business stories

Η μεγάλη μάχη για τα €3 δισ. των γαλακτοκομικών

  • Στέλιος Μορφίδης



Νέος κύκλος αναδιάρθρωσης του κλάδου προ των πυλών, καθώς οι κινήσεις του CVC φιλοδοξούν να πυροδοτήσουν ντόμινο στην αγορά - Οι επόμενες κινήσεις του αμερικανικού fund και η απάντηση των άλλων δυνάμεων που κατάφεραν να ενισχυθούν στα χρόνια της κρίσης

Ρόλο καταλύτη σε μια μεγάλη αναδιάρθρωση του κλάδου των γαλακτοκομικών, τη δεύτερη τα τελευταία δέκα χρόνια, λαμβάνει πλέον το αμερικάνικο fund CVC υπό την καθοδήγηση του στελέχους του Αλεξ Φωτακίδη. Οι κινήσεις που ήδη έχει κάνει, με την εξαγορά της Vivartia και της Δωδώνη, αλλά και αυτές που φαίνεται να μεθοδεύει δημιουργούν αλυσιδωτές αντιδράσεις στην αγορά διαμορφώνοντας νέα δεδομένα στα οποία όλοι οι μεγάλοι παίκτες θα σπεύσουν να απαντήσουν.

Και τούτο διότι το διακύβευμα αφενός είναι τα κεκτημένα στην εγχώρια αγορά, όπου υπήρξαν μεγάλες ανακατατάξεις εν μέσω της κρίσης, αφετέρου οι κύριες ευρωπαϊκές αγορές, όπου πλέον όλες οι γαλακτοβιομηχανίες και κυρίως αυτές που έχουν «δυνατά» τυροκομικά προϊόντα, δίνουν κρίσιμη μάχη για την τοποθέτησή τους στα ράφια των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Μια διέξοδος που στα χρόνια της κρίσης έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την ανάπτυξη πολλών εταιρειών.

Σημειωτέον ότι η αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων στη χώρα μας υπολογίζεται σε περίπου 3 δισ. ευρώ, σε αξία πωλήσεων. Μάλιστα πρόκειται σε γενικές γραμμές για μία «επώνυμη» αγορά, αφού μόλις 1 στα 10 προϊόντα περίπου είναι προϊόν ιδιωτικής ετικέτας. Παράλληλα χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό με τη συμμετοχή αρκετών εταιρειών, ενώ έξι παίκτες κάνουν περίπου το 40% του συνολικού τζίρου. Ο λόγος για τις FrieslandCampina Ηellas, Optima, ΔΕΛΤΑ, Ολυμπος, ΦΑΓΕ και Δωδώνη.

Ο κ. Αλεξ Φωτακίδης (CVC)

Το τυρί αποτελεί το 50% της συνολικής αγοράς γαλακτοκομικών, με τη φέτα και τα κίτρινα τυριά να μοιράζονται σχεδόν ισόποσα αυτόν τον τζίρο. Το γάλα, αρκετές κατηγορίες του οποίου γνωρίζουν πιέσεις, αντιστοιχεί στο 25% της συνολικής αγοράς ενώ το γιαούρτι στο 17%. Με μικρότερα μερίδια από τη συνολική πίτα της αξίας πωλήσεων της εγχώριας αγοράς γαλακτοκομικών ακολουθούν τα βρεφικά γάλατα σε σκόνη, το βούτυρο και οι κρέμες γάλακτος.

Ο καταλύτης των αλλαγών

Γιατί όμως το CVC είναι ο καταλύτης; Πρώτα απ’ όλα για το προφανές: η στρατηγική συμμαχία δύο μεγάλων εταιρειών, που έχουν απ’ τα πιο αναγνωρίσιμα brands στα προϊόντα γάλακτος, από το φρέσκο γάλα και το γιαούρτι ως τα τυροκομικά, με «αιχμή» τη φέτα, ασκεί ήδη πιέσεις στον ανταγωνισμό σε μια αγορά που τζιράρει 1,5 δισ. ευρώ μόνο μέσα απ’ το οργανωμένο λιανεμπόριο. Αν και ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει πως οι δύο διαφορετικές διοικητικές ομάδες (Θαν. Παπανικολάου στη Vivartia, Μιχ. Παναγιωτάκης και Γιάννης Βιτάλης στη Δωδώνη) θα κινηθούν το επόμενο διάστημα, ήδη η δημιουργία του υπόβαθρου απ’ τον κοινό βασικό μέτοχο και των δύο εταιρειών θεωρείται ότι μπορεί να φέρει πολλές συνέργειες, δημιουργώντας ένα ακόμα πιο ανταγωνιστικό σχήμα στην αγορά σε όλα τα επίπεδα.

Ο κ. Θανάσης Παπανικολάου (Vivartia)

Ο κ. Μιχάλης Παναγιωτάκης (Δωδώνη)

Εν αναμονή ωστόσο των πρακτικών κινήσεων, αυτό που φαίνεται να θορυβεί ακόμα περισσότερο τους υπόλοιπους παίκτες είναι η υπόσχεση για νέες εξαγορές, όπως καταγράφεται στο κείμενο της επίσημης ανακοίνωσης της συμφωνίας, κάτι που δημιουργεί την αίσθηση ότι υπάρχουν πολλά επεισόδια ακόμα να δούμε για την επίτευξη του στόχου που έχει θέσει το αμερικάνικο fund ακολουθώντας την πάγια στρατηγική του: να δημιουργήσει τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη σε μια παραδοσιακή αγορά με πολλές προοπτικές εξωστρέφειας. Το αν το επόμενο βήμα θα γίνει τελικά ή όχι με την Κολιός, όπως θέλουν οι πληροφορίες των τελευταίων μηνών, μένει να φανεί λίαν συντόμως.
Εξάλλου η μακεδονική εταιρεία της οικογένειας Κολιού, που κουβαλά στις πλάτες της ένα μεγάλο δανειακό βάρος αλλά και υποχρεώσεις που απορρέουν από το προ ετών κανόνι της ΑΓΝΟ, δεν παύει να κατέχει σημαντική θέση στην αγορά των τυροκομικών με ένα διευρυμένο προϊοντικό χαρτοφυλάκιο. Μάλιστα ο κύκλος εργασιών το 2019, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, προσέγγιζε τα 100 εκατ. ευρώ (97,59 εκατ. ευρώ). Μέγεθος δηλαδή πολύ κοντά σε αυτό της γαλακτοβιομηχανίας Δωδώνη.

Ο κ. Νίκος Κολιός (Κολιός)

Ασχετα όμως από το πώς αυτή η «συνένωση» δυνάμεων μεταξύ του CVC και SI Foods στη Δωδώνη θα μεταφραστεί και σε άλλες κινήσεις, εξακολουθεί και υπάρχει ένα σημαντικό θέμα, το οποίο επανέρχεται στο προσκήνιο.
Κι αυτό δεν είναι άλλο απ’ την παρουσία της ΔΕΛΤΑ στο μετοχολόγιο της ΜΕΒΓΑΛ. Το μερίδιο της γαλακτοβιομηχανίας του ομίλου Vivartia φτάνει το 43,2% με βάση την προ πενταετίας συμφωνία για κοινό έλεγχο της ΜΕΒΓΑΛ με την κυρία Μαίρη Χατζάκου.

Η κυρία Μαίρη Χατζάκου (ΜΕΒΓΑΛ)

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η μακεδονική γαλακτοβιομηχανία είναι στο κάδρο με τη… μεγάλη εικόνα που προσπαθεί να υλοποιήσει το fund επιδιώκοντας ακόμα μεγαλύτερες αποδόσεις. Βέβαια ακόμα και η σκέψη για μία περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων των δύο εταιρειών δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και τον κίνδυνο της εποπτεύουσας Αρχής του Ανταγωνισμού, με δεδομένο ότι η συμφωνία ΔΕΛΤΑ – Χατζάκου δεν πέρασε εύκολα προ πενταετίας από την ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Αλλαγή συσχετισμών

Σε κάθε περίπτωση, ο συνδυασμός των ΔΕΛΤΑ και Δωδώνη ή έστω η στρατηγική συμμαχία για αρχή, μέσω της απόκτησης της μετοχικής πλειοψηφίας της τελευταίας από το CVC, δημιουργεί αυτομάτως ένα υπολογίσιμο μέγεθος που αλλάζει από μόνο του τους συσχετισμούς. Και τούτο διότι διεκδικεί πλέον την ηγετική θέση τόσο σε επίπεδο τζίρου όσο και σε επίπεδο μεριδίων από την Ελληνικά Γαλακτοκομεία των αδερφών Σαράντη. Το οξύμωρο είναι ότι τα αδέρφια Σαράντη είχαν κινηθεί για την εξαγορά τόσο της Δωδώνης, το μακρινό 2012, όσο και της ΔΕΛΤΑ το 2014, ενώ πάντα στα πηγαδάκια εμφανίζονταν ως «διαθέσιμοι επενδυτές» σε περίπτωση που η MIG ήθελε να την πουλήσει ως μονάδα, ακόμα και αν υπήρχαν πολλές πιθανότητες ένα τέτοιο deal να προσέκρουε στον τοίχο της Επιτροπής Ανταγωνισμού.

Μιχάλης και Δημήτρης Σαράντης (Όλυμπος)

Σημειώνεται ότι η ΔΕΛΤΑ, με βάση τα τελευταία στοιχεία ισολογισμού, είχε πωλήσεις 282 εκατ. ευρώ και η Δωδώνη επίσης το 2019, με βάση τα τελευταία δημοσιευμένα της στοιχεία, τζίραρε 107,6 εκατ. ευρώ.

Η ΔΕΛΤΑ διαθέτει τέσσερις μονάδες και συνεργάζεται με πάνω από 1.100 παραγωγούς γάλακτος, απορροφώντας το 25% της ελληνικής παραγωγής, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας. Επίσης διαθέτει θυγατρική στη Βουλγαρία, με ηγετικά μερίδια στην τοπική αγορά, ενώ της ανήκει κατά 43,2% η ΜEΒΓΑΛ, η οποία με κύκλο εργασιών 114 εκατ. ευρώ το 2019 είναι στην πρώτη πεντάδα της κατάταξης των παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου. Μόλις την περασμένη εβδομάδα κατάφερε να κλείσει και μια σημαντική συνεργασία με την Danone, καθώς θα παράγει για λογαριασμό της τη σειρά γιαουρτιών Activia. Από την πλευρά της η Δωδώνη διαθέτει δίκτυο 5.500 Ελλήνων παραγωγών και συνδέεται με περισσότερα από 10.000 σημεία πώλησης στην εγχώρια αγορά. Διαθέτει, επίσης, εξαγωγική δραστηριότητα σε πάνω από 50 χώρες.

Η απάντηση των αδελφών Σαράντη

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις που ουσιαστικά θέτουν υπό απειλή την πρωτοκαθεδρία της Ελληνικά Γαλακτοπωλεία με τις 11 θυγατρικές και γνωστά σήματα όπως Ολυμπος, Τυράς, Ροδόπη κ.ο.κ., το ερώτημα είναι αν τα αδέρφια Μιχάλης και Τάκης Σαράντης θα παρεκκλίνουν από τις κινήσεις που είχαν ήδη δρομολογήσει ή θα κινηθούν με νέες εξαγορές. Πάντως οι ίδιοι ενισχύουν το «οπλοστάσιό» τους σε δύο βασικές κατηγορίες προϊόντων, στη φέτα και το χαλούμι. Για το τελευταίο μάλιστα, όπως λέει στο «business stories» ο κ. Τάκης Σαράντης, μέχρι το φθινόπωρο θα ξεκινήσει η κατασκευή εργοστασίου στην Κύπρο, κίνηση βέβαια που θα διεθνοποιήσει τον ανταγωνισμό με τη Δωδώνη, μια και η τελευταία διαθέτει απ’ το 2016 εργοστάσιο παραγωγής χαλουμιού στη Μεγαλόνησο. Το εργοστάσιο της Ελληνικά Γαλακτοπωλεία θα βρίσκεται έξω απ’ τη Λευκωσία και σύμφωνα με τη διοίκηση της εταιρείας, θα είναι το πλέον σύγχρονο στην κατηγορία της παραγωγής χαλουμιού, με δυνατότητα επεξεργασίας 250 τόνων γάλακτος την ημέρα. Πρόκειται για επένδυση ύψους περίπου 30 εκατ. ευρώ, με στόχο να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2023 και με αυτή να αναβαθμιστεί και ο εμπορικός ρόλος της εταιρείας στην Κύπρο με το υπόλοιπο χαρτοφυλάκιο προϊόντων της.

Επίσης το φθινόπωρο αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η επένδυση για την εγκατάσταση δεύτερης γραμμής παραγωγής φέτας στο εργοστάσιο της Τυράς. Με αυτό πλέον η τρικαλινή εταιρεία θα παράγει 200 τόνους φέτα την ημέρα! «Παράλληλα θα διαχειριζόμαστε 600 τόνους τυρόγαλα απ’ τη φέτα και άλλους 200 τόνους απ’ το στραγγιστό γιαούρτι. Δηλαδή μόνοι μας θα είμαστε αυτάρκεις στη θερμική ενέργεια», λέει ο κ. Σαράντης.
Γενικά, όπως εξηγεί, το φετινό επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 35 εκατ. ευρώ δίνει έμφαση τόσο στην ενίσχυση της δυναμικότητας των πέντε εργοστασίων της, με νέες γραμμές παραγωγής φέτας και γιαούρτης, όσο και στις νεοαποκτηθείσες εταιρείες: αναψυκτικών Κλιάφα Α.Ε. και εμφιάλωσης φυσικού μεταλλικού νερού Δουμπιά – Μαλαματίνα Α.Ε. Σημειώνεται ότι ο όμιλος Ελληνικά Γαλακτοκομεία έκλεισε το 2020 με κύκλο εργασιών 404 εκατ. ευρώ (+ 8,31%) εκ των οποίων περίπου το 50% αφορούσε εξαγωγές. Τα EBITDA ήταν ενισχυμένα κατά 6,12%, στα 52 εκατ. ευρώ. Αύξηση 27,94% σημειώθηκε και στην εισκόμιση ελληνικού αιγοπρόβειου γάλακτος και 6,67% στην εισκόμιση αγελαδινού.

Η καραμπόλα με την Optima

Με ενδιαφέρον πάντως αναμένεται και η απάντηση της Optima (ΟΠΤΙΜΑ Α.Ε.), της γνωστής οικογένειας των λιανεμπόρων Παντελιάδη (METRO ΑΕΒΕ), η οποία, πέραν του γενικότερου κλίματος και του εντεινόμενου ανταγωνισμού, βλέπει σκιές πάνω από τη συνεργασία που είχε ξεκινήσει προ διετίας με τη ΔΕΛΤΑ. Συγκεκριμένα, η εταιρεία της οποίας ηγείται ο κ. Στέφανος Παντελιάδης με τη βοήθεια του διευθύνοντος συμβούλου Γιώργου Καραμπέτσου είχε εξαγοράσει από τη ΔΕΛΤΑ το τμήμα του εργοστασίου της Βίγλα Ολύμπου στην Ελασσόνα, που παράγει κίτρινα τυριά. Στο πλαίσιο εκείνης της συμφωνίας η Optima θα συνέχιζε την παραγωγή των κίτρινων τυριών (κασέρι και ημίσκληρο) για λογαριασμό της ΔΕΛΤΑ. Η τελευταία, πάντως, είχε κρατήσει το τμήμα παραγωγής φέτας. Εξάλλου το ενδιαφέρον της Optima, που θεωρείται leader στη φέτα με το brand Ηπειρος, ήταν ισχνό. Συνολικά, πάντως, η Optima τόσο με τα εγχώρια παραγόμενα brands όπως τα Λεβέτι, Λογάδι, Κατίκι Δομοκού «Ορεινές Πλαγιές», Ταλαγάνι όσο και με τα εισαγόμενα όπως Kerrygold, DiRollo, Adoro, έχει καταφέρει σήμερα να έχει ηγετική φυσιογνωμία στην αγορά χτίζοντας πάνω στις ευκαιρίες που πάντα παρουσιάζονταν. Γι’ αυτό εξάλλου και η οικογένεια Παντελιάδη εμφανιζόταν και στα προ ετών σενάρια για το μέλλον της ίδιας της ΔΕΛΤΑ.

O κ. Γιώργος Καραμπέτσος (Optima)

Προς το παρόν οι κύριοι Στέφανος Παντελιάδης και Σπύρος Θεοδωρόπουλος έδωσαν (ξανά) τα χέρια σε μια εμπορική συνεργασία για μεικτές συσκευασίες με προϊόντα τυριών και αλλαντικών των Optima και Νίκας. Υπενθυμίζεται πως η Optima είχε εξαγοράσει από τη Νίκας προ τετραετίας περίπου την Κατίκι Δομοκού «Ορεινές Πλαγιές». Σημειώνεται ότι με βάση τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις, το 2019 η ΟΠΤΙΜΑ Α.Ε. είχε κύκλο εργασιών 137,22 εκατ. ευρώ, κέρδη προ τόκων και φόρων 10,51 εκατ. ευρώ και κέρδη μετά φόρων 7,94 εκατ. ευρώ. Η καθαρή θέση της εταιρείας στις 31 Δεκεμβρίου 2019 ήταν 56,13 εκατ. ευρώ.

Leader… άνευ φέτας

Ακόμα κι έτσι όμως leader στα γαλακτοκομικά προϊόντα με την ευρεία έννοια του όρου δεν παύει να είναι η θυγατρική του ολλανδικού συνεταιρισμού FrieslandCampina. Η FrieslandCampina Hellas, με διευθύνοντα σύμβουλο τον κ. Κωνσταντίνο Μαγγιώρο, μάλιστα, επιχειρεί να επεκτείνει την παρουσία της τόσο στο γάλα υψηλής παστερίωσης όσο και στο γιαούρτι, που παράγονται στο εργοστάσιό της στην Πάτρα. Ωστόσο τα εισαγόμενα κίτρινα τυριά εξακολουθούν να αποτελούν την αιχμή των πωλήσεων, με αποτέλεσμα από τα 275 εκατ. ευρώ τζίρου το 2019, περίπου τα 70 εκατ. να αναλογούν σε προϊόντα που παρήχθησαν στην Ελλάδα. Πάντως ο κ. Μαγγιώρος είχε προσπαθήσει προ ετών ανεπιτυχώς να εξαγοράσει τη γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη ώστε να εισέλθει η FrieslandCampina στην αγορά της φέτας με στόχευση κυρίως τις εξαγωγές με ένα γνωστό brand, ωστόσο η πρότασή του είχε απορριφθεί.

Ο κ. Κωνσταντίνος Μαγγιώρος (FrieslandCampina Hellas)

Σενάρια και παίκτες

Πολλά σενάρια κυκλοφορούν επίσης και για τη Μινέρβα, η οποία μόλις σε 1,5 έτος αφότου περιήλθε στα χέρια του κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλου μέσω της Diorama Investments SICAR S.A., έκανε την πρώτη εξαγορά της λαμβάνοντας από τη Unilever τα σήματα Pummaro, καθώς και το εργοστάσιο ντομάτας στη Γαστούνη. Με δεδομένη την πρόθεση μετεξέλιξης της Μινέρβα σε έναν ευρύτερο όμιλο τροφίμων αλλά και το γεγονός ότι με το σήμα «Χωριό» αποτελεί αξιοσημείωτο παίκτη στην αγορά της φέτας, τα σενάρια για μια κίνηση σε έναν χώρο γνώριμο στον κ. Δασκαλόπουλο δεν φαντάζουν παράλογα. Από εκεί και έπειτα, βέβαια, υπάρχουν και άλλες σοβαρές εταιρείες που διεκδικούν το κάτι παραπάνω από τη σημερινή αγορά. Ονόματα όπως Καράλης, Ρούσσας, Μπίζιος, Βαλμάς κ.ά. έχουν αξιοσημείωτη παρουσία. Ακόμα και η Ομηρος των αδελφών Γιώργου και Σωκράτη Γιαννίτση, που σήμερα βρίσκεται στο μικροσκόπιο των Αρχών έπειτα από καταγγελίες για διακίνηση νοθευμένης φέτας στη Γερμανία, έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια, με αιχμή τις εξαγωγές, να καταστεί υπολογίσιμη δύναμη.

Ο κ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος (Μινέρβα)

Η δυναμική στο γιαούρτι

Ενα μεγάλο κομμάτι των πωλήσεων γαλακτοκομικών προϊόντων είναι και η κατηγορία του γιαουρτιού, η οποία αναπτύσσεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια, με αιχμή, κυρίως, τις εξαγωγές. Εντός συνόρων εκτιμάται ότι οι πωλήσεις μέσω των σούπερ μάρκετ έφτασαν τα 270 εκατ. ευρώ το 2020. Γι’ αυτό εξάλλου στους ισχυρούς του ευρύτερου κλάδου της γαλακτοβιομηχανίας παραμένει η ΦΑΓΕ της οικογένειας Φιλίππου παρά την αποεπένδυσή της απ’ την κατηγορία του φρέσκου γάλακτος μέσα στην κρίση. Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας στην Ελλάδα (ΦΑΓΕ Ελλάδος Α.Ε.) το 2019 ήταν 129,5 εκατ. ευρώ.

Σημειωτέον ότι η ΦΑΓΕ αποτελεί και την εταιρεία που άνοιξε με τις πατέντες της τον δρόμο σε όλες τις ελληνικές εταιρείες του κλάδου να εκμεταλλευτούν το γιαούρτι καθιστώντας το σήμερα σημαντική κατηγορία προϊόντων τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

Ο κ. Παναγιώτης Τσινάβος (Κρι Κρι)

Στον χώρο αυτό η έτερη μεγάλη δύναμη είναι η Κρι Κρι του κ. Παναγιώτη Τσινάβου. Η σερραϊκή γαλακτοβιομηχανία είχε το 2020 κύκλο εργασιών 125,98 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 99,98 εκατ. από το γιαούρτι (τα υπόλοιπα απ’ το παγωτό). Η αγορά του γιαουρτιού είναι σταθερά αναπτυσσόμενη και προσφέρει πολύ υψηλότερα περιθώρια κέρδους στις γαλακτοβιομηχανίες συγκριτικά με το γάλα – εξ ου και η συνεχής τοποθέτηση νέων προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ και ο ισχυρός ανταγωνισμός όλων των μεγάλων παικτών της αγοράς.

Διαβάστε ακόμη 

«Κτήμα Πεταλιοί»: Ξανά στο προσκήνιο η «ναυμαχία» για τις Ελληνικές Μαλδίβες

Self test: Πώς μπορούν να απειλήσουν το ανοσοποιητικό σύστημα – «Καμπανάκι» από ειδικούς (vid)

Γεωργιάδης: Πότε θα καταργηθεί η απαγόρευση νυχτερινής κυκλοφορίας