της Μαίρης Λαμπαδίτη
H πολυπληθής επαγγελματική κατηγορία των υπαλλήλων παροχής υπηρεσιών (400.000 άτομα) είναι από τις πρώτες ομάδες που θα προσφύγουν στη διαιτησία, διεκδικώντας την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας μετά την απόφαση της ολομέλειας του ΣτΕ που έκρινε αντισυνταγματική την κατάργηση της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία. Θα ακολουθήσουν οι ομοσπονδίες επισιτισμού και ζαχαροπλαστών που δεν δέχτηκαν το 2012 μείωση 15% στους μισθούς, την οποία είχαν προτείνει οι εργοδότες. Και οι μικρότερες ομοσπονδίες, όμως, είναι σίγουρο ότι θα επαναλάβουν τις προσπάθειες υπογραφής συμβάσεων που είχαν παγώσει με το δεύτερο μνημόνιο, το οποίο προέβλεπε ότι η προσφυγή στη διαιτησία γίνεται αποκλειστικά με κοινή συμφωνία των μερών, δηλαδή του εργοδότη και του σωματείου. Η διαδικασία ουσιαστικά ακυρώθηκε αφού, όπως είναι εύλογο, εδώ και δυόμισι χρόνια που ισχύει ο νόμος δεν έχει καταγραφεί ούτε μία κοινή προσφυγή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην ανανεωθούν μετά τη λήξη τους 54 από τις 90 συλλογικές συμβάσεις βασικών κλάδων της οικονομίας. H κατάργηση της δυνατότητας μονομερούς προσφυγής οδήγησε σε ένα μπαράζ επιχειρησιακών και ατομικών συμβάσεων, οι οποίες κατά κανόνα έφεραν μισθούς πολύ κάτω από εκείνους που προέβλεπαν οι προηγούμενες κλαδικές συμβάσεις.
Με το προηγούμενο καθεστώς, στη διαιτησία (Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας – ΟΜΕΔ) μπορούσε να προσφύγει είτε η πλευρά των εργαζομένων (συνδικαλιστικές οργανώσεις) είτε εκείνη των εργοδοτών, σε περίπτωση που αποτύγχαναν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας, οι οποίες αφορούσαν αποδοχές, επιδόματα, άδειες, αργίες κ.λπ. Το διοικητικό συμβούλιο του ΟΜΕΔ, το οποίο αυτές τις μέρες μελετά την καθαρογραμμένη απόφαση, θα συνεδριάσει για να αποφασίσει τις επόμενες κινήσεις του. Σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζει δύο ενδεχόμενα: είτε να καλέσει τα συνδικάτα να επαναδιατυπώσουν τα αιτήματά τους για μεσολάβηση είτε να «ξεπαγώσει» με δική του πρωτοβουλία τις αιτήσεις που εκκρεμούν.
Ο ΣΕΒ, η ΕΣΕΕ, η ΓΣΕΒΕΕ, ο Σύνδεσμος Α.Ε. Εταιρειών και ΕΠΕ και οι άλλες μικρότερες εργοδοτικές οργανώσεις ανιχνεύουν το νέο τοπίο που προβάλλει αιφνιδιαστικά και προκαλεί την πρώτη ανατροπή μετά τη μνημονιακή εκθεμελίωση των εργατικών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που επανέρχεται ο θεσμός της διαιτησίας με τους ευνοϊκούς όρους του παρελθόντος, δεκάδες σωματεία θα προσφύγουν μονομερώς στον ΟΜΕΔ, ο οποίος θα υποχρεώσει τους εργοδότες να υπογράψουν συλλογικές συμβάσεις για να μην έχουν ποινικές κυρώσεις. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ομοσπονδίες που έχουν υπογράψει συλλογικές συμβάσεις με μειώσεις μισθών για να διασωθούν από τη λαίλαπα των ατομικών συμβάσεων έχουν δικαίωμα μετά την πάροδο ενός έτους να καταγγείλουν τη σύμβαση, αξιώνοντας την υπογραφή νέας με αυξήσεις. Ποιες επιπτώσεις, όμως, θα έχει αυτή η ανατροπή στην αγορά εργασίας;
■ Ξαναμπαίνουν στο παιχνίδι τα σωματεία και οι συλλογικές συμβάσεις που έχουν εξαφανιστεί από την ελληνική επικράτεια.
■ Ακυρώνονται ή έστω περιορίζονται δραστικά οι ατομικές συμβάσεις που έχουν κατακλύσει την αγορά εργασίας, μειώνοντας τις αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα κατά 25%-30%.
■ Ανατρέπονται οι προϋπολογισμοί εργατικού κόστους των επιχειρήσεων που θα κληθούν να καταβάλουν αυξήσεις.
■ Επανέρχονται θεσμικές απολαβές που προβλέπονται στις συλλογικές συμβάσεις, όπως επιδόματα, άδειες και ωράριο εργασίας.
Οι αποδοχές βεβαίως δεν είναι δυνατόν να επανέλθουν στα προ της κρίσης επίπεδα. Ωστόσο, μπορούν να αυξηθούν μέσω της υπογραφής συλλογικών συμβάσεων σε σχέση με την ελεύθερη πτώση που έχουν υποστεί μέσω των ατομικών συμβάσεων. Στην πράξη το κέρδος των σωματείων δεν θα είναι σπουδαίο, καθώς έχει καταργηθεί η δυνατότητα επεκτασιμότητας των συμβάσεων. Δηλαδή ακόμα και αν πιεστούν οι εργοδότες από τον ΟΜΕΔ να υπογράψουν συλλογικές συμβάσεις, η εφαρμογή θα είναι υποχρεωτική μόνο για τα μέλη των εργοδοτικών ενώσεων. «Οι καταγγελθείσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που γνώρισαν την προκρούστεια αντιμετώπιση της μετενέργειας και των ατομικών συμβάσεων εργασίας θα ξανάρθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αυτή τη φορά μέχρι την τελική φάση της διαιτησίας», τονίζει ο εργατολόγος κ. Δημήτρης Περπατάρης. Κρίσιμο, πάντως, θα είναι πάντοτε το ζήτημα της επέκτασης ισχύος τους, αφού είναι πλέον συνήθης η πρακτική επιχειρήσεων να μπαινοβγαίνουν στις εργοδοτικές οργανώσεις με προφανή στόχο να αποφύγουν τη δέσμευσή τους από τις ρυθμίσεις των συλλογικών συμβάσεων, ενώ έχει ανασταλεί και η διαδικασία κήρυξης των συλλογικών συμβάσεων ως γενικά υποχρεωτικών.
Το υπουργείο Εργασίας θα αναλάβει, πάντως, πρωτοβουλία για την επαναφορά της επεκτασιμότητας το φθινόπωρο του 2014 ή τον Ιανουάριο του 2015. «Η επεκτασιμότητα είναι ίσως το πιο κρίσιμο ζήτημα», επισημαίνει ο υφυπουργός Εργασίας Βασίλης Κεγκέρογλου και συνεχίζει: «Η επαναφορά της επεκτασιμότητας θα μπορούσε σε πρώτη φάση να αποτελέσει κοινή απόφαση των κοινωνικών εταίρων με δεδομένο ότι πολιτική μας θέση είναι η προώθηση του κοινωνικού διαλόγου».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.