Της Στεφανίας Σούκη
Όχι, δεν πρόκειται για τα τεχνολογικά start-ups. Στην Ελλάδα, όπου μέσα στην τελευταία πενταετία έχουν χαθεί 1 εκατ. θέσεις εργασίας, έχουν φύγει 200.000 νέοι, εκ των οποίων οι μισοί με κατεύθυνση τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία, ενώ 50.000 είναι μόνο αυτοί που έχουν φύγει από τις αρχές του 2014, υπάρχει μία κατηγορία εταιρειών που μπορεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας: Μία πολύ μικρή μειοψηφία 3.000 εταιρειών ή αλλιώς το 0,5% από τις υφιστάμενες επιχειρήσεις, διαφόρων κλάδων και μεγεθών μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στην αύξηση της απασχόλησης δημιουργώντας 200.000 νέες θέσεις εργασίας, ενώ το υπόλοιπο 80% των θέσεων εργασίας πρέπει να καλυφθεί από νέες εταιρείες. Η Ελλάδα χρειάζεται 10.000 νέες εταιρείες που μπορούν να μεγαλώσουν γρήγορα και να δημιουργήσουν η καθεμία περίπου 50 θέσεις εργασίας μέσα στα επόμενα 7 χρόνια. Η πρόσφατη άνθηση των startups είναι μια ενθαρρυντική αρχή, αλλά προφανώς όχι επαρκής.
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από τη μελέτη που εκπόνησε η Endeavor Greece, ο παγκόσμιος μη κερδοσκοπικός οργανισμός στήριξης της επιχειρηματικότητας, η οποία θα παρουσιαστεί αύριο στο πλαίσιο του 3ου Διεθνούς Συνεδρίου του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) για την Κοινωφελή Δράση (26-27 Ιουνίου 2014). Το ΙΣΝ αποτελεί τον αποκλειστικό δωρητή για την εκπόνηση της μελέτης.
Σύμφωνα λοιπόν με τη μελέτη, η Ελλάδα πρέπει να επικεντρωθεί σε συγκεκριμένους κλάδους (π.χ. αγροτική παραγωγή/τρόφιμα, μεταποίηση, τουρισμός, logistics, τεχνολογία) όπου έχει δομικά πλεονεκτήματα πρώτης ύλης, γεωγραφικής θέσης ή ανθρώπινου δυναμικού. Ωστόσο, πέρα από μεγάλες μεταρρυθμίσεις και αναβάθμιση υποδομών, αυτή η μεγάλη μετατόπιση οικονομικής δραστηριότητας απαιτεί χρόνο, νέες δεξιότητες και συνεπάγεται φυσική μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων. Πάνω από 640.000 Ελληνες υπολογίζεται ότι θα αναγκαστούν να αλλάξουν τομέα, ενώ πάνω από 500.000 θα αναγκαστούν να μετακινηθούν εκτός Αθήνας και Θεσσαλονίκης για να αναζητήσουν εργασία σε άλλα μέρη της Ελλάδας, επιπρόσθετα της εν εξελίξει φυγής Ελλήνων στο εξωτερικό.
Στο ερώτημα ποιος μπορεί να δημιουργήσει υψηλής ποιότητας θέσεις εργασίας στους διάφορους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, οι αναλυτές της Endeavor απαντούν:
Οι περισσότερες από τις υπάρχουσες επιχειρήσεις έχουν δομική αδυναμία να αυξήσουν σημαντικά τις θέσεις εργασίας τους. Ενδεικτικά, στο σύνολο τους οι μεγάλες επιχειρήσεις μείωσαν τις θέσεις εργασίας ακόμη και κατά τα ‘καλά χρόνια’ προ της κρίσης. Αντίστοιχα, οι περισσότερες μικρές επιχειρήσεις αποτελούν κατά βάση επιλογή αυτό-απασχόλησης και δε δημιουργούν καμία πρόσθετη θέση εργασίας πλην εκείνης του επιχειρηματία-ιδιοκτήτη. Την ίδια στιγμή, η ποιότητα της εργασίας που προσφέρουν είναι κακή, με απουσία προγραμμάτων ανάπτυξης του προσωπικού, αναντιστοιχία ρολών και ικανοτήτων και εξαιρετικά προβληματικούς μισθούς.
Υπάρχει μια μειοψηφία περίπου 3.000 υφιστάμενων επιχειρήσεων που παρουσιάζουν υψηλά περιθώρια ανάπτυξης (περίπου 2.900 μικρομεσαίες και 100 μεγάλες), επενδύουν στο προσωπικό τους και έχουν τις βάσεις να εξελιχθούν ταχύτατα, δημιουργώντας ποιοτικές θέσεις εργασίας. Μπορούν συλλογικά να δημιουργήσουν μέχρι και 200.000 νέες θέσεις εργασίας, εκ των οποίων οι περισσότερες θα απευθύνονται σε νέους. Το υπόλοιπο των 800.000 θέσεων εργασίας πρέπει να δημιουργηθεί από νέες επιχειρήσεις. «Χρειαζόμαστε 10.000 νέες επιχειρήσεις υψηλής ανάπτυξης με την κατάλληλη εξωστρεφή και καινοτόμο νοοτροπία. Με το σημερινό ρυθμό και το μίγμα δημιουργίας επιχειρήσεων (περίπου 40.000 κάθε χρόνο, με μόνο 10% να επικεντρώνονται σε κλάδους προστιθέμενης αξίας και μόνο 1% να επιδεικνύει σημαντική ανάπτυξη), η Ελλάδα θα χρειαστεί 25 χρόνια για να δημιουργήσει τις θέσεις εργασίας που απαιτούνται», αναφέρει ο κ. Χ. Μακρυνιώτης, διευθύνων σύμβουλος της Endeavor Greece.
Η σημερινή ραγδαία αύξηση των startups είναι μια καλή αρχή. «Δεν αναμένουμε, όμως, τα περίπου 200 startups που ιδρύονται κάθε χρόνο, να δημιουργήσουν τις εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας που χρειάζονται. Ειδικά από την στιγμή που τα περισσότερα επικεντρώνονται σε ένα μόνο κλάδο και μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό τους μπορεί να θεωρηθεί υψηλής ανάπτυξης.
Είναι γεγονός, όμως, ότι καθώς ο αριθμός τους διπλασιάζεται κάθε χρόνο και προσελκύουν εγχώριες και διεθνείς επενδύσεις, αλλάζουν ριζικά την αντίληψη για την επιχειρηματικότητα, καθιερώνουν πρότυπα και δημιουργούν ιστορίες επιτυχίας. Χρειαζόμαστε όντως περισσότερα και υψηλότερης ποιότητας start-ups, τα οποία να καλύπτουν περισσότερους κλάδους και έχουν την κατάλληλη στήριξη από την ιδέα ως την ωρίμανση. Τα start-ups δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά προϋπόθεση για να δημιουργηθούν περισσότερα scale-ups τα οποία θα προκαλέσουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και ουσιαστική αύξηση απασχόλησης», αναφέρει ο κ. Μακρυνιώτης.
Τα νούμερα για την ανεργία
Όπως προκύπτει από τη μελέτη, από το 1 εκατ. των θέσεων εργασίας που έχει χάσει η χώρα μας την τελευταία πενταετία, πάνω από τις μισές προέρχονται από τρείς κλάδους – τις κατασκευές, το λιανεμπόριο/χονδρεμπόριο και τη μεταποίηση – ενώ ολόκληροι τομείς όπως το real estate πρακτικά αφανίστηκαν. Ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο ανάπτυξης, τα 2/3 των χαμένων θέσεων εργασίας δεν μπορούν να ανακτηθούν από τους ίδιους κλάδους. Τρεις μόνο κλάδοι κατάφεραν να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το συνολικό εργατικό δυναμικό: ο αγροτικός τομέας, η μεταποίηση τροφίμων και ο κλάδος της τεχνολογίας.
Οι νέοι στην Ελλάδα επηρεάστηκαν δυσανάλογα από την αύξηση της ανεργίας με περισσότερες από μισό εκατομμύριο χαμένες θέσεις εργασίας. Παρόλα αυτά, μόνο το μισό ποσοστό της ανεργίας οφείλεται στην οικονομική επιβράδυνση και την ύφεση. Το υπόλοιπο προέρχεται από το παραδοσιακό μειονέκτημα των νέων που βρίσκονται «εκτός αγοράς», το οποίο εντάθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ολόκληροι κλάδοι κατήργησαν θέσεις εργασίας για νέους παρότι διατήρησαν ή ακόμη και αύξησαν τις θέσεις εργασίας των μεγαλύτερων ηλικιών. Αυτοί οι κλάδοι περιλαμβάνουν τομείς όπως η αγροτική παραγωγή και τα τρόφιμα αλλά και τα περισσότερα επαγγέλματα-πρότυπα: γιατροί, δικηγόροι, τραπεζικοί και λογιστές. Το παραδοσιακό όνειρο της ελληνικής οικογένειας κλονίζεται, αν και παραμένει ακόμη ισχυρό.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον έχει η ερώτηση για το ποια είναι τα πιο ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού:
Το 62% των εργοδοτών απάντησε η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, το 51% η γεωγραφική θέση, το 32% ο τρόπος ζωής, στην τέταρτη θέση με 28% έρχεται το χαμηλό μισθολογικό κόστος και έπονται με 8% η ποιότητα των συνεταίρων και μόλις με 1% οι υποδομές.
Τέλος, η μελέτη σκιαγραφεί το προφίλ των νέων με βάση ποσοτική και ποιοτική έρευνα σε δείγμα 600 νέων ηλικίας 18-34 ετών: Οι νέοι στην Ελλάδα σε ποσοστό μόλις 15% δείχνουν αδιαφορία ή αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης, ενώ 85% δείχνουν διάθεση να κυνηγήσουν ευκαιρίες και αισιοδοξία για το μέλλον. Από αυτούς το 9% είναι έτοιμοι να γίνουν οι καταλύτες της αλλαγής.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.