Η Bugatti είναι συνώνυμη με τα υπερ-αυτοκίνητα υψηλών επιδόσεων και εξαιρετικά υψηλού κόστους. Τώρα όμως, η πολυτελής γαλλική μάρκα μπαίνει σε έναν εντελώς διαφορετικό αγώνα – όχι στην πίστα, αλλά στον ορίζοντα των πόλεων.

Στην καρδιά του Ντουμπάι, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Bugatti κατασκευάζει τον πρώτο της οικιστικό πύργο.

Με τα φθηνότερα διαμερίσματα να κοστίζουν 5,2 εκατ. δολάρια (3,9 εκατ. λίρες), η εταιρεία εισέρχεται σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά που απευθύνεται στους υπερ-πλούσιους παγκοσμίως: τις λεγόμενες branded residences.

Πρόκειται για ακίνητα που κατασκευάζονται από ολοένα και περισσότερες εταιρείες πολυτελείας, μεταξύ των οποίων και άλλες αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Porsche και η Aston Martin. Συνήθως προσφέρουν εντυπωσιακά, πλήρως επιπλωμένα διαμερίσματα, όπου το όνομα ή το λογότυπο της εταιρείας προβάλλεται έντονα και επαναλαμβανόμενα.

Άλλες επιχειρήσεις που έχουν εισέλθει στον συγκεκριμένο τομέα είναι η ελβετική ωρολογοποιία Jacob & Co, καθώς και οι ιταλικοί οίκοι μόδας Fendi και Missoni.

Ο πύργος της Bugatti στο Ντουμπάι

Η Bugatti κατασκευάζει τον 43ώροφο πύργο της στο Ντουμπάι σε συνεργασία με την Binghatti Properties, εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων με έδρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Τα ακριβότερα ρετιρέ στο κτήριο Bugatti Residences By Binghatti θα διαθέτουν μεγάλους, ιδιωτικούς ανελκυστήρες για τα αυτοκίνητα των ιδιοκτητών, ώστε να μπορούν να τα σταθμεύουν μέσα στα ίδια τους τα διαμερίσματα.

«Για πολλούς λάτρεις των αυτοκινήτων ή των ρολογιών, δεν πρόκειται απλώς για την κατοχή του οχήματος ή του ρολογιού, αλλά για τη βίωση του brand στην καθημερινή ζωή μέσω του real estate», αναφέρει ο Μοχάμεντ Μπινγκάτι, πρόεδρος της Binghatti Properties.

Στη λίστα των αγοραστών του project της Bugatti περιλαμβάνονται ο Βραζιλιάνος ποδοσφαιρικός σταρ Νεϊμάρ και ο τενόρος Αντρέα Μποτσέλι, προσθέτει ο Μπινγκάτι. Ο Νεϊμάρ φέρεται να έχει πληρώσει 54 εκατ. δολάρια για ένα από τα ρετιρέ.

Εκρηκτική παγκόσμια ζήτηση

Η παγκόσμια ζήτηση για branded κατοικίες έχει «επιταχυνθεί» τα τελευταία δύο χρόνια, σύμφωνα με νέα έκθεση της κτηματομεσιτικής εταιρείας Knight Frank.

Όπως αναφέρει, το 2011 υπήρχαν 169 τέτοια projects παγκοσμίως, ενώ σήμερα ανέρχονται σε 611. Ο αριθμός τους εκτιμάται ότι θα αυξηθεί σε 1.019 έως το 2030.

Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τον μεγαλύτερο αριθμό branded κτηρίων κατοικιών, κυρίως στα αστικά τοπία του Μαϊάμι και της Νέας Υόρκης. Ωστόσο, σύμφωνα με την Knight Frank, η Μέση Ανατολή –που βρίσκεται στη δεύτερη θέση– καταγράφει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη, η οποία «οδηγείται σε μεγάλο βαθμό από τη ραγδαία επέκταση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία».

«Οι branded κατοικίες απευθύνονται κυρίως σε άτομα με ακραία πιστότητα σε συγκεκριμένα brands – ανθρώπους που θέλουν να ζουν και να αναπνέουν ένα brand», σημειώνει ο Φαϊζάλ Ντουράνι, επικεφαλής έρευνας της Knight Frank στη Μέση Ανατολή.

Σε επίπεδο πόλεων, το Ντουμπάι προηγείται πλέον παγκοσμίως στον αριθμό των branded residential projects που βρίσκονται υπό ανάπτυξη, σύμφωνα με ξεχωριστή έκθεση της κτηματομεσιτικής εταιρείας Savills.

Αυτό αποδίδεται στη συνεχιζόμενη εισροή εύπορων κατοίκων που μετεγκαθίστανται στην πόλη και αγοράζουν πολυτελείς κατοικίες.

Ο Ντουράνι προσθέτει ότι οι τιμές των branded διαμερισμάτων στο χαμηλής φορολογίας Ντουμπάι είναι συχνά χαμηλότερες σε σχέση με άλλες πόλεις παγκοσμίως. Περιγράφει το κόστος τέτοιων ακινήτων ως «εξαιρετικά προσιτό σε σύγκριση με πόλεις όπως η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο».

Από τα ξενοδοχεία στα luxury brands

Μέχρι πρόσφατα, οι branded κατοικίες κυριαρχούνταν από ξενοδοχειακές αλυσίδες όπως οι Four Seasons και Ritz-Carlton. Πλέον, όμως, μη ξενοδοχειακά luxury brands καταλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο των νέων έργων.

Ο πύργος Porsche Design στο Μαϊάμι άνοιξε το 2017, οι Aston Martin Residences Miami το 2024, ενώ το project της Jacob & Co στο νησί Al Marjan στα ΗΑΕ αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2027.

Για τις εταιρείες αυτές, το real estate αποτελεί μια νέα πηγή εσόδων με σχετικά χαμηλό ρίσκο, καθώς οι συνεργάτες ανάπτυξης αναλαμβάνουν την κατασκευή, ενώ οι αγοραστές πληρώνουν premium για την αισθητική και την αποκλειστικότητα που συνοδεύει το brand.

Σύμφωνα με τον Μπινγκάτι, τα branded διαμερίσματα κοστίζουν συνήθως 30% έως 40% περισσότερο από αντίστοιχα μη branded πολυτελή ακίνητα.

Πολλά νέα projects περιλαμβάνουν ιδιωτικά members’ clubs, εγκαταστάσεις ευεξίας και αποκλειστικές υπηρεσίες – από λιμουζίνες με σοφέρ και πρόσβαση σε γιοτ, έως συνεργασίες με ιδιωτικά τζετ.

Παράλληλα, αναδύεται και μια νέα κατηγορία branded ακινήτων που βασίζονται σε κοινά ενδιαφέροντα, όπως η γαστρονομία, η ευεξία και ακόμη και η επιστήμη της μακροζωίας.

Στο Λονδίνο, τα υπό ανάπτυξη Six Senses Residences στο Bayswater θα περιλαμβάνουν κέντρο biohacking, προσφέροντας θεραπείες όπως η κρυοθεραπεία – ακραία ψύξη που προωθείται ως μέσο αύξησης της ενέργειας και βελτίωσης του τόνου του δέρματος.

Στο Τέξας, το επερχόμενο Austin Surf Club της Discovery Land Company θα περιστρέφεται γύρω από μια τεράστια τεχνητή λιμνοθάλασσα για σέρφινγκ.

Status, αποκλειστικότητα και όρια

Ειδικοί στην επιχειρηματική και καταναλωτική ψυχολογία εκτιμούν ότι η άνθηση των πολυτελών branded διαμερισμάτων αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ανάγκη κοινωνικής προβολής και αποκλειστικότητας.

Η Τζιάνα Έκχαρντ, καθηγήτρια μάρκετινγκ στο King’s College London, υποστηρίζει ότι τέτοιες κατοικίες έχουν μετατραπεί σε μια νέα μορφή «νομίσματος κοινωνικού κύρους», αντίστοιχη με μια σπάνια τσάντα ή ένα τεράστιο διαμαντένιο δαχτυλίδι.

«Οι υπερ-πλούσιοι καταναλωτές θέλουν όλο και περισσότερο περιουσιακά στοιχεία κύρους που δεν είναι διαθέσιμα σε όλους», σημειώνει.

Προσθέτει ότι τα luxury brands επικοινωνούν τη «θέση ενός ανθρώπου στην κοινωνική ιεραρχία» και ότι οι καταναλωτές «θέλουν τα κοινωνικά οφέλη που συνοδεύουν τη σύνδεσή τους με αυτά τα brands».

Ο Μπινγκάτι συμφωνεί ότι η αποκλειστικότητα βρίσκεται στον πυρήνα της απήχησης. «Οι πελάτες αποκτούν το υψηλότερο επίπεδο αποκλειστικότητας. Κάθε κατοικία είναι μοναδική, και αυτό τους δίνει την αίσθηση ότι κατέχουν κάτι ανεπανάληπτο σε ολόκληρο τον πλανήτη».

Ωστόσο, ο επιχειρησιακός ψυχολόγος Στιούαρτ Νταφ, από τη βρετανική εταιρεία Pearn Kandola, προειδοποιεί ότι για πολλούς η ιδέα των branded κατοικιών μπορεί να θεωρηθεί κακόγουστη, ειδικά όταν το brand προβάλλεται υπερβολικά.

«Η πανταχού παρουσία ενός brand μέσα σε ένα συγκρότημα κατοικιών μπορεί να μειώσει την αίσθηση σπανιότητας και μοναδικότητας και να δημιουργήσει εντύπωση επίδειξης. Στη χειρότερη περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί χυδαία και κιτς».

Διαβάστε ακόμη

Καθοριστικός ο ρόλος των ελληνικών τραπεζών στην αναβάθμιση του Χ.Α.

Διαβατήρια: Προθεσμία έως 31 Ιανουαρίου για την παλιά διαδικασία – Ποια δικαιολογητικά καταργούνται

Πώς η Κίνα άλλαξε τη θάλασσα της ΝΑ Ασίας με επιχωματώσεις (vid)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα