιση της ρευστότητας στην οικονομία, με όλες τις επιπτώσεις που αυτό συνεπάγονταν για το κοινωνικό και για το πολιτικό σύστημα της χώρας. Σε κάθε περίπτωση, σε αυτές τις εκ βάθρων μεταρρυθμίσεις, που ήταν πρωτοφανείς σε παγκόσμιο επίπεδο, οφείλεται η δημοσιονομική προσαρμογή και η δραματική βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας που ήδη συμβάλουν στην εισροή σημαντικών επιχειρηματικών κεφαλαίων στη χώρα και στην ανάκαμψη και την ανάπτυξη της οικονομίας, που, ωστόσο, δεν φαίνεται να έχουν ακόμη αντιληφθεί ορισμένοι από τους συντάκτες της Έκθεσης του ΔΝΤ.
Δεύτερον, σύμφωνα με το ΔΝΤ, η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης βρίσκεται σε εξέλιξη, αλλά το REER (δηλαδή η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του Ευρώ για την Ελλάδα) παραμένει ανατιμημένη. Βέβαια, στο κείμενο διευκρινίζεται ότι μόνο το REER με βάση τον σχετικό ΔΤΚ είναι ακόμη υπερτιμημένο κατά 10%. Αντίθετα, όπως προκύπτει σαφώς από το σχετικό διάγραμμα που παραθέτει το ΔΝΤ, το REER με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας έχει υποτιμηθεί κατά περίπου -24% έναντι του 2009 και κατά περίπου -5,0% έναντι του 2000. Επιπλέον, αν όπως ισχυρίζεται το ΔΝΤ το REER στην Ελλάδα είναι ακόμη ανατιμημένο, τότε τι θα πρέπει να λεχθεί για το REER της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, όπως αυτό φαίνεται να έχει εξελιχθεί στην περίοδο 2009-2013 και 2000-2013 που παρουσιάζεται στον Πίνακα 3;
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι το REER με βάση το ΔΤΚ έχει ελάχιστη σχέση με τη διεθνή ανταγωνιστικότητα μιας μικρής ανοικτής οικονομίας μέλους της Ζώνης του Ευρώ, όπως η Ελλάδα. Διότι, για παράδειγμα, τα ενοίκια ή το κόστος αγοράς επαγγελματικών χώρων για την εγκατάσταση μιας επιχείρησης, που έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, δεν περιλαμβάνονται στο ΔΤΚ. Ούτε το κόστος και η διαθεσιμότητα απασχόλησης ανειδίκευτου και εξειδικευμένου προσωπικού συμπεριλαμβάνονται στο REER με βάση το ΔΤΚ, ενώ συμπεριλαμβάνονται στο REER με βάση το ULC το οποίο προσδιορίζεται και από την εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας στην οικονομία. Ο δείκτης τιμών καταναλωτή (ΔΤΚ) σημειώνει πτωτική πορεία από τις αρχές του 2013, μόνο στην Ελλάδα από όλη την Ευρώπη, εκτός των άλλων και από την πτώση των τιμών των διεθνώς μη εμπορεύσιμων προϊόντων που είχαν αυξηθεί υπέρμετρα στο παρελθόν λόγω των ανισορροπιών που δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του 2000. Ωστόσο, η μεγάλη πτώση των τιμών των μη εμπορεύσιμων υποεκτιμάται στο REER με βάση το ΔΤΚ που τα δύο τελευταία έτη μειώθηκε και στις ανταγωνίστριες χώρες λόγω της μεγάλης πτώσης των τιμών της διεθνώς εμπορεύσιμης ενέργειας.
Τρίτον, το ΔΝΤ καταλήγει στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών της Ελλάδος – εκτός του τουρισμού και των καυσίμων αλλά όχι της ναυτιλίας- ήταν δραματικά μειωμένες το 2013 κατά -20% περίπου έναντι του 2008, ενώ σε όλες τις άλλες χώρες που βρέθηκαν σε κρίση οι εξαγωγές αυτές παρουσιάζονται αυξημένες στην ίδια περίοδο κατά περίπου +20%, ή και περισσότερο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό εύρημα, το οποίο, ωστόσο, οδηγεί σε καθαρή διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Οφείλεται αποκλειστικά στα έσοδα από τη ναυτιλία που το 2008 (που χρησιμοποιείται από το ΔΝΤ ως έτος βάσης) είχαν ανέλθει στην Ελλάδα στα € 19,2 δις και ήταν αυξημένα κατά 122,1% έναντι του 2000. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της εισροής καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα από το εξωτερικό όταν, λόγω της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης, υπήρξε κίνδυνος κατάρρευσης των μεγάλων τραπεζών παγκοσμίως. Μέρος αυτών των κινήσεων αντανακλάται και στην μεγάλη εισροή εισπράξεων από την ναυτιλία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ακολούθως, με την ανάκαμψη της διεθνούς οικονομίας από το 2009 οι εισροές αυτές άρχισαν να αντιστρέφονται και, βεβαίως, η έξοδος επιταχύνθηκε με την έλευση της κρίσης δημοσίου χρέους στην Ελλάδα. Τα έσοδα της χώρας από την ναυτιλία μειώθηκαν δραστικά κατά € 5,64 δις το 2009 και στη συνέχεια σημείωσαν μικρή περαιτέρω πτώση στα επόμενα έτη. Επομένως, στο Διάγραμμα για τις εξαγωγές στη σελίδα 5 της Έκθεσης του ΔΝΤ απεικονίζεται αποκλειστικά και μόνο η εξέλιξη στα έσοδα της χώρας από την ποντοπόρο ναυτιλία. Όλα τα άλλα μεγέθη των εξαγωγών είχαν σημαντική αυξητική πορεία στην περίοδο 2009-2013, όπως φαίνεται στον Πίνακα 4. Άλλωστε σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αναμένεται να ανέλθουν στο 28,6% του ΑΕΠ το 2014 και στο 29,2% του ΑΕΠ το 2015, από 25,6% του ΑΕΠ το 2013 και από 20,1% το 2009. Αντίθετα, οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εκτιμάται ότι θα μειωθούν στο 27,1% του ΑΕΠ το 2015, από 27,9% του ΑΕΠ το 2013 και από 38,3% του ΑΕΠ το 2008. Έτσι, το εξωτερικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών θα καταγράψει πλεόνασμα ύψους 0,7% του ΑΕΠ το 2014 (έναντι ελλείμματος 0,3% του ΑΕΠ που προέβλεπε στην προηγούμενη έκθεση) και 0,2% του ΑΕΠ το 2015. Σε κάθε περίπτωση, το σπουδαιότερο είναι ότι, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω στοιχεία, η εγχώρια προστιθέμενη αξία των ελληνικών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών το 2013 είναι κατά πολύ υψηλότερη από την εγχώρια προστιθέμενη αξία των αντίστοιχων εξαγωγών του 2009.
Τέταρτον, το ΔΝΤ εκτιμά ότι απαιτούνται πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα για να εξασφαλιστεί η υλοποίηση των προϋπολογισμών 2015-2016, όπως προβλέπεται στο ΜΠΔΣ 2015-2018. Ειδικότερα, εκτιμά ότι απαιτούνται μέτρα περίπου € 2,0 δις για να επιτευχθεί το προγραμματισμένο πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,0% του ΑΕΠ το 2015. Εάν τα μέτρα αυτά πράγματι ληφθούν το 2015, τότε το ΔΝΤ εκτιμά ότι θα απαιτηθούν και πρόσθετα μέτρα το 2016 ύψους € 1,7 δις (0,75% του ΑΕΠ) για να επιτευχθεί το προγραμματισμένο πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4,5% το 2016. Εάν ωστόσο, αυτά τα πρόσθετα μέτρα ληφθούν πράγματι το 2015 και το 2016, τότε χωρίς νέα μέτρα το πρωτογενές πλεόνασμα το 2017 θα ανέλθει σε επίπεδα άνω του 6,4% του ΑΕΠ. Συμπερασματικά, όπως και από το ΔΝΤ τονίζεται, οι ανωτέρω είναι αρχικές και πολύ συντηρητικές εκτιμήσεις, οι οποίες για να επιβεβαιωθούν με μεγαλύτερη σιγουριά απαιτούνται περισσότερα στοιχεία όσον αφορά την ανάπτυξη και την εξέλιξη της υλοποίησης του Π2014. Για το λόγο αυτό έχει συμφωνηθεί να επανεξεταστούν κατά την περίοδο κατάρτισης του Π2015 τον Οκτ.-Νοέμ.2014. Σε κάθε περίπτωση, με την ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας από το 2014, οι προοπτικές υλοποίησης του ΜΠΔΣ 2014-2018 είναι τώρα πολύ πιο ενισχυμένες από ότι ήταν έως το 2013 όπου η δημοσιονομική προσαρμογή επιδιωκόταν σε μια περίοδο τεράστιας πτώσης του ΑΕΠ και των εισοδημάτων των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Αντίθετα με αυτή την προοπτική, το ΔΝΤ προχωρεί και πάλι σε εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης της χώρας θα παραμείνουν στα € 81,2 το 2015, όπως και το 2014 παρά την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ κατά € 6,0 δις το έτος αυτό. Επίσης, για το 2016 και για το 2017 το ΔΝΤ προβλέπει πτώση των εσόδων ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 42,4% και στο 42,2% αντίστοιχα, από 44,6% το 2014. Με αυτό τον τρόπο προσδιορίζει την ύπαρξη δημοσιονομικού κενού ύψους € 2,0 δις το 2015 και, επιπλέον, € 1,7 δις το 2016. Ωστόσο, τα € 2,0 δις που απαιτούνται για το 2015 σύμφωνα με το ΔΝΤ μπορεί να προκύψουν κατά € 0,8 δις από το μεγαλύτερο πλεόνασμα το 2014 και κατά € 1,2 δις από τη διαμόρφωση των εσόδων της ΓΚ στο 43,9% του ΑΕΠ το 2015, αντί του 43,2% του ΑΕΠ που προβλέπει το ΔΝΤ. Αντίστοιχες εξελίξεις προβλέπονται και για το 2016. Επομένως, αυτό που απαιτείται είναι η εφαρμογή των μέτρων που ήδη έχουν θεσπιστεί και εφαρμόζονται και κυρίως η εντατικοποίηση της προσπάθειας για σταδιακή μείωση της φοροδιαφυγής και για είσπραξη των φόρων που έχουν ήδη βεβαιωθεί και έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του Δημοσίου.
Πέμπτον, στον τομέα των τραπεζών στα περισσότερα κεφάλαια της Έκθεσής του το ΔΝΤ δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του τις τελευταίες εντυπωσιακές εξελίξεις και ιδιαίτερα την άντληση από τον ιδιωτικό τομέα υψηλής ποιότητας μετοχικών κεφαλαίων ύψους € 8,4 δις σε διάστημα ενός μηνός. Ειδικότερα, το ΔΝΤ δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί το γεγονός ότι τουλάχιστον οι τρείς από τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες της χώρας κάλυψαν πλήρως τις ανάγκες τους για επιπλέον κεφάλαια από τον ιδιωτικό τομέα σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο μακροοικονομικών εξελίξεων και όχι με βάση το κανονικό σενάριο, όπως ισχυρίζεται στην Έκθεσή του. Προχώρησαν δε σε αυτή την ενέργεια, παρά το ότι οι έως τώρα εξελίξεις στην οικονομία δείχνουν ότι η πιθανότητα εμφάνισης αυτού του σεναρίου (που προβλέπει πτώση του ΑΕΠ της χώρας κατά -4,8% το 2013 και κατά -2,9% το 2014) απομακρύνεται διαρκώς. Έτσι, η Alpha Bank άντλησε ΜΚ ύψους € 1,2 δις ενώ με το δυσμενές σενάριο χρειαζόταν μόνο € 0,56 δις, η Τράπεζα Πειραιώς άντλησε ΜΚ ύψους € 1,75 δις, ενώ χρειαζόταν € 0,76 δις και η Εθνική Τράπεζα άντλησε ΜΚ ύψους € 2,5 δις, όσα ακριβώς χρειαζόταν με βάση το δυσμενές σενάριο. Επομένως, οι ισχυρισμοί του ΔΝΤ ότι οι τράπεζες θα έπρεπε να καλύψουν τις κεφαλαιακές τους ανάγκες με βάση αυτό το δυσμενές σενάριο δεν έχουν αποδέκτη, τουλάχιστον όσον αφορά τις τρεις από τις 4-τράπεζες.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι τράπεζες πραγματοποιούν τις αναγκαίες προβλέψεις για την αποτελεσματική κάλυψη των επισφαλών τους απαιτήσεων. Το ποσοστό κάλυψης των NPLs με μετρητά είναι μάλλον ικανοποιητικό (56% για την Alpha Bank, 56% για την Εθνική Τράπεζα και 51% για την Τράπεζα Πειραιώς) και για τις περισσότερες τράπεζες αυξήθηκε εκ νέου στο 1ο 3μηνο 2014 έναντι του 4ου 3μήνου 2013. Όσον αφορά στα ακίνητα που χρησιμοποιούνται ως καλύμματα στα τραπεζικά δάνεια, σημειώνεται ότι τα ακίνητα τιμολογούνται σήμερα με βάση τις πραγματικές τιμές τους στην αγορά, πράγμα που έχει επιβληθεί και επιβεβαιωθεί από τις δύο ήδη διαγνωστικές εξετάσεις της BlackRock.
Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα των συντακτών της Έκθεσης του ΔΝΤ για τις τράπεζες φαίνεται να προκύπτει σχεδόν αποκλειστικά από τις ακόλουθες απόψεις τους όσον αφορά τις προοπτικές ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας: Όπως υποστηρίζουν, «αντίθετα με άλλες χώρες, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει την ανάπτυξη για να ξεφύγει από τον εγκλωβισμό της στην παγίδα των NPLs. Διότι η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα NPLs παγκοσμίως (πολύ πάνω από τα επίπεδα που οδήγησαν το σύστημα σε κρίση σε πολλές άλλες χώρες). Επίσης, όπως φαίνεται να πιστεύουν οι συγκεκριμένοι συντάκτες, η Ελλάδα έχει μια οικονομία που δεν είναι ανταγωνιστική (το REER της είναι υπερτιμημένο και οι εξαγωγές της εκτός του τουρισμού είναι στάσιμες), ενώ η προσαρμογή (δηλαδή η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας) μέσω των τιμών θα πάρει πολύ χρόνο, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις γίνονται αποσπασματικά και διστακτικά, με επιπλέον κίνδυνο διόγκωσης του χρέους λόγω του αρνητικού πληθωρισμού».
Όπως ήδη αναλύθηκε, οι απόψεις αυτές έρχονται σε πλήρη αντίθεση: α) με τις εξελίξεις στην ελληνική οικονομία το 2013 και στις αρχές του 2014, β) με τις επίσημες προβλέψεις του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάπτυξη της ελληνικής στην περίοδο 2014-2022, γ) με τις απόψεις του μεγάλου αριθμού των ξένων επενδυτών που έχουν κατακλύσει και επενδύουν στην Ελλάδα ήδη από το 2013, αλλά κυρίως στις αρχές του 2014. δ) Με τις απόψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που σε πρόσφατη μελέτη της κάνει λόγο για δυνατότητα αύξησης των ελληνικών εξαγωγών κατά € 16 δις ετησίως. Τέλος, σημειώνεται ότι ο Πρωθυπουργός της Κίνας επισκέπτεται την Ελλάδα από την 19η Ιουνίου 2014 για 3ήμερη επίσκεψη και σε άρθρο του στην Καθημερινή επιβεβαιώνει το ενδιαφέρον μεγάλων εταιρειών της χώρας του για επενδύσεις στην Ελλάδα με επίκεντρο την ανάδειξη του λιμένα του Πειραιά «στον καλύτερο του είδους του στη Μεσόγειο».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.