Της Στεφανίας Σούκη

Όταν το 2012 η αμερικανική NCH Capital αποφάσισε να επενδύσει στην Ελλάδα, θεώρησε ότι ήταν καλύτερο να ακολουθήσει τις διαδικασίες του Ταμείου Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, με το σκεπτικό ότι οι εγκρίσεις και οι αδειοδοτήσεις για ένα έργο που θα ξεκινούσε από το μηδέν θα ήταν εξασφαλισμένες.

Στην πορεία, από τη θεωρία στην… πράξη, ο επενδυτικός όμιλος με υπό διαχείριση κεφάλαια άνω των 3 δισ. δολαρίων, διαψεύστηκε, δεν το έβαλε όμως κάτω εμμένοντας στην αρχική του θέση και θεωρώντας ότι ο ελληνικός, ποιοτικός τουρισμός μπορεί να δώσει πολλά. Υπό την πίεση του ”γυρίσματος” της νέας χρονιάς (σ.σ. αντίστοιχα είχε γίνει και πέρυσι με τις υπογραφές για τον Αστέρα Βουλιαγμένης), στο τέλος της περασμένης εβδομάδας έπεσαν οι υπογραφές μεταξύ του ΤΑΙΠΕΔ και της ΝCH Capital για την αξιοποίηση της έκτασης του Ερημίτη στην Κέρκυρα και τη δημιουργία ενός μικτού τουριστικού project αξίας 100 εκατ. ευρώ.

Από τη θέση του επικεφαλής της εταιρείας για την ευρύτερη περιοχή της Ελλάδας και των Δυτικών Βαλκανίων, ο κ. Ανδρέας Σάντης επέδειξε την τελευταία διετία μεγάλη επιμονή, έχοντας κινητοποιηθεί και ο ίδιος και πραγματοποιώντας ουκ ολίγες συναντήσεις και παρουσιάσεις ακόμη και στην Κέρκυρα ώστε να ενημερωθεί η τοπική κοινωνία. «Υπάρχουν καθυστερήσεις, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο», επαναλάμβανε ο ίδιος στις δημόσιες τοποθετήσεις του, τονίζοντας ωστόσο ότι η Ελλάδα, πέρα από ένα οικονομικά και επενδυτικά ασφαλές περιβάλλον και ένα σταθερό φορολογικό σύστημα που είναι απαραίτητα, θα πρέπει να ξεφύγει από τα ”θα” και να μπεί στο στάδιο της υλοποίησης. «Ο επενδυτής δε θα πρέπει να στηρίζεται στο ποιον ξέρει και πόσο καλά τον ξέρει, θα πρέπει να μπορεί να έχει ένα σταθερό χρονοδιάγραμμα, το οποίο θα γνωρίζει ότι θα είναι σε θέση να τηρήσει».

Ο κ. Σάντης, με σπουδές στο London School of Economics and Political Science (LSE) στα οικονομικά, είναι επικεφαλής του γραφείου της NCH Capital για την Ελλάδα και τα δυτικά Βαλκάνια από τον Ιούνιο του 2014, έχοντας επιφορτιστεί με το ”κυνήγι” νέων επενδυτικών ευκαιριών στο real estate της ευρύτερης περιοχής. Ο τομέας των ακινήτων είναι μία αγορά που γνωρίζει ήδη από το 2001 έχοντας προωθήσει έργα μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας, πέραν της χώρας μας, και στην Κύπρο, τη Βουλγαρία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ πριν την NCH, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας, έχει περάσει από διάφορα πόστα εντός κι εκτός Κύπρου, ξεκινώντας από τους Coopers & Lybrand, την Quality Group, την PwC, τον Παγκύπριο Σύνδεσμο Επιχειρηματιών Ανάπτυξης Γης και Οικοδομών κ.α..

.jpg

 

Για τη χώρα μας, η επένδυση στην Κασσιόπη της Κέρκυρας είναι το πρώτο βήμα, ωστόσο υπάρχει, κατά τις πληροφορίες, ενδιαφέρον και για άλλα projects στο κομμάτι του τουρισμού σε δημοφιλείς προορισμούς, ενώ ο όμιλος φαίνεται να παρακολουθεί στενά και την ανοδική πορεία του τουρισμού της Αθήνας.

Επισημαίνεται εδώ ότι η επένδυση της NCH στον Ερημίτη ήταν η πρώτη αποκρατικοποίηση που προώθησε το Ταμείο, εν έτει 2012 στο πλαίσιο της αξιοποίησης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, ενώ τώρα μετά τις υπογραφές της προηγούμενης εβδομάδας, το πρώτο στάδιο της επένδυσης αφορά τη δημιουργία της πεντάστερης μονάδας κι εν συνεχεία, σε δεύτερη φάση, το κομμάτι των τουριστικών κατοικιών.

Όσον αφορά την ίδια την NCH Capital, ειδικά στο κομμάτι του real estate που αποτελεί βασικό τομέα δραστηριοποίησής της, μέσω των funds που διαχειρίζεται, έχει πάνω από 450.000 τ.μ. εμπορικών και οικιστικών χώρων και πάνω από 28 εκατ. τ.μ. γής προς ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και συγκεκριμένα στην Ελλάδα, την Αλβανία, τη Βουλγαρία, την Κροατία, τη Λετονία, τη Μολδαβία, το Μαυροβούνιο, τη Ρουμανία, τη Σερβία και την Ουκρανία.

Για τη χώρα μας, εκτός του τουριστικού κλάδου, στο πεδίο του επενδυτικού ενδιαφέροντος του ομίλου εντάσσεται και ο χρηματοοικονομικός κλάδος. Συνολικά η NCH Capital διαχειρίζεται σήμερα πάνω από 3 δισ. δολάρια μέσω ενός δικτύου εννέα περιφερειακών γραφείων (εκτός των κεντρικών γραφείων της Νέας Υόρκης), σε Ανατολική Ευρώπη, Ρωσία και Βραζιλία.