Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Κωστή Πλάντζου

«Εκτός νόμου» ρύθμιση για τον κατώτατο μισθό, με διαδικασίες που θα καθορίσει η αγορά και όχι μέσω νομοθετήματος, υποστήριξε ανοιχτά σε δηλώσεις του ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ κύριος Γιάννης Παναγόπουλος, ανοίγοντας έτσι «παράθυρο» ακόμα και για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις ανά επιχείρηση, ανάλογα με τα δεδομένα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο επιχειρηματικός κόσμος.

Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφων,  μετά τη συνάντηση που είχε με τον υπουργό Ανάπτυξης κύριο Δένδια, εάν συμφωνεί με τις θέσεις των εμπόρων για ελεύθερη διαπραγμάτευση του κατώτατου μισθού μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι “ δεν είναι θέμα νομικού βολονταρισμού η διαμόρφωση του ύψους του κατώτατου μισθού”.

Αναγνώρισε μεν ότι η ύπαρξη σχετικού νομοθετήματος θα έστελνε ένα πολιτικό «μήνυμα» στην αγορά, αλλά παραδέχτηκε ότι υπό τις συνθήκες που επικρατούν, στην πράξη οι νομοθετικές ρυθμίσεις δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Ανεφερε μάλιστα πως και τώρα που ο κατώτατος μισθός έχει πέσει στα 510 και στα 580 ευρώ, φτάνουν στη ΓΣΕΕ καταγγελίες ότι ούτε αυτά τα ποσά καταβάλλονται!

Σχολιάζοντας συγκεκριμένα τη θέση του Αλέξη Τσίπρα ότι πρέπει να επανέλθει με νόμο ο μισθός στα 751 ευρώ,τόνισε «Η διαμόρφωση του ύψους του κατώτατου μισθού δεν είναι θέμα νομικού βολονταρισμου. Η  οποιαδήποτε αύξηση μέσω νομοθετικής ρύθμισης θα έστελνε μεν ένα θετικό πολιτικό μήνυμα, αλλά στην πράξη είναι αδύνατον να διαμορφώνονται δια νόμου οι μισθοί».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Βασίλης Κορκίδης  επισημαίνοντας πως «τόσο η κυβέρνηση που μείωσε με νόμο τον κατώτατο μισθό στα 586 ευρώ όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση που θέλει να τον αυξήσει με νομοθετική ρύθμιση στα 751 ευρώ, έχουν λάθος προσέγγιση καθώς το κατώφλι θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ελεύθερων διαπραγματεύσεων».

Η συνάντηση μεταξύ του προέδρου της ΓΣΕΕ και της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Ανάπτυξης κ. Νίκου Δένδια πραγματοποιήθηκε με αφορμή την μεταφορά κονδυλίων ύψους 680 εκατ. ευρώ στο πρόγραμμα ΕΠΑΝΕΚ για την εκπαίδευση των εργαζομένων.