© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Το φετινό καλοκαίρι αναμφισβήτητα είναι διαφορετικό μιας και η πανδημία του κορωνοϊού έχει φροντίσει να αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα της. Δεν υπάρχει επιχείρηση σήμερα που να μην υπολογίζει το πλήγμα που δέχεται από τις οικονομικές επιπτώσεις και τα περιθώρια που έχει μπροστά στην αβεβαιότητα των επόμενων μηνών.
Για την ιστορική βιομηχανία αναψυκτικών ΕΨΑ, με έτος ίδρυσης το 1924, το lockdown και η με αργούς ρυθμούς έως σήμερα επαναφορά της εστίασης πηγαίνει πίσω τουλάχιστον ένα χρόνο τον στόχο για επιστροφή στην κερδοφορία. Ωστόσο, όπως εξηγεί στο «business stories» ο γενικός διευθυντής Μιχάλης Τσαούτος, έχουν ξεκινήσει ήδη κινήσεις που θα περιορίσουν τον αντίκτυπο του disrupt που έγινε. «Η εποχικότητα στον δικό μας χώρο και η χρονική συγκυρία ίσως τελικά μας βοηθήσουν. Αρκεί ένα πολύ καλό τρίμηνο από τον Ιούλιο και έπειτα, καιρού -και πανδημίας- επιτρέποντος, και ίσως να καλύψουμε τη χρονιά ώστε να μη βγούμε χαμένοι», εξηγεί.

Το σχέδιο της ιστορικής βιομηχανίας αναψυκτικών εξάλλου έχει δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά την εγχώρια αγορά, όπου τα περιθώρια της βιομηχανίας από τον Βόλο μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά με δεδομένο ότι το μερίδιό της στα λεγόμενα «λευκά αναψυκτικά» (χωρίς cola) είναι 10% και η τάση επιστροφής των καταναλωτών στις ελληνικές ιστορικές ετικέτες συνεχίζεται. Ο δεύτερος αφορά τις εξαγωγές, με την εταιρεία να έχει βάλει πόδι την τελευταία δεκαετία σε 32 χώρες και το αποτύπωμά της -ιδίως στις αραβικές χώρες- να είναι σημαντικό για το μέγεθός της. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών, όπως λέει ο κ. Τσαούτος στο «b.s.», είναι οι νέες γεύσεις και μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων που μπορεί να ικανοποιήσει, αλλά και να «γαργαλήσει» την περιέργεια του κάθε καταναλωτή.
Στο πλαίσιο αυτό φέτος η εταιρεία ξεκίνησε το λανσάρισμα της ετικέτας «Summer Mix». Ουσιαστικά πρόκειται για μια νέα δροσιστική πρόταση που αναμειγνύει γεύσεις και αρώματα σε ένα νέο προϊόν που θα διατίθεται μόνο την καλοκαιρινή σεζόν και το οποίο θα αλλάζει από χρόνο σε χρόνο. Η γεύση του φετινού καλοκαιριού, σύμφωνα με την ΕΨΑ, θα είναι Φράουλα με Βασιλικό… «Είναι μια καινούρια ιδέα, κάθε καλοκαίρι θα προτείνουμε και κάτι διαφορετικό», λέει ο κ. Τσαούτος, και προσθέτει: «Το συγκεκριμένο το δουλεύαμε από τον περασμένο Σεπτέμβριο. Λόγω συνθηκών αργήσαμε λίγο να το βγάλουμε στην αγορά, αλλά ήμασταν αποφασισμένοι να το κάνουμε για να σηματοδοτήσουμε και μια αλλαγή. Δεν έχει να κάνει τόσο με το οικονομικό σκέλος, αλλά με την ανάγκη που έχουμε να δημιουργούμε και να καινοτομούμε. Αυτή είναι η χαρά μας. Και φυσικά με αυτό τον τρόπο θεωρούμε ότι ενισχύεται το ιστορικό brand. Ανεβαίνει στα μάτια του κοινού»

Σήμερα η ΕΨΑ μπορεί να φημίζεται για την πορτοκαλάδα και τη λεμονάδα της, που έλαβε και το Χρυσούν Βραβείο Ποιότητας στη ΔΕΘ του 1937, ωστόσο οι νεωτερισμοί και οι νέες γεύσεις είναι αυτά που της δίνουν μια αξιόλογη θέση στην εγχώρια αγορά, αλλά και ώθηση στην προσπάθεια εξωστρέφειας που εντάθηκε στα χρόνια της ελληνικής κρίσης. Ως αποτέλεσμα, σήμερα διαθέτει ένα χαρτοφυλάκιο με 19 διαφορετικές γεύσεις σε προϊόντα! Από τα παραδοσιακά αναψυκτικά ως την καινοτόμα Pink Lemonade, το Σαγκουίνι και εσχάτως το mix Φράουλα – Βασιλικός.
«Οι γεύσεις που επιλέγει ο Ελληνας την τελευταία 20ετία έχουν διαφοροποιηθεί. Κάτι που αφορά τόσο τα τρόφιμα όσο και τα ποτά», λέει ο κ. Τσαούτος, και συνεχίζει: «Πλέον ο κόσμος έχει γίνει πιο δεκτικός στην καινούρια πρόταση και σε συνδυασμό με τη στροφή στα ελληνικά προϊόντα και ετικέτες που ξεκίνησε με την κρίση μάς έχει βοηθήσει πολύ να συνεχίσουμε την ιστορία αυτής της εταιρείας. Παράλληλα όμως έχουμε κάνει σημαντικά βήματα και στο εξωτερικό, ανοίγοντας δρόμους που πριν ήταν κλειστοί». Και προσθέτει: «Εκεί βέβαια βλέπεις και τη διαφορετικότητα κάθε λαού. Για παράδειγμα, στις χώρες του Περσικού Κόλπου, όπου έχουμε ίσως τη σημαντικότερη εκτός συνόρων παρουσία, ο κωδικός που δουλεύει περισσότερο είναι το τσάι με ροδάκινο. Και αυτό διότι οι Αραβες προτιμούν τις ιδιαίτερα γλυκές γεύσεις. Στις ΗΠΑ πάλι, η λεμονάδα είναι το προϊόν που πουλάμε περισσότερο. Στη Μαλαισία είναι η Pink Lemonade, η οποία διατίθεται κυρίως μέσω premium HORECA».
Οπως εξηγεί ο κ. Τσαούτος, όλες οι εξαγωγές γίνονται μέσω αντιπροσώπων, που φροντίζουν με τη σειρά τους να διοχετεύσουν τα προϊόντα είτε στα ράφια των καταστημάτων είτε στο HORECA. Ολα έχουν το σήμα «ΕΨΑ», αν και ο κ. Τσαούτος σπεύδει να διευκρινίσει ότι η βιομηχανία δεν έχει πρόβλημα να παράξει και ιδιωτική ετικέτα.
«Από τις πιο μακρινές χώρες που στέλνουμε προϊόντα είναι η Αυστραλία, η Κίνα και η Μογγολία. Βέβαια οι όγκοι είναι περιορισμένοι και αυτό που επιδιώκουμε είναι μία συνολική αύξηση των εξαγωγών μας, που σήμερα έχουν φτάσει να αναλογούν στο 10% περίπου του κύκλου εργασιών μας. Το νούμερο αυτό δεν είναι μεγάλο, αλλά παραμένει σταθερά ανοδικό και μας δίνει μια σιγουριά ότι πατάμε σε στέρεες βάσεις», λέει ο κ. Τσαούτος. Πολλά δε από τα νέα προϊόντα ξεκίνησαν αποκλειστικά ως εξαγώγιμα, για να μπουν μετά και στην ελληνική αγορά. «Για παράδειγμα το Σαγκουίνι. Το φτιάξαμε στις αρχές του ‘90 αποκλειστικά για την αγορά της Αυστραλίας. Επειτα από δύο χρόνια το λανσάραμε και στην Ελλάδα», σημειώνει.

Σε κάθε περίπτωση η πανδημία, παρά την αισιοδοξία του κ. Τσαούτου, έχει φέρει ανατροπές με αντίκτυπο στα οικονομικά μεγέθη. «Φέτος ξεκινήσαμε πολύ δυναμικά. Οι πρώτοι δύο μήνες έδειχναν ότι θα πιάσουμε τον στόχο που είχαμε θέσει για διψήφια ανάπτυξη φέτος. Επίσης, είχαμε προχωρήσει σε επενδύσεις 2,5 εκατ. ευρώ στις γραμμές παραγωγής πέρυσι, με αποτέλεσμα να περιορίσουμε το λειτουργικό μας κόστος και παράλληλα να αυξήσουμε την παραγωγική μας δυναμικότητα. Οπότε ήμασταν έτοιμοι να “τρέξουμε”. Τον Μάρτιο όμως ανεκόπη αυτή η ανοδική πορεία με το lockdown στην εστίαση», τονίζει.
Οπως λέει, το 50% των πωλήσεων της ΕΨΑ γίνονται μέσω της εστίασης και το υπόλοιπο 50% μέσω της λιανικής. «Παρ’ όλα αυτά είμαι αισιόδοξος ότι δεν θα χαθεί η χρονιά και μπορούμε με ένα καλό τρίμηνο να ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον κ. Τσαούτο, το 2019 ο κύκλος εργασιών της εταιρείας έκλεισε λίγο κάτω από τα 10 εκατ. ευρώ και παρέμεινε σε ζημιογόνα τροχιά. «Για φέτος όλοι έχουμε αναθεωρήσει τους στόχους. Για δυόμισι μήνες η μισή δραστηριότητά μας, που αφορούσε το HORECA, είχε ουσιαστικά μηδενιστεί. Η επανεκκίνηση της εστίασης είναι αργή, αλλά όλοι ελπίζουμε σε μια ομαλότητα τόσο το καλοκαίρι όσο και το φθινόπωρο», λέει. Ο ίδιος είναι αισιόδοξος λόγω και του κοινού της ΕΨΑ. «Ναι, ο τουρισμός θα είναι ένα μεγάλο πλήγμα για την οικονομία και την αγορά. Παρ’ όλα αυτά εμείς έχουμε ως πελάτη κυρίως τον Ελληνα καταναλωτή. Επειτα, τα μεγάλα ξενοδοχεία και οι δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί της χώρας μας είναι σήμερα ένα πεδίο στο οποίο κυριαρχούν οι πολυεθνικές, οπότε δεν νομίζω ότι θα δεχτούμε σοβαρό πλήγμα», σημειώνει. «Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθειά μας για επιστροφή σε κερδοφόρα τροχιά με βάση το σχέδιο που είχαμε εκπονήσει φαίνεται ότι θα επηρεαστεί και φέτος και του χρόνου», προσθέτει.
Σήμερα οι εργαζόμενοι στην εταιρεία είναι 95. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι στο εργοστάσιο του Βόλου. Το τελευταίο, με την περσινή επένδυση, ύψους 2,5 εκατ. ευρώ, έχει αναβαθμιστεί στο κομμάτι της παραγωγικής δυναμικής και του περιορισμού του κόστους παραγωγής. «Μας έχει δώσει πλέον τη δυνατότητα να διπλασιάσουμε την παραγωγή και παράλληλα να περιορίσουμε δραστικά τα μεταφορικά μας κόστη, αφού επενδύσαμε και σε μηχανή που “φουσκώνει” το πλαστικό μπουκάλι, το οποίο πλέον έρχεται στο εργοστάσιο με τη μορφή προπλάσματος».
Διευθύνουσα σύμβουλος της ΕΨΑ είναι η αδελφή του κ. Μιχάλη Τσαούτου, Πένυ, ενώ ο πατέρας τους Νίκος Τσαούτος παραμένει πρόεδρος. Επίσης, στο μετοχολόγιο της ιστορικής βιομηχανίας, εκτός της οικογένειας Τσαούτου, συμμετέχει ως μειοψηφούσα η οικογένεια Σεπετά της Βίκος, με την οποία πάντως τα σχέδια για συνεργασία -αρχικά στο δίκτυο διανομής και έπειτα για την είσοδο της Βίκος στα αναψυκτικά- δεν ευοδώθηκαν.
Παρ’ όλα αυτά, όπως τονίζει ο κ. Τσαούτος, στην εταιρεία κυριαρχεί η διάθεση συνεργατικότητας. «Γι’ αυτό εξάλλου και ήμασταν από τα ιδρυτικά μέλη της Πρωτοβουλίας ΕΛΛΑ-ΔΙΚΑ ΜΑΣ», τονίζει. Η Πρωτοβουλία, βάσει της οποίας πιστοποιείται ότι η παραγωγή, η έδρα και η ιδιοκτησία μιας εταιρείας είναι στην Ελλάδα, διαρκώς μεγαλώνει, φτάνοντας σήμερα να μετρά 61 μέλη.
Η ιστορία
Η καταγωγή της ΕΨΑ είναι από το παραθαλάσσιο χωριό της Αγριάς. Εκεί βρίσκεται το πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής εργοστάσιο της εταιρείας. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν πολλοί πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε όλη την Ελλάδα, δύο αδέλφια, ο Ιωάννης και ο Γεώργιος Κοσμαδόπουλος, ξεκίνησαν να αγοράζουν εκτάσεις στην Αγριά.
Ηταν από τη Ζαγορά, αργυραμοιβοί στο επάγγελμα, ενώ είχαν και δική τους τράπεζα. Ωστόσο ήθελαν να επενδύσουν στη φύση του Πηλίου και στην τότε τεχνολογία της ψυκτικής. Είχαν σκοπό να λειτουργήσουν ψυγεία για την παραγωγή πάγου και τη συντήρηση τροφίμων.
Το εργοστάσιο της ΕΨΑ ιδρύθηκε το 1924, παρουσία μάλιστα του Ελευθέριου Βενιζέλου, και εξαιτίας αυτής της μονάδας ο τότε πρωθυπουργός απαίτησε και πέτυχε την ηλεκτροδότηση όλης της περιοχής. Την ίδια περίοδο, Μικρασιάτες που είχαν φτάσει στην Ελλάδα μετά την καταστροφή της Σμύρνης είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή και διακινούσαν τη λεμονάδα που έφτιαχναν με την παραγωγή εσπεριδοειδών του Πηλίου. Ο Ιωάννης Κοσμαδόπουλος θεώρησε καλή επέκταση των επιχειρήσεών του το να συνδυάσει τα φρούτα με τα ψυγεία του και να επιχειρήσει να φτιάξει αναψυκτικά. Κάλεσε λοιπόν τον Γερμανό μηχανικό Οτο με σκοπό να δημιουργήσει τη σημερινή διάσημη λεμονάδα της ΕΨΑ. Εκτός από λεμονάδα, το εργοστάσιο άρχισε να παρασκευάζει και γκαζόζα.
Η ΕΨΑ κάνει τη μία επιτυχία μετά την άλλη, όμως σύντομα οι Κοσμαδόπουλοι πτωχεύουν. Το 1936 η ΕΨΑ περνάει στα χέρια της Εθνικής Τράπεζας. Η νέα διοίκηση αντιμετωπίζει την επιχείρηση όχι με γραφειοκρατική λογική όπως σήμερα, αλλά με πρωτοφανές μεράκι. Το 1937 μάλιστα η ΕΨΑ θα κερδίσει σε διαγωνισμό για την ποιότητά της. Το 1939 ένας υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας, ο Αριστείδης Αλεξανδρίδης, σχεδιάζει τη φιάλη με το σχήμα που αποτελεί πια σήμα κατατεθέν της ΕΨΑ, εξαιρετικά πρωτοποριακό για την εποχή του. Παρ’ όλα αυτά, για 30 χρόνια η εταιρεία θα είναι διαρκώς ζημιογόνα και υπό τραπεζική επιτήρηση. Σύντομα θα την αγοράσουν οι αδελφοί Μοσκαχλαϊδή και ο κ. Νίκος Τσαούτος. Το 1982 η παραγωγή της ΕΨΑ θα αυξηθεί στα 20.000 μπουκάλια την ώρα.
Οι νέοι ιδιοκτήτες πιστεύουν πολύ στο προϊόν τους. Στην γκάμα θα προστεθούν η βυσσινάδα, η σόδα, η πορτοκαλάδα με ανθρακικό, η lemon cola και το τσάι με λεμόνι, με την ποιότητά τους να κάνει όλο και περισσότερους Ελληνες να τα προτιμούν σε σύγκριση με τα διάσημα αναψυκτικά των πολυεθνικών. Σήμερα η παραγωγή φτάνει τις 30.000 φιάλες και τα 18.000 αλουμινένια κουτιά την ώρα, ενώ η εταιρεία έχει ανοίξει τα φτερά της και στο εξωτερικό.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.