Η αύξηση του κινδύνου φτώχειας για ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά, οι συνθήκες διαβίωσης που συνεχώς δυσχεραίνουν και η συνεχόμενη οικονομική ανισότητα παρουσιάζονται σε τρεις ξεχωριστές έρευνες που δημοσιοποίησε σήμερα η ΕΛΣΤΑΤ.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το 23,1% του συνολικού πληθυσμού της χώρας κινούνταν στα όρια της φτώχειας. Όπως δηλώνει η στατιστική αρχή, το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 5.023 ευρώ ετησίως ανά άτομο και σε 10.547 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών.
Ακόμα, 3,9 εκατ. Έλληνες ζουν υπό τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η επίδοση αυτή είναι η δεύτερη χειρότερη πανευρωπαϊκά μετά την Βουλγαρία (48%)
Ιδιαίτερα ευάλωτα στη φτώχεια παρουσιάζονται τα παιδιά καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία, ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0-17 ετών ανέρχεται σε 28,8% και είναι υψηλότερος κατά 5,7 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.
Σύμφωνα με την έρευνα, το ποσοστό πληθυσμού ηλικίας 18-59 ετών που διαβιεί σε νοικοκυριά που η εργασία είναι περιστασιακή ανέρχεται σε 19,6% επί του συνόλου του πληθυσμού.
Διαβίωση
Την ίδια ώρα, μία δεύτερη έρευνα έρχεται να κρούσει καμπανάκι κινδύνου για τις συνέπειες της κρίσης στην επιβίωση των νοικοκυριών. Κατά την ΕΛΣΤΑΤ, πλέον η στέρηση βασικών αγαθών και υπηρεσιών δεν αφορά μόνο το φτωχό πληθυσμό αλλά και μέρος του μη φτωχού πληθυσμού.
Ως «φτωχό» νοικοκυριό περιγράφεται εκείνο που δεν μπορεί:
– να έχει και για δεύτερη μέρα μέσα στην εβδομάδα ψάρι, κοτόπουλο ή λαχανικά στο τραπέζι του
– να κάνει έστω και μία εβδομάδα το χρόνο διακοπές
– δυσκολεύεται να πληρώσει τα πάγια έξοδα δηλαδή ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμούς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, φυσικού αερίου κλπ., δόσεις πιστωτικών καρτών, ή δόσεις δανείου για οικοσκευή, διακοπές κλπ.
– να φυλάξει στην άκρη 550 ευρώ για ώρα ανάγκης
– να έχει σπίτι του έγχρωμη τηλεόραση
– να ανάψει καλοριφέρ ή να ζεστάνει ικανοποιητικά το χώρο του
– να έχει πλυντήριο ρούχων στο σπίτι
Πιο συγκεκριμένα το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες με αποτέλεσμα να στερείται, τουλάχιστον τέσσερις από τους εννέα συνολικά τομείς αγαθών-υπηρεσιών της υλικής στέρησης ανέρχεται σε 20,3% το 2013 από 19,5% το 2012 και 11,6% το 2010. (Γράφημα 1).
Είναι ενδεικτικό πως σχεδόν 1 στους 2 Έλληνες δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες άνω των 500 ευρώ, ούτε να πάει μία εβδομάδα διακοπές. Επίσης, 3 στους 10 δηλώνουν οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση
Το 43% δηλώνει αδυναμία να καταβάλλει το ενοίκιο ή τη δόση του δανείου της κύριας κατοικίας του και το 33,3% τους πάγιους λογαριασμούς (ρεύμα,νερό κτλ)
Συνολικά, το 37,1% του πληθυσμού δηλώνει ότι καλύπτει τις συνήθεις ανάγκες του νοικοκυριού με μεγάλη δυσκολία, το 39,1% με δυσκολία και το 17% με μικρή δυσκολία. Μόλις το 6,8% δηλώνει ότι καλύπτει τις βασικές ανάγκες εύκολα.
Ανισότητα
Εξάλλου τρίτη κατά σειρά έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι το μερίδιο εισοδήματος του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού είναι 6,6% φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο εισοδήματος του φτωχότερου 20% του πληθυσμού!
Με αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τις μεγαλύτερες οικονομικές ανισότητες αλλά και τον πληθυσμό που απειέιται από την φτώχεια. Πρώτη στη λίστα είναι η Βουλγαρία.
Δείτε αναλυτικά τα στοιχεία δεξιά.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.