© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η κίνηση στους ορόφους του attica City Link δεν παραπέμπει σε αγορά που έχει αρχίσει να φρενάρει λόγω της γεωπολιτικής αβεβαιότητας ή της ακρίβειας που πιέζει ολοένα και περισσότερο το μέσο ελληνικό νοικοκυριό. Τουλάχιστον προσώρας. Παρά τους φόβους που προκαλεί διεθνώς η κρίση στη Μέση Ανατολή για τον τουρισμό και την κατανάλωση, οι επισκέπτες συνεχίζουν να κινούνται πυκνά ανάμεσα στα beauty corners, στα luxury brands και τους αναδιαμορφωμένους χώρους του ιστορικού πολυκαταστήματος στο κέντρο της Αθήνας.
«Υπάρχει ένα παράδοξο. Μέσα στις περιόδους κρίσης, το attica συνήθως εμφανίζεται πιο ανθεκτικό», παρατηρεί ο διευθύνων σύμβουλος της attica Πολυκαταστήματα Δημοσθένης Μπούμης. «Τον Απρίλιο υπήρξε μία κάμψη κυρίως από τους Ισραηλινούς τουρίστες», παραδέχεται, σημειώνοντας ωστόσο ότι μέχρι στιγμής η συνολική εικόνα της αγοράς παραμένει ανθεκτική όχι μόνο χάρη στον τουρισμό, αλλά και επειδή η κίνηση από το ελληνικό κοινό δεν δείχνει να έχει επηρεαστεί στον βαθμό που πολλοί φοβούνταν.
Η συζήτησή μας γίνεται στον πρώτο όροφο του ιστορικού κτιρίου, στα γραφεία διοίκησης της εταιρείας. Αφορμή, τι άλλο από το σχέδιο εισαγωγής μέρους των μετοχών της attica Πολυκαταστήματα στο Χρηματιστήριο Αθηνών μέσω διάθεσης μετοχών που σήμερα κατέχει η Ideal Holdings, μια διαδικασία που ήδη δρομολογείται.
Η δημόσια εγγραφή αφορά διάθεση υφιστάμενων μετοχών από τον βασικό μέτοχο και έχει ήδη ανοίξει στην αγορά μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο ένα πολυκατάστημα μπορεί σήμερα να αποτελέσει αυτόνομη επενδυτική ιστορία στο ταμπλό, σε μια περίοδο που διεθνώς ο κλάδος αναζητά νέο ρόλο απέναντι στην πίεση του ηλεκτρονικού εμπορίου και την αλλαγή της καταναλωτικής συμπεριφοράς.
Το νέο μοντέλο
«Το μοντέλο μας είναι αρκετά διαφορετικό από αυτό που έχει συνήθως κάποιος στο μυαλό του για ένα πολυκατάστημα», υποστηρίζει ο κ. Μπούμης, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί η διοίκηση θεωρεί ότι η attica μπορεί να αποτελέσει αυτόνομη επενδυτική ιστορία στο Χρηματιστήριο, σε μια περίοδο που διεθνώς ο κλάδος των πολυκαταστημάτων πιέζεται έντονα. Για τον ίδιο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ένα πολυκατάστημα μπορεί να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο το 2026, αλλά αν μπορεί να επαναπροσδιορίσει τον λόγο ύπαρξής του σε μια εποχή όπου ο καταναλωτής αγοράζει πλέον σχεδόν τα πάντα online.
Σύμφωνα με τον κ. Μπούμη, η εταιρεία εμφανίζει περιθώρια λειτουργικής κερδοφορίας (EBITDA) κοντά στο 12%, σημαντικά υψηλότερα από αντίστοιχες επιχειρήσεις του εξωτερικού, κάτι που αποδίδει κυρίως στο λειτουργικό μοντέλο της attica, το οποίο βασίζεται σε συμφωνίες παρακαταθήκης με τους προμηθευτές, περιορισμένο ρίσκο αποθεμάτων και χαμηλές ανάγκες κεφαλαίου κίνησης. Την ίδια στιγμή, εκτιμά ότι μέσα από το στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης που ήδη τρέχει η εταιρεία μπορεί σταδιακά να προσθέσει επιπλέον πωλήσεις της τάξης των 100 έως 150 εκατ. ευρώ τα επόμενα χρόνια, προσεγγίζοντας πλέον συνολικό κύκλο εργασιών κοντά στα 400 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, όπως λέει, η εταιρεία επιχειρεί σταδιακά να μετασχηματιστεί σε κάτι πολύ ευρύτερο από ένα παραδοσιακό πολυκατάστημα, επενδύοντας σε νέα concepts ομορφιάς, μονοθεματικά καταστήματα, υπηρεσίες και περισσότερα βιωματικά στοιχεία. «Δεν είμαστε πια μόνο ένα πολυκατάστημα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
«Το φορμάτ των πολυκαταστημάτων είναι περίπου 180 ετών», λέει ο κ. Μπούμης, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι ο κλάδος βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμο σημείο καμπής. Οπως σημειώνει, τα μεγάλα πολυκαταστήματα πιέστηκαν αρχικά από τους discounters και στη συνέχεια από το ηλεκτρονικό εμπόριο, το οποίο άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ψωνίζει πλέον ο καταναλωτής.
«Αν το πολυκατάστημα είναι απλώς ένα μέρος όπου θα έρθεις να αγοράσεις προϊόντα, τότε έχει χάσει το παιχνίδι», λέει χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η πίεση του ηλεκτρονικού εμπορίου έχει ήδη οδηγήσει αρκετούς ιστορικούς παίκτες του εξωτερικού σε βαθιές αναδιαρθρώσεις.

Το παράδειγμα του «Selfridges»
Στέκεται ιδιαίτερα στο παράδειγμα του «Selfridges» στο Λονδίνο, το οποίο, όπως λέει, λειτούργησε σχεδόν ως case study για τη νέα γενιά πολυκαταστημάτων. «Λέει ουσιαστικά ότι “γίνομαι ένας χώρος, ένας προορισμός για εμπειρίες. Θα έρθεις εδώ να περάσεις ωραία. Και παρεμπιπτόντως θα αγοράσεις και τα προϊόντα που θες”», σημειώνει.
Αυτή ακριβώς η λογική βρίσκεται πίσω και από τις μεγάλες επενδύσεις που έχει πραγματοποιήσει η attica τα τελευταία χρόνια. «Ολες οι επενδύσεις τα τελευταία τέσσερα-πέντε χρόνια είναι για το πώς θα βελτιώσουμε την αγοραστική εμπειρία. Την εμπειρία και να προκύψει και η αγορά μετά», λέει χαρακτηριστικά.
Από το 2018 και πολύ πιο έντονα μετά την πανδημία, η εταιρεία προχώρησε σε εκτεταμένο πρόγραμμα αναβάθμισης των καταστημάτων της. Το attica City Link επεκτάθηκε κατά 8.000 τ.μ., ενώ αναβαθμίστηκαν τόσο το Golden Hall όσο και τα δύο καταστήματα της Θεσσαλονίκης.
Παράλληλα, η εταιρεία επένδυσε σημαντικά στην αισθητική των χώρων, στο εμπορικό μείγμα και στην προσθήκη νέων σημάτων. «Φέραμε περισσότερες από 180 μάρκες τα τελευταία τρία χρόνια. Πιο αναβαθμισμένες, πιο ιδιαίτερες και που προκαλούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους πελάτες μας», σημειώνει.
Το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής αρχίζει πλέον να φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο η attica επιχειρεί να μετατρέψει το κατάστημα από χώρο αγορών σε χώρο παραμονής και εμπειρίας.
Στο City Link έχουν ήδη προστεθεί νέα σημεία εστίασης και υπηρεσιών.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται τόσο το νέο brew bar που δρομολογείται στο ισόγειο όσο και οι συνεργασίες με concepts όπως η Carpo, αλλά και υπηρεσίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δύσκολα θα συνέδεε κανείς με ένα παραδοσιακό πολυκατάστημα.
Από υπηρεσίες ομορφιάς και προσωποποιημένη εξυπηρέτηση μέχρι private shopping και ειδικές εμπειρίες για πελάτες υψηλής αγοραστικής δύναμης, η attica επιχειρεί να ενισχύσει το στοιχείο του «προορισμού εμπειρίας». Οπως εξηγεί ο κ. Μπούμης, η εταιρεία συνεργάζεται ήδη με μεγάλα ξενοδοχεία της Αθήνας, προσφέροντας εξατομικευμένες υπηρεσίες αγορών σε επισκέπτες υψηλότερου εισοδηματικού προφίλ.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική αποκτά και το beauty, το οποίο η διοίκηση αντιμετωπίζει πλέον ως ξεχωριστό πυλώνα ανάπτυξης. «Το beauty είναι μια κατηγορία που μας διαφοροποιεί, μας φέρνει αρκετό κόσμο και είναι και αρκετά προσοδοφόρο για εμάς», λέει ο κ. Μπούμης.

Αυτόνομο attica Beauty
Η εταιρεία ετοιμάζεται να ανοίξει το πρώτο αυτόνομο attica Beauty στο «The Mall Athens», με στόχο να ακολουθήσουν ακόμη πέντε με έξι σημεία μέσα στην επόμενη τριετία. Το concept θα συνδυάζει καλλυντικά και υπηρεσίες ομορφιάς, από make-up και φρύδια μέχρι κομμωτήριο και προσωποποιημένες υπηρεσίες.
Ο ίδιος διευκρινίζει πάντως ότι η ανάπτυξη θα γίνει επιλεκτικά και όχι με λογική μαζικής επέκτασης. «Δεν θέλουμε να κάνουμε 40 καταστήματα», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι στόχος είναι η δημιουργία λίγων αλλά ισχυρών σημείων που θα μπορούν να υποστηρίξουν μια πραγματικά αναβαθμισμένη εμπειρία. «Θέλουμε να φτιάξουμε μία σύγχρονη πρόταση που να θυμίζει στον πελάτη ότι είναι attica», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η Attica επιχειρεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την παρουσία της στην αγορά πολυτελείας, ποντάροντας τόσο στην αναβάθμιση της Αθήνας ως city break προορισμού όσο και στην περιορισμένη παρουσία μεγάλων luxury οίκων στην ελληνική αγορά.
«Η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να γίνει ένας κόμβος πολυτελούς λιανικής», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Μπούμης, εκτιμώντας ότι η δυναμική της πόλης αλλάζει αισθητά χάρη στον τουρισμό υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου, αλλά και χάρη στη συνολικότερη αναβάθμιση της εικόνας της πρωτεύουσας στο εξωτερικό. Παρά τη σύνδεση της αγοράς πολυτελείας με τον τουρισμό, ο ίδιος επιμένει ότι η attica παραμένει πρωτίστως τοποθετημένη στην ελληνική αγορά. «Μόνο το 10% των πωλήσεών μας είναι tax free», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι ο βασικός κορμός της πελατειακής βάσης εξακολουθεί να είναι ο Ελληνας καταναλωτής.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ελληνική αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικό κενό σε ό,τι αφορά την οργανωμένη luxury λιανική. «Η Αθήνα είναι η μόνη Δυτική πρωτεύουσα στην οποία δεν έχουν παρουσία», σημειώνει αναφερόμενος σε διεθνείς οίκους που, όπως λέει, δυσκολεύονται να βρουν κατάλληλη παρουσία στην πόλη.
Σε αυτό ακριβώς το κενό θεωρεί ότι μπορεί να τοποθετηθεί η attica τα επόμενα χρόνια. Ηδη στο City Link τρέχει νέο luxury project περίπου 2.700 τ.μ., με στόχο τη δημιουργία ακόμη πιο αναβαθμισμένου περιβάλλοντος για διεθνείς οίκους.
«Πιστεύουμε ότι η αγορά μπορεί να μεγαλώσει σημαντικά τα επόμενα χρόνια», λέει, εκτιμώντας ότι μόνο από τις παρεμβάσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη η εταιρεία μπορεί σταδιακά να προσθέσει επιπλέον πωλήσεις της τάξης των 100 έως 150 εκατ. ευρώ.
Το ίδιο αφήγημα συνδέεται άμεσα και με το Ελληνικό, όπου η attica θα δώσει το «παρών» στη Riviera Galleria με τρία διαφορετικά concepts: attica Beauty, κατάστημα γυναικείας μόδας και μονοθεματικό κατάστημα Hugo Boss. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ανάπτυξη των monobrand boutiques, μέσα από τις οποίες η attica επιχειρεί να αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση και ανάπτυξη διεθνών brands στην ελληνική αγορά. Ηδη, πέρα από τα υπάρχοντα καταστήματα «Sandro», «Maje» και «Hugo Boss» στο «Golden Hall», σχεδιάζεται νέα Hugo Boss boutique στο «The Mall Athens», αλλά και παρουσία στη Riviera Galleria.
«Δεν θέλουμε απλώς να φιλοξενούμε brands. Θέλουμε να συμμετέχουμε πιο ενεργά στην ανάπτυξή τους», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Μπούμης, περιγράφοντας μια στρατηγική όπου πολυκατάστημα, μονοθεματικά καταστήματα και ηλεκτρονικό κανάλι λειτουργούν πλέον συμπληρωματικά.
Από το εκτεταμένο πρόγραμμα ανακαίνισης των φυσικών καταστημάτων μέχρι την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών, η attica επενδύει παράλληλα σημαντικά και στην ψηφιακή της παρουσία, θεωρώντας ότι το μέλλον της λιανικής βρίσκεται πλέον στη σταδιακή ενοποίηση φυσικού και ηλεκτρονικού καταστήματος. «Ο πελάτης σήμερα κινείται διαρκώς ανάμεσα σε φυσικό και ψηφιακό περιβάλλον», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Μπούμης.
Ηλεκτρονικό κατάστημα
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το ηλεκτρονικό κατάστημα της attica περιοριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στα καλλυντικά. Σήμερα όμως η εταιρεία διαθέτει online περισσότερους από 80.000 κωδικούς προϊόντων, ενώ η διοίκηση εκτιμά ότι το ηλεκτρονικό κανάλι μπορεί σταδιακά να φτάσει περίπου στο 10% των συνολικών πωλήσεων μέσα στα επόμενα χρόνια. Η εταιρεία ήδη επενδύει σε νέα ψηφιακά εργαλεία, ανάλυση δεδομένων και τεχνολογίες Τεχνητής Νοημοσύνης με στόχο ταχύτερη διαχείριση προϊόντων και πιο προσωποποιημένη εξυπηρέτηση. Παράλληλα, προχωρά σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό μέσα στα ίδια τα καταστήματα. Οπως εξηγεί ο κ. Μπούμης, η attica αναπτύσσει νέο σύστημα ολοκλήρωσης αγορών που θα επιτρέπει στους πωλητές να ολοκληρώνουν την αγορά απευθείας δίπλα στον πελάτη, χωρίς την ανάγκη κεντρικού ταμείου. «Θέλουμε η εμπειρία να γίνεται όσο πιο απρόσκοπτη γίνεται», λέει χαρακτηριστικά.
Διαφορετική επενδυτική πρόταση
Πίσω από αυτή τη στρατηγική ανάπτυξης βρίσκεται και η προσπάθεια της διοίκησης να πείσει ότι η attica μπορεί να αποτελέσει μια διαφορετική επενδυτική πρόταση για το Ελληνικό Χρηματιστήριο, σε μια περίοδο όπου ο ευρύτερος κλάδος της λιανικής διεθνώς εξακολουθεί να δέχεται έντονες πιέσεις. «Εχουμε ένα αποδεδειγμένα πετυχημένο μοντέλο εδώ και 21 χρόνια», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Μπούμης.
Ο ίδιος επιμένει ότι το μοντέλο της attica διαφέρει σημαντικά από εκείνο μεγάλων αλυσίδων μαζικής λιανικής ή αθλητικών ειδών, οι οποίες λειτουργούν με πολύ υψηλότερα περιθώρια κέρδους και μεγαλύτερο βαθμό καθετοποίησης.
«Δεν είμαστε Zara ή Nike», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι το πολυκατάστημα λειτουργεί με διαφορετικές οικονομίες κλίμακας και πολύ πιο σύνθετη διαχείριση σημάτων, χώρων και συνεργασιών.
«Πάντα βγαίνουμε πιο δυνατοί από κάθε κρίση», προσθέτει, επαναφέροντας τη συζήτηση στην ανθεκτικότητα που, όπως υποστηρίζει, έχει δείξει διαχρονικά η εταιρεία τόσο σε περιόδους οικονομικής κρίσης όσο και τα χρόνια της πανδημίας.
Για τη διοίκηση το Χρηματιστήριο δεν αποτελεί αφετηρία μετασχηματισμού, αλλά ουσιαστικά την προσπάθεια αποτύπωσης μιας αλλαγής που, όπως υποστηρίζει, έχει ήδη συντελεστεί τα τελευταία χρόνια μέσα στην εταιρεία.
«Εχουμε επενδύσει πάνω από 30 εκατ. ευρώ. Δεν είναι μια θεωρητική ιστορία ανάπτυξης. Η εταιρεία έχει ήδη αλλάξει. Εχουμε δυνατότητα ανάπτυξης, αλλά και δυνατότητα διανομής μερισμάτων», τονίζει, επιχειρώντας να περιγράψει το επενδυτικό προφίλ που θεωρεί ότι μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον της αγοράς.
Το κατά πόσο όμως η αγορά θα αποτιμήσει θετικά αυτό το αφήγημα μένει να φανεί και στην πράξη, σε μια περίοδο όπου οι επενδυτές εμφανίζονται πολύ πιο επιλεκτικοί απέναντι σε ιστορίες λιανικής και κατανάλωσης.
Παρά την αισιοδοξία, πάντως, ο ίδιος δεν υποτιμά τις προκλήσεις που δημιουργεί το διεθνές περιβάλλον για την κατανάλωση και τον τουρισμό. «Υπάρχει μεγαλύτερη μεταβλητότητα πλέον», σχολιάζει, παραδεχόμενος ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα μπορεί να επηρεάσει γρήγορα τόσο τις τουριστικές ροές όσο και τη συμπεριφορά του καταναλωτή.
Καθώς η συζήτησή μας ολοκληρώνεται, η κίνηση στους ορόφους του City Link παραμένει αδιάκοπη. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η attica μπορεί να πουλήσει προϊόντα. Είναι αν μπορεί να πείσει ότι ένα πολυκατάστημα μπορεί ακόμη να αποτελεί προορισμό. «Δεν είμαστε πια μόνο ένα πολυκατάστημα», είχε πει νωρίτερα ο κ. Μπούμης. Και ίσως τελικά αυτή η φράση να συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το στοίχημα που επιχειρεί να κερδίσει σήμερα η attica.
Διαβάστε ακόμη
Επίδειξη τέλος: Οι καταναλωτές εγκαταλείπουν τα luxury brands και στρέφονται στις εμπειρίες
ΑΑΔΕ: 4.000 καλοκαιρινοί έλεγχοι με ΑΙ σε εστίαση, τουρισμό και εμπόριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.