Του Παναγιώτη Μαρκίδη
Την υψηλότερη τροχιά της διαγράφει το τελευταίο διάστημα η συνδρομητική τηλεόραση στην Ελλάδα, παρά την οικονομική κρίση που συνεχίζει να πλήττει το σύνολο της αγοράς. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, η συνδρομητική βάση Nova και ΟΤΕ TV έχει ξεπεράσει συνολικά τις 780.000 συνδέσεις, ωθούμενη από την προσφορά 3play πακέτων στην περίπτωση της Forthnet ή συνδυαστικών υπηρεσιών τηλεφωνίας, Internet και τηλεόρασης στην περίπτωση του ΟΤΕ.
Τα ιστορικά υψηλά για τη συνδρομητική τηλεόραση επιτυγχάνονται εν αναμονή σημαντικών εξελίξεων στο ευρύτερο τηλεπικοινωνιακό τοπίο, μετά τη μη δεσμευτική προσφορά για την εξαγορά της δραστηριότητας της Nova ύψους 250-300 εκατ. ευρώ, που κατέθεσε ο ΟΤΕ προς τη Forthnet στις αρχές Ιουλίου και την κοινή μη δεσμευτική πρόταση που ακολούθησε 15 ημέρες μετά για την πιθανή απόκτηση του συνόλου των μετοχών του ομίλου Forthnet – Nova, από Vodafone και Wind.
Η πρότασή τους προς το διοικητικό συμβούλιο της Forthnet δεν συνιστά δημόσια πρόταση προς τους μετόχους της τελευταίας, καθώς περιλαμβάνει όρο για τη διενέργεια νομικού και οικονομικού ελέγχου, σε συνέχεια του οποίου θα αποφασίσουν οι δύο εταιρείες αν θα προχωρήσουν. Πάντως, ήδη έχουν δείξει τις προθέσεις τους, καθώς η μη δεσμευτική πρόταση που κατέθεσαν αναφέρει ένα ενδεικτικό τίμημα που κυμαίνεται μεταξύ 1,70 ευρώ και 1,90 ευρώ ανά μετοχή. Με δεδομένο ότι Wind και Vodafone ελέγχουν το 39,5% της Forthnet, το ποσό που προτίθενται να καταβάλουν οι δύο εταιρείες για το υπόλοιπο 60,5% διαμορφώνεται μεταξύ 114 και 127 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική αποτίμηση της εταιρείας (συμπεριλαμβανομένων των δανειακών υποχρεώσεων περίπου 330 εκατ. ευρώ) φτάνει στα επίπεδα των 520-540 εκατ. ευρώ.
Τον λόγο έχει πλέον το Δ.Σ. της Forthnet, το οποίο ουσιαστικά ελέγχει η Emirates International Telecommunications (ΕΙΤ) από το Ντουμπάι, η οποία είναι ο βασικός μέτοχος με 44%. Για την ακρίβεια, ο βασικός μέτοχος είναι η Forgendo, μία εταιρεία στην οποία 50% κατέχει η ΕΙΤ και 50% η Go, ο κύριος τηλεπικοινωνιακός πάροχος της Μάλτας, όπου, βέβαια, η εταιρεία από το Ντουμπάι ελέγχει το 60%. Τα ποσοστά της Forgendo, πάντως, πρόκειται να αλλάξουν, δεδομένου ότι το διοικητικό συμβούλιο της Go αποφάσισε να μετατρέψει σε μετοχές το δάνειο ύψους 6 εκατ. ευρώ που έδωσε στη Forgendo προκειμένου να συμμετάσχει στις αρχές του έτους στην αύξηση -κατά περίπου 29 εκατ. ευρώ- του μετοχικού κεφαλαίου της Forthnet.
Ιστορικό υψηλό
Την ίδια περίοδο, ο πελατειακός όγκος των δύο υπηρεσιών συνδρομητικής τηλεόρασης συνεχίζει να κινείται ανοδικά, με υψηλά ποσοστά ανάπτυξης σε ετήσια βάση. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2014, η Nova παρουσίασε αύξηση 29,4% συγκριτικά με πέρυσι, φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό των 482.600 συνδρομητών, παρά την εποχικότητα που επηρεάζει αρνητικά τη συνδρομητική τηλεόραση στο τέλος του Ιουνίου, καθώς η εξάπλωση των υπηρεσιών 3play αναμένεται να συνεχίσει να είναι ο κύριος άξονας ανάπτυξης της αγοράς συνδρομητικής τηλεόρασης.
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου Forthnet Πάνο Παπαδόπουλο, «η επιλογή μας να διαφοροποιηθούμε σε σχέση με τον ανταγωνισμό, δημιουργώντας μια νέα αγορά ψυχαγωγίας και επικοινωνίας αρχίζει να αποτυπώνεται στα οικονομικά μας μεγέθη. Τα έσοδα λιανικής συνεχίζουν να σημειώνουν αύξηση, ενώ στο β’ τρίμηνο παρουσίασαν βελτίωση και ο κύκλος εργασιών και τα EBITDA. Η μεγάλη απήχηση της υπηρεσίας Nova 3Play συνεχίστηκε αμείωτη, ενισχύοντας τη διείσδυση της συνδρομητικής τηλεόρασης και της ευρυζωνικότητας στη χώρα. Ως απόρροια, η συνδρομητική βάση της εταιρείας κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό, βελτιώνοντας τα μερίδια αγοράς της».
Ζεστός Ιούλιος
Με βάση τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2014, οι συνδρομητές του OTE TV ανήλθαν σε περισσότερους από 295.000 και ήδη τον Ιούλιο υπολογίζεται ότι ξεπέρασαν τους 300.000, με την τηλεοπτική πλατφόρμα του ΟΤΕ να προσελκύει περισσότερους από 100.000 νέους συνδρομητές μέσα σε λιγότερο από 12 μήνες. Σημειώνεται ότι στο τέλος του 2013 η συνδρομητική βάση του OTE TV ήταν στις 256.000, έχοντας σημειώσει αύξηση 136.000 συνδέσεων στη διάρκεια του έτους. Συνολικά η αύξηση αυτή προέρχεται από τη δυναμική άνοδο της δορυφορικής υπηρεσίας, ενώ η βάση των iPTV συνδρομητών παραμένει σταθερή, περίπου στις 50.000 συνδέσεις.
Σύμφωνα δε με τα όσα είπε ο κ. Μπάμπης Μαζαράκης, γενικός διευθυντής Χρηματοοικονομικών Θεμάτων του ομίλου ΟΤΕ, σε conference call με αναλυτές, στο πλαίσιο της πρόσφατης ανακοίνωσης των οικονομικών αποτελεσμάτων του ΟΤΕ, το β’ τρίμηνο του 2014 τα έσοδα του ΟΤΕ TV σχεδόν διπλασιάστηκαν (σε ετήσια βάση) και αυτό οφείλεται τόσο στην ενίσχυση της συνδρομητικής βάσης όσο και στο υψηλότερο ARPU της υπηρεσίας (έσοδο ανά πελάτη) λόγω του εμπλουτισμού του περιεχομένου.
«Η συνδρομητική τηλεόραση στην Ελλάδα έχει σημειώσει εντυπωσιακή άνοδο τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς όλο και περισσότεροι τηλεθεατές αναζητούν ποιοτικό και ποικίλο τηλεοπτικό περιεχόμενο, προγράμματα σε κορυφαία ποιότητα εικόνας και ήχου, προηγμένες τηλεοπτικές υπηρεσίες σε ανταγωνιστικές τιμές. Επενδύοντας στην ποιοτική οικιακή ψυχαγωγία, ο ΟΤΕ TV έκανε για πρώτη φορά τη συνδρομητική τηλεόραση προσιτή στα ελληνικά νοικοκυριά», σχολίασε στο «business stories» ο κ. Δημήτρης Μιχαλάκης, διευθυντής του ΟΤΕ TV.
Περιθώρια ανάπτυξης
Αξίζει να επισημανθεί, πάντως, πως παρά τα υψηλά ποσοστά συνεχιζόμενης αύξησης των συνδέσεων, στην Ελλάδα η συνδρομητική τηλεόραση εκτιμάται πως έχει ακόμα περιθώρια ανάπτυξης. Η διείσδυση της συνδρομητικής τηλεόρασης στην ελληνική αγορά ανέβηκε από το 11% το 2011 (χρονιά που ξεκίνησαν οι μεταδόσεις και του ΟΤΕ TV) στο 18% το 2013 και πλέον, το 2014, προβλέπεται να ξεπεράσει το 20%.
«Η δυναμική αυτή πορεία αναμένεται να συνεχιστεί τονώνοντας τη συνδρομητική τηλεόραση, που στη χώρα μας έχει ακόμη σημαντικά περιθώρια ανόδου», όπως σχολίασε πρόσφατα ο εκτελεστικός γενικός διευθυντής του ομίλου ΟΤΕ Ζαχαρίας Πιπερίδης, καθώς το ποσοστό διείσδυσης της συνδρομητικής τηλεόρασης στη χώρα μας παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου ξεπερνά το 50%, ενώ σε κάποιες άλλες προσεγγίζει το 70% των νοικοκυριών.
Τι νέο φέρνει η iPTV
«Αυτό που αλλάζει μέσω της iPTV είναι η δημιουργία ενός πολύ πιο διαδραστικού και φιλικού περιβάλλοντος για τον τηλεθεατή, ο οποίος μπορεί να έχει πρόσβαση στο περιεχόμενο τη στιγμή που το θέλει, να επικοινωνεί παράλληλα με άλλους θεατές του ίδιου προγράμματος σχολιάζοντας αυτό που βλέπει, κάτι το οποίο κάνουμε ήδη όλο και περισσότερο με την παράλληλη χρήση του smartphone, του tablet ή του υπολογιστή μέσα από διαφορετικά κανάλια επικοινωνίας, είτε πρόκειται για social media, είτε για υπηρεσίες άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων», εξηγεί ο κ. Σωτήρης Βασιλειάδης, επικεφαλής του τομέα TV & Media για τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην Ericsson. «Σαφώς οι συμβατικές μεταδόσεις, όπως τις γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, παραμένουν κυρίαρχες, όμως η δημιουργία ενός νέου πιο χρηστικού-διαδραστικού περιβάλλοντος είναι που ωθεί τα τηλεοπτικά δίκτυα και προς την κατεύθυνση της iPTV. Δεν μπορούμε να προβλέψουμε τι ακριβώς θα συμβεί στο μέλλον. Ισως δούμε υβριδικά μοντέλα και συνδυαστικά περιβάλλοντα κατανάλωσης του τηλεοπτικού περιεχομένου. Το σίγουρο όμως είναι ότι η διανομή του θα συνδυάζεται με την πρόσβαση και σε άλλες πληροφορίες», συμπληρώνει.
Η ιδιομορφία της ελληνικής αγοράς
«Η ελληνική αγορά διαφέρει από τις περισσότερες ευρωπαϊκές λόγω της γεωγραφικής ιδιομορφίας της χώρας με την ύπαρξη τόσων πολλών νησιών, όπου η δορυφορική μετάδοση έχει φυσιολογικά το προβάδισμα. Κάθε αγορά έχει τις ιδιαιτερότητές της με τις οποίες ο καθένας καλείται να συμβιβαστεί. Ολοι θέλουν να εκμεταλλευτούν την υπάρχουσα υποδομή σε δίκτυα και να παρέχουν την καλύτερη δυνατή υπηρεσία στους πελάτες τους. Ομως ο ερχομός ακόμα πιο νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και στη διανομή τηλεοπτικού περιεχομένου, όπως το Ultra HD ή 4K, όπως λέγεται η μετάδοση σε ανάλυση τέσσερις φορές υψηλότερη από το high definition, αυξάνει δραματικά την αναγκαία χωρητικότητα του δικτύου», λέει ο κ. Ρότζερ Μπόλτον της Ericsson και διευκρινίζει: «Κι αν οι δορυφόροι μπορούν να αντεπεξέλθουν σε αυτούς του όγκους μετάδοσης δεδομένων, για τα επίγεια δίκτυα θα είναι μια πραγματική δοκιμασία. Ηδη υπηρεσίες όπως το Netflix παρέχουν μέρος από το περιεχόμενό τους και σε 4Κ και μέσα στα επόμενα χρόνια θα δούμε σημαντική εξάπλωση των μεταδόσεων σε υπερ-υψηλή ανάλυση, όταν κάθε τηλεόραση που θα πουλιέται θα είναι συμβατή με αυτό το πρότυπο».
Οπως εξάλλου υπογραμμίζει ο κ. Βασιλειάδης, την αγορά της τηλεόρασης την οδηγεί το αίσθημα ενθουσιασμού των καταναλωτών και ο βαθμός αποδοχής κάθε νέας τεχνολογίας. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Και η παροχή Ultra HD περιεχομένου έρχεται αυτή τη στιγμή πολύ ψηλά στην προτίμησή τους. Είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν γι’ αυτό και με αυτόν τον τρόπο είναι εκείνοι που οδηγούν τις εξελίξεις. Γι’ αυτό τα δίκτυα χρειάζεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη χωρητικότητα και να γίνουν πιο έξυπνα, δίνοντας το περιθώριο στους παρόχους να ενσωματώσουν υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας – εκμεταλλευόμενοι παράλληλα την ασφαλέστερη και πιο αποτελεσματική διαχείριση και διανομή του περιεχομένου μέσω του Cloud, αλλά και την ανάλυση της συμπεριφοράς των πελατών τους, προτείνοντάς τους κάθε στιγμή το κατάλληλο περιεχόμενο, κομμένο και ραμμένο στις προτιμήσεις τους».
Εξυπνες φορητές συσκευές και social media σε αλληλεπί δραση με το τηλεοπτικό περιβάλλον
Μ ια ταχύτατα μεταβαλλόμενη τηλεοπτική αγορά, η οποία οδηγείται από το περιεχόμενο και το πώς αυτό καταναλώνεται πλέον όλο και περισσότερο μέσω προσωπικών φορητών συσκευών -τύπου smartphone και tablet- περιγράφει μιλώντας στο «business stories» ο κ. Ρότζερ Μπόλτον της Ericsson, επικεφαλής ειδικών έργων και λύσεων στον χώρο των media.
«H αγορά οδηγείται από τις συσκευές των καταναλωτών. Είδαμε την έκρηξη των smartphones, βλέπουμε την ασταμάτητη άνοδο των tablets και πλέον παρατηρούμε τη διείσδυση των φορητών συσκευών με οθόνη υψηλής ανάλυσης. Κάτι που σημαίνει ότι ο καταναλωτής δεν αρκείται στο να βλέπει κάποια βιντεοκλίπ σε χαμηλή ανάλυση, αλλά θέλει το τηλεοπτικό περιεχόμενο απευθείας στις φορητές συσκευές του», τονίζει.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που οδηγεί τους παρόχους στην προσφορά υπηρεσιών βίντεο μέσα από διαφορετικές πλατφόρμες. Ετσι, έχουμε τις over the top υπηρεσίες, το μοντέλο της catch up TV και βέβαια τις παραδοσιακές μεταδόσεις συνεχόμενης ροής. «Παρατηρούμε τη σύγκλιση διαφορετικών υπηρεσιών και την παροχή περιεχομένου με διαφορετικά φορμά, καθώς οι πάροχοι επιδιώκουν να προσεγγίσουν ένα ευρύτερο κοινό, προστατεύοντας την αξία του περιεχομένου τους», τονίζει ο κ. Μπόλτον.
«Κάποιοι από αυτούς μπορεί να αισθάνονται νευρικά διοχετεύοντας το περιεχόμενό τους και μέσω Ιντερνετ, ενώ όλοι προσδοκούν μέσα από αυτή τη διαδικασία περισσότερα έσοδα. Τη δεδομένη στιγμή όλοι πιέζονται να αποκομίσουν περισσότερα έσοδα από την παροχή των υπηρεσιών περιεχομένου. Αυτό που προσπαθούν να κάνουν για την ώρα όμως είναι να τις παρέχουν μέσα από διαφορετικά κανάλια διανομής, θέλοντας να διατηρήσουν την πελατειακή τους βάση και ελπίζοντας ότι στη συνέχεια θα μπορέσουν να δώσουν σε όλο αυτό προστιθέμενη αξία. Ενας από τους τρόπους που θα μπορέσουν να το κάνουν είναι με την προώθηση διαφορετικών διαφημίσεων σε κάθε θεατή, διαφημίσεις που θα ανταποκρίνονται στα καταναλωτικά του “θέλω”. Είναι κάτι που μπορεί να γίνει στις μεταδόσεις μέσω δικτύου, από τη στιγμή που γνωρίσουμε την ταυτότητα του κάθε θεατή», εξηγεί.
Οσον αφορά στον τρόπο μετάδοσης και τις over the top υπηρεσίες, όπως το Netflix, υποστηρίζει πως στο άμεσο μέλλον είναι πιθανή η εντονότερη αξιοποίηση των ασύρματων LTE (4G) δικτύων παρά των σταθερών συνδέσεων. «Οσο η χωρητικότητα ενός δικτύου αυξάνεται τόσο μεγαλώνει και το εύρος των υπηρεσιών που μπορούν να φτάσουν παράλληλα στον καταναλωτή. Αν μιλάμε, δε, για περιεχόμενο σε υψηλή ευκρίνεια, τότε οι απαιτήσεις σε ταχύτητες αυξάνονται. Παράλληλα, βλέπουμε ήδη την παράλληλη κατανάλωση τηλεοπτικού περιεχομένου και τη χρήση υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, όπου ο θεατής σχολιάζει άμεσα στο Facebook ή στο Twitter αυτό που βλέπει στην τηλεόραση ή ακόμα αναζητά στη φορητή συσκευή -το smartphone, το tablet ή τον υπολογιστή- συμπληρωματικό περιεχόμενο. Ετσι, ενώ παρατηρούσαμε μια συνεχή πτώση της συνολικής τηλεθέασης, τα τελευταία δύο χρόνια αυξάνεται και πάλι, με τη ζωντανή μετάδοση αθλητικών γεγονότων, τις ειδήσεις και τα προγράμματα τύπου ριάλιτι να έχουν το προβάδισμα στην προτίμηση των τηλεθεατών. Και αυτό διότι προβάλλονται live, δημιουργούν στιγμιαίο αντίκτυπο στα social media και έτσι προσελκύουν άμεσα το ενδιαφέρον των καταναλωτών», παρατηρεί ο κ. Μπόλτον.
Οπως προβλέπει, είναι πιθανόν στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον να μη μας απασχολεί μέσω ποιου δικτύου θα έχουμε πρόσβαση στο περιεχόμενο που θέλουμε να παρακολουθήσουμε. Η σύγκλιση των τεχνολογιών, είτε πρόκειται για δορυφορικές, για επίγειες ψηφιακές, για καλωδιακές ή μεταδόσεις μέσω δικτύου (iPTV), θα δίνει στον καταναλωτή μια ομοιόμορφη τηλεοπτική εμπειρία. «Ολα αυτά τα διαφορετικά κανάλια διανομής θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν. Για την ώρα η iPTV απαιτεί σχετικά υψηλές ταχύτητες σύνδεσης, ειδικά στην περίπτωση παράλληλης θέασης διαφορετικών προγραμμάτων, μπορεί όμως να διαμορφωθεί πολύ πιο κοντά στις προτιμήσεις του κάθε θεατή σε σχέση με τις δορυφορικές μεταδόσεις. Είναι ένα συνδυαστικό περιβάλλον, στο οποίο βλέπουμε τηλεπικοινωνιακούς παρόχους να επενδύουν σε δορυφορικές τηλεοπτικές υπηρεσίες, ή να εξαγοράζουν δορυφορικές πλατφόρμες, κυρίως γιατί στις υπεραστικές-αγροτικές περιοχές είναι δύσκολο με την υπάρχουσα χωρητικότητα των επίγειων δικτύων -παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας συμπιεσμένης μετάδοσης δεδομένων- να παρέχουν υπηρεσίες iPTV».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.