Περίπου € 700 εκ. αναμένεται να χρειαστούν οι κυπριακές τράπεζες σε νέα κεφάλαια, σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης Moody’s, που προβλέπει επιδείνωση του ενεργητικού των τραπεζών τα επόμενα χρόνια λόγω μειωμένων εταιρικών κερδών, διάβρωσης της οικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών, αύξησης της ανεργίας και μείωσης των τιμών των ακινήτων.
Στην αναλυτική του έκθεση για τις κυπριακές τράπεζες, που δημοσιεύει το stockwatch.com.cy, ο οίκος αναφέρει ότι παρά την εκτεταμένη ανακεφαλαιοποίηση το 2013, οι τράπεζες θα χρειαστούν πρόσθετα κεφάλαια καθώς η επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού θα συνεχιστεί, επηρεάζοντας την κεφαλαιακή τους βάση.
Σύμφωνα με το κεντρικό σενάριο του οίκου, υπολογίζει οικονομική συρρίκνωση κατά τα επόμενα δύο χρόνια από 4,1% το 2014 σε 2% το 2015. Σημειώνει ότι η συρρίκνωση ενδέχεται να συνεχιστεί και το 2016.
Ο οίκος υπολογίζει ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα αυξηθούν στο 60% τους επόμενους 12 με 18 μήνες και το βασικό σενάριο περιλαμβάνει και ζημιές 35% από την έκθεση των τραπεζών σε κυπριακό χρέος.
Ο οίκος υπολογίζει ότι ο τομέας θα χρειαστεί περίπου €700 εκ. σε νέα κεφάλαια για να αναπληρώσει το δείκτη ιδίων κεφαλαίων(core tier 1) στο 9% αλλά σημειώνει ότι, στην περίπτωση των εμπορικών τραπεζών, θα εξευρεθούν από ιδιωτικούς πόρους.
Σύμφωνα με τον οίκο, το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαιακών αναγκών αντιμετωπίζει ο συνεργατισμός που αναμένεται να αντλήσει πόρους από το «μαξιλάρι» €1 δισ. που υπάρχει στο πρόγραμμα.
Στο βασικό σενάριο, ο οίκος εκτιμά ότι οι τράπεζες θα χάσουν το 14% της αξίας των στεγαστικών δανείων, το 24% των μεγάλων και το 29% των μικρομεσαίων επιχειρηματικών δανείων, το 35% των δανεισθέντων στο κράτος και το 35% των καταναλωτικών δανείων.
Τα κύρια βασικά ίδια κεφάλαια του συστήματος θα υποχωρήσουν από το 12,5% που ήταν μετά την άντληση κεφαλαίων από τη BOCY, σε 7%.
«Πιστεύουμε ότι οι τράπεζες θα καλύψουν τις ελλείψεις κεφαλαίου μέσω της άντλησης ιδιωτικών κεφαλαίων, όπως αποδεικνύεται από την επιτυχή αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ύψους € 1 δισ. της Τράπεζας Κύπρου από διεθνείς θεσμικούς επενδυτές τον Ιούλιο», αναφέρεται.
Στο δυσμενές σενάριο, ο οίκος εκτιμά ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα υπερβαίνουν σημαντικά τα διαθέσιμα κονδύλια στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης, αφού τα κύρια βασικά ίδια κεφάλαια θα είναι αρνητικά (-3,3%).
Σε αυτό το σενάριο, ο οίκος περιλαμβάνει εκτίμηση για απώλεια του 18% της αξίας των στεγαστικών δανείων, 31,5% των μεγάλων και 35% των μικρομεσαίων επιχειρηματικών δανείων, 90% των δανεισθέντων στο κράτος και 52% των καταναλωτικών δανείων.
Βασική αιτία της αρνητικής στάσης που διατηρεί ο οίκος είναι το χαμηλό επίπεδο προβλέψεων που έχουν οι κυπριακές τράπεζες, που υστερεί σημαντικά τόσο από το μέσο όρο της ευρωζώνης και της ΕΕ αλλά και σε σχέση με όλες τις χώρες της «περιφέρειας» πλην την Ελλάδα. Το Μάρτιο του 2014 το επίπεδο προβλέψεων ήταν στο 35% των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ο οίκος διατηρεί τον αρνητικό ορίζοντα για τις τράπεζες σημειώνοντας ότι αντανακλά τις αδυναμίες στη χρηματοδοτική βάση των κυπριακών τραπεζών, λόγω της εύθραυστης εμπιστοσύνης των καταθετών μετά το bail-in και τους ελέγχους στη διακίνηση κεφαλαίων.
Αν και οι καταθέσεις έχουν σταθεροποιηθεί αυτό οφείλεται στην εισροή καταθέσεων από κατοίκους τρίτων χωρών, που θεωρούνται λιγότερο σταθερές. Αναμένει ότι οι πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά τα οδηγούν σε «καύση ρευστού», που διαβρώνει την καταθετική βάση των τραπεζών.
Ο οίκος εκτιμά ότι οι τράπεζες θα συνεχίσουν την καταγραφή ζημιών το 2014 λόγω των προβλέψεων για επισφάλειες, αν και οι ζημιές είναι κάτω από τα επίπεδα που παρατηρούνται τα τελευταία τρία χρόνια. Εκτιμά ότι οι ζημιές θα ανέλθουν κοντά στα €687 εκ. που ήταν οι περσινές ζημιές του συστήματος από συνεχιζόμενες δραστηριότητες. Αν και οι τράπεζες μείωσαν το λειτουργικό κόστος, αναφέρει, τα περιθώρια περαιτέρω μείωσης του κόστους είναι περιορισμένα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.