Ο συνολικός φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα φτάνει το 44,6% και είναι αρκετά υψηλός σε σχέση με τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, αλλά η χώρα μας βρίσκεται στην τελευταία θέση σε ότι αφορά την αποδοτικότητα των φόρων και το επίπεδο των υπηρεσιών που παρέχει το Δημόσιο στους πολίτες.
Αυτό είναι το συμπέρασμα έρευνας του Κέντρου Έρευνας και Προγραμματισμού (ΚΕΠΕ) που πραγματοποίησε ο ερευνητής Αθανάσιος Χύμης, η οποία περιλαμβάνεται στο τελευταίο μηνιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων του κέντρου.
Ο συνολικός φορολογικός συντελεστής (GCI) εκφράζεται ως ποσοστό των συνολικών κερδών των επιχειρήσεων και μετράει πέντε διαφορετικούς φόρους και εισφορές (φόρος επί των κερδών, εργατικές και εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικές εισφορές, φόρος ιδιοκτησίας, φόρος επί του τζίρου). Η διαφοροποίηση μεταξύ των χωρών είναι εντυπωσιακή, από 21% στο Λουξεμβούργο, έως 68,3% στην Ιταλία και η χώρα μας με 44,6% είναι στη 12 θέση ανάμεσα στις 32 χώρες του ΟΟΣΑ.
Εάν, όμως υπολογιστεί η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα των φόρων τότε η Ελλάδα έρχεται στην τελευταία θέση, γεγονός που οδηγεί τον ερευνητή στο συμπέρασμα ότι «στην Ελλάδα δεν είναι ηθικώς και οικονομικώς δικαιολογημένη καμία περαιτέρω αύξηση (τουλάχιστον) του εταιρικού φορολογικού συντελεστή, δεδομένου ότι χώρες με χαμηλότερους συντελεστές έχουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα σε όλους τους τομείς του Δημοσίου και επιδεικνύουν πολύ πιο αποτελεσματική διανομή και διάθεση των δημοσίων εσόδων»
Με βάση την αποτελεσματικότητα των φόρων, η Ελλάδα έρχεται τελευταία στην κατάταξη σε ότι αφορά στη χρηστή κρατική διοίκηση, τις υποδομές (οδικό δίκτυο, λιμάνια, αεροδρόμια, ηλεκτρισμός), την αποτελεσματικότητα στην εκπαίδευση-κατάρτιση, αλλά και ως προς την επίδραση των φόρων στα κίνητρα για εργασία και επενδύσεις.
Η κατάταξη φαίνεται στους παρακάτω πίνακες
Σημείωση: Όσο πιο μικρός ο δείκτης, τόσο πιο καλή είναι η αποδοτικότητα των φόρων.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.