Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ εξελίσσεται σε μια νέα απειλή για την παγκόσμια επισιτιστική αλυσίδα, καθώς η διακοπή των εμπορικών ροών έχει προκαλέσει σοβαρές ελλείψεις σε βιομηχανικό θείο, μια πρώτη ύλη απαραίτητη για την παραγωγή λιπασμάτων. Οι τιμές του έχουν εκτοξευθεί, προκαλώντας ανησυχία για τις επιπτώσεις στις αγροτικές καλλιέργειες και, τελικά, στο κόστος των τροφίμων.
Ο πόλεμος στο Ιράν και οι περιορισμοί στη διέλευση πλοίων από το στρατηγικής σημασίας πέρασμα έχουν πυροδοτήσει έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των βιομηχανιών που εξαρτώνται από το θείο. Στη μάχη για τις περιορισμένες διαθέσιμες ποσότητες, οι μεγάλοι μεταλλευτικοί όμιλοι διαθέτουν το οικονομικό πλεονέκτημα, καθώς μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες τιμές από τις εταιρείες παραγωγής λιπασμάτων.
Το αποτέλεσμα είναι οι τελευταίες να αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κόστος πρώτων υλών και περιορισμούς στην παραγωγή τους, δημιουργώντας έναν νέο κίνδυνο για την παγκόσμια γεωργία. Εφόσον οι ελλείψεις συνεχιστούν, οι επιπτώσεις ενδέχεται να μεταφερθούν από τα εργοστάσια λιπασμάτων στα χωράφια και, στη συνέχεια, στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Από τα διυλιστήρια στα χωράφια: Η κρίσιμη διαδρομή του θείου
Το θείο αποτελεί βασικό συστατικό για πολλές βιομηχανικές δραστηριότητες, με ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην παραγωγή λιπασμάτων.
Σήμερα, περισσότερο από το 90% της παγκόσμιας παραγωγής θείου δεν προέρχεται από συμβατικές εξορυκτικές δραστηριότητες. Αντίθετα, ανακτάται κυρίως ως υποπροϊόν της επεξεργασίας πετρελαίου και φυσικού αερίου και στη συνέχεια χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, για την παραγωγή θειικού οξέος.
Πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, σχεδόν το ήμισυ των παγκόσμιων εμπορικών ποσοτήτων θείου περνούσε από τα Στενά του Ορμούζ, καθιστώντας τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό ιδιαίτερα σημαντική για την τροφοδοσία της διεθνούς αγοράς.
Ο αποκλεισμός της περιοχής ανέτρεψε αυτή την ισορροπία, περιορίζοντας δραστικά τις διαθέσιμες ποσότητες και οδηγώντας τις τιμές του εμπορεύματος σε επίπεδα που, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι παράγοντες της αγοράς, είναι πλέον έως και δεκαπλάσια σε σύγκριση με την προπολεμική περίοδο.
Η ανατίμηση αυτή μεταφέρεται σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, επηρεάζοντας ιδιαίτερα τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το θειικό οξύ ως βασική πρώτη ύλη.
Η μάχη των προμηθειών και οι χαμένοι της αγοράς
Η έλλειψη θείου έχει δημιουργήσει έναν έντονο ανταγωνισμό ανάμεσα στις μεταλλευτικές επιχειρήσεις και στους παραγωγούς λιπασμάτων, με τις πρώτες να εμφανίζονται σε πλεονεκτική θέση.
Ο Ράγκαβ Τζέιν, αναλυτής του οργανισμού παρακολούθησης τιμών εμπορευμάτων Argus, εξήγησε στους Financial Times ότι οι υψηλές τιμές των μετάλλων έχουν ενισχύσει σημαντικά τα οικονομικά περιθώρια των εξορυκτικών εταιρειών.
Έτσι, οι μεγάλοι όμιλοι μπορούν να καταβάλλουν πολύ υψηλότερα ποσά για να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες προμήθειες θείου, επικρατώντας στον ανταγωνισμό των προσφορών.
Αντίθετα, οι βιομηχανίες λιπασμάτων, που λειτουργούν με μικρότερα περιθώρια κέρδους, δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τις αυξήσεις, με αποτέλεσμα να περιορίζονται οι διαθέσιμες ποσότητες για την παραγωγή τους.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις σε έναν κλάδο που συνδέεται άμεσα με την αγροτική παραγωγή και την επισιτιστική ασφάλεια.
Ο μεγαλύτερος εξαγωγέας φωσφορικών αναζητεί διέξοδο
Ενδεικτική της σοβαρότητας της κατάστασης είναι η αντίδραση της OCP, του μαροκινού ομίλου που αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα φωσφορικών αλάτων στον κόσμο.
Η εταιρεία προειδοποίησε τον περασμένο μήνα για τις σοβαρές επιπτώσεις που προκαλεί η απότομη αύξηση του κόστους του θείου στις δραστηριότητές της.
Η διοίκησή της επισήμανε ότι οι δυνατότητες μετακύλισης των ανατιμήσεων στους αγρότες είναι περιορισμένες, καθώς οι παραγωγοί βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με σημαντικές οικονομικές επιβαρύνσεις.
Για τον λόγο αυτό, η OCP εξετάζει την αναπροσαρμογή της παραγωγής προς λιπάσματα με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε θείο, επιδιώκοντας παράλληλα να αναπτύξει εναλλακτικές πηγές προμήθειας που δεν θα εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα.
Η στρατηγική αυτή αποτυπώνει τη δυσκολία προσαρμογής της βιομηχανίας σε μια αγορά όπου η πρόσβαση σε βασικές πρώτες ύλες έχει γίνει σημαντικά ακριβότερη και λιγότερο προβλέψιμη.
Χαλκός στα 15.000 δολάρια: Γιατί οι μεταλλευτικοί όμιλοι αντέχουν τις αυξήσεις
Σε αντίθεση με τη βιομηχανία λιπασμάτων, οι μεγάλες μεταλλευτικές επιχειρήσεις εμφανίζονται περισσότερο ανθεκτικές στις ανατιμήσεις.
Η τιμή του χαλκού πλησιάζει το ιστορικό υψηλό των 15.000 δολαρίων ανά τόνο, καθώς η ζήτηση για το συγκεκριμένο μέταλλο παραμένει ισχυρή. Ο χαλκός χρησιμοποιείται σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, από τις ηλεκτρονικές συσκευές μέχρι τα ηλεκτρικά δίκτυα και τις ενεργειακές υποδομές.
Η άνοδος των διεθνών τιμών επιτρέπει στις εταιρείες εξόρυξης να απορροφούν ευκολότερα το αυξημένο κόστος παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για θειικό οξύ και καύσιμα.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Antofagasta, ενός από τους σημαντικότερους ομίλους εξόρυξης χαλκού διεθνώς.
Η εταιρεία ανακοίνωσε τον Αύγουστο ότι τα κέρδη της για το πρώτο εξάμηνο αυξήθηκαν σχεδόν κατά το ένα τρίτο σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Η βελτίωση της κερδοφορίας καταγράφηκε παρά την αύξηση των λειτουργικών δαπανών εξαιτίας των υψηλότερων τιμών του θειικού οξέος και του ντίζελ.
Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η άνοδος των τιμών πώλησης των μετάλλων, η οποία υπερκάλυψε τις πρόσθετες επιβαρύνσεις.
Οι εταιρείες που κερδίζουν και από την έλλειψη θειικού οξέος
Η κρίση δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερα οφέλη για μια συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων: εκείνες που παράγουν θειικό οξύ ως υποπροϊόν της επεξεργασίας χαλκού.
Κατά τη διαδικασία τήξης θειούχων μεταλλευμάτων χαλκού παράγονται αέρια που μπορούν να αξιοποιηθούν για την παραγωγή θειικού οξέος.
Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες διαθέτουν δική τους παραγωγή θειικού οξέος, περιορίζοντας την ανάγκη να προμηθεύονται την ακριβή πρώτη ύλη από την αγορά.
Παράλληλα, μπορούν να διαθέτουν τις πλεονάζουσες ποσότητες σε ιδιαίτερα υψηλές τιμές, αξιοποιώντας τη διεθνή έλλειψη και ενισχύοντας περαιτέρω τα έσοδά τους.
Ο Ραμάν Ραντχάουα, οικονομικός διευθυντής της Capstone Copper, αποκάλυψε ότι ορισμένες εταιρείες του κλάδου έχουν προχωρήσει ακόμη και σε συμφωνίες ανταλλαγής θειικού οξέος με εξορυσσόμενο χαλκό.
Μέσω αυτών των συναλλαγών, οι επιχειρήσεις εξασφαλίζουν τις αναγκαίες ποσότητες με ευνοϊκότερους όρους, περιορίζοντας την έκθεσή τους στις υψηλές τιμές της αγοράς.
Όπως σημείωσε, οι τιμές του θειικού οξέος κινούνται σε ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα, ενώ η παράλληλη άνοδος της τιμής του χαλκού διατηρεί ευνοϊκές τις συνθήκες για τον μεταλλευτικό κλάδο.
Από την έλλειψη λιπασμάτων στην ακρίβεια των τροφίμων
Για την παγκόσμια γεωργία, ωστόσο, οι προοπτικές παραμένουν ανησυχητικές.
Η συνεχιζόμενη διαταραχή στο εμπόριο θείου απειλεί να περιορίσει την παραγωγή λιπασμάτων, αυξάνοντας το κόστος για τους αγρότες και δημιουργώντας κινδύνους για τις μελλοντικές αποδόσεις των καλλιεργειών.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler, δεκάδες πλοία παραμένουν εγκλωβισμένα στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται και η ομαλή διακίνηση εμπορευμάτων δεν έχει αποκατασταθεί.
Η Μαντλέν Όβεργκαρντ, επικεφαλής δεδομένων ξηρού φορτίου της Kpler, υπογράμμισε τη σημασία του θείου για το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.
«Χρειαζόμαστε το θείο, καθώς επηρεάζει τα πάντα, από τη βαριά εξορυκτική βιομηχανία μέχρι την τελική τιμή των φορητών υπολογιστών μας», ανέφερε.
Η ίδια προειδοποίησε ότι οι επιπτώσεις ενδέχεται σύντομα να γίνουν αισθητές και στους καταναλωτές.
Καθώς οι αποδόσεις των καλλιεργειών εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη διαθεσιμότητα λιπασμάτων, η έλλειψη θείου μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές ανατιμήσεις σε βασικά αγροτικά προϊόντα.
Η τελική συνέπεια, όπως εξήγησε, θα μπορούσε να αποτυπωθεί ακόμη και στο πόσο ακριβά θα αγοράζουν οι καταναλωτές το ψωμί από τον φούρνο την επόμενη χρονιά.
Έτσι, μια κρίση που ξεκίνησε από τον αποκλεισμό μιας στρατηγικής θαλάσσιας οδού και την έλλειψη μιας βιομηχανικής πρώτης ύλης απειλεί να εξελιχθεί σε νέο παράγοντα ανατιμήσεων στην παγκόσμια αγορά τροφίμων.
