Η Japonica Partners τάραξε τα νερά της ελληνικής αγοράς ομολόγων τον περασμένο χρόνο, όταν έκανε γνωστό ότι αγοράζει ελληνικούς τίτλους. Όμως, όπως λέει ο επικεφαλής της, Πολ Καζέριαν, έχει και άλλες βλέψεις για την ελληνική αγορά.
“Δεν είναι η δουλειά μας αυτή (τα ομόλογα). Εμείς ήρθαμε εδώ για να αγοράσουμε εταιρείες”, είπε στην Καθημερινή της Κυριακής.
Ο 58χρονος επενδυτής έχει ένα κάπως ταραχώδες ιστορικό. Εγινε γνωστός στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν, ύστερα από μια σκληρή μάχη, εξαγόρασε την Allegheny International, μια ημιχρεοκοπημένη εταιρεία που κατασκεύαζε ηλεκτρικές συσκευές. Ως επικεφαλής της εταιρείας, την αναδιάρθρωσε, τη μετονόμασε και την οδήγησε σε υγιή κερδοφορία, αλλά απολύθηκε το 1993 από το διοικητικό συμβούλιο, εξαιτίας κατηγοριών για επιθετική συμπεριφορά προς τους υφισταμένους του. Πριν από την υπόθεση των ελληνικών ομολόγων, το όνομά του είχε ακουστεί τελευταία φορά το 1999, όταν ήταν ακτιβιστής μέτοχος της A.T. Cross, εταιρείας παραγωγής στιλό.
Ως μεγαλοομολογιούχος της Ελληνικής Δημοκρατίας, που χαρακτηρίζει τον εαυτό του «μακροπρόθεσμο» –όπως δηλώνει στην «Κ», ξεκίνησε να αγοράζει το καλοκαίρι του 2012, ένα χρόνο πριν δημοσιοποιήσει το ενδιαφέρον του και κοντά στο ναδίρ των τιμών– ο Αμερικανός επενδυτής διατηρεί την ακτιβιστική του προσέγγιση. Συγκεκριμένα, χαρακτηρίζει ως σκανδαλώδες το ζήτημα του «κουρέματος» ύψους 57% που εξακολουθεί να επιβάλλει η ΕΚΤ σε τράπεζες που κατέχουν ελληνικά ομόλογα εάν θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν ως ενέχυρο για να δανειστούν από αυτή. Μάλιστα, την περασμένη εβδομάδα ταξίδεψε στη Φρανκφούρτη για επαφές σχετικές με την «ποινή του 57%», όπως την αποκαλεί. «Εχετε τον καλύτερο κρατικό ισολογισμό από όλες τις παρεμφερείς χώρες και τα χαμηλότερα επιτόκια, με μεγάλη διαφορά. (Με τα ΔΛΠ) θα αποκτήσετε αποτελεσματικότητα, μια κυβέρνηση που λειτουργεί αποδοτικά», λέει.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που έχει κάνει ο ίδιος, χρησιμοποιώντας τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), καταλήγει ότι ο καθαρό χρέος της Ελλάδας –που ισούται με το ακαθάριστο μείον τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας– βάσει των κανόνων του IPSAS (International Public Sector Accounting Standards), της εκδοχής του GAAP για τον δημόσιο τομέα, είναι κάτω από 60% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από το χρέος της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας, καταμετρημένων με τον ίδιο τρόπο. Η θεσμική κατοχύρωσή του θα οδηγούσε σε εκτόξευση των τιμών των ελληνικών ομολόγων, εκτιμά.
«Οι αριθμοί του Μάαστριχτ (το ακαθάριστο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ) δεν ανταποκρίνονται σε καμία πραγματικότητα», δηλώνει ο κ. Καζέριαν.
«Με το GAAP, που αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, μπορείτε να κάνετε διεθνείς συγκρίσεις. Μπορούν οι πολίτες σας να αξιολογήσουν τις επιδόσεις της κυβέρνησής σας», συνεχίζει. Η υιοθέτηση των λογιστικών αυτών προτύπων, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα του ελληνικού χρέους εξαφανίζεται και ότι η τρόικα μπορεί να πάει σπίτι της – η μέθοδος σύμφωνα με την οποία είναι 175% του ΑΕΠ είναι καθορισμένη με ευρωπαϊκή συνθήκη και μπορεί να αλλάξει μόνο με ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ο Καζέριαν, μάλιστα, αφήνει να εννοηθεί ότι οι επίσημοι πιστωτές της Ελλάδας έχουν δει τους αριθμούς που παραθέτει και γι’ αυτό διστάζουν να συναινέσουν σε περαιτέρω ανακούφιση του χρέους. «Ισως γι’ αυτό λένε στις άλλες χώρες τώρα ότι αυτό που είχαν πει ήταν απλώς ότι θα το εξετάσουν, όχι ότι θα το κάνουν (να προχωρήσουν σε νέα μέτρα απομείωσης του ελληνικού χρέους)». Κατά την άποψή του, η περαιτέρω επιμήκυνση ούτως ή άλλως δεν θα επηρέαζε σημαντικά τη βιωσιμότητα του χρέους.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.