Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ
Τελικά υπάρχουν εκείνες οι επιχειρήσεις που το «κακό» δεν λέει να τις αφήσει. Επάνω που η αρτινή οικογένεια Παπαγιάννη έβλεπε μια πρώτη ανάκαμψη και που χάρη στις επενδύσεις της στο χαβιάρι, μετά τα αλλαντικά της φίρμας ΒΙ.Κ.Η. έδειχναν να αποδίδουν, μια καταστροφική πυρκαγιά ήλθε να αλλάξει και πάλι την αφήγηση. Ενώ δηλαδή ο όμιλος κατόρθωνε να βγει σιγά – σιγά και με σχέδιο από την κρίση, η μεγάλη πυρκαγιά στο εργοστάσιο της θυγατρικής του ομίλου ΒΙ.ΚΗ εταιρείας ζωοτροφών Laky στο 12ο χλμ της Ε.Ο Άρτας-Πρέβεζας, στην Φιλιππιάδα, δυσκόλεψε την κατάσταση
Το ζήτημα είναι όμως οι αρτινοί βιομήχανοι να ξαναδείξουν την ίδια πυγμή και τόλμη και να βγουν από το αδιέξοδο. Να κατορθώσουν να ξεπεράσουν το πρόβλημα και να πάνε για μια ακόμη φορά μπροστά.
Όπως και να έχει, η βιομηχανία ΒΙ.Κ.Η είναι μια εταιρεία με μέταλλο. Είναι επιχειρηματίες που έχουν στόχο και πείσμα για να τον πετύχουν.
Η ιστορία της ΒΙ.Κ.Η
Το όνομα ΒΙ.Κ.Η. αποτελεί σύντμηση της επωνυμίας της Βιομηχανίας Κρέατος Ηπείρου. Η ιστορία της ξεκίνησε το 1973 όταν φτιάχτηκαν οι πρώτες εγκαταστάσεις της χοιροτροφικής μονάδας ΒΙΚΗ ΦΑΡΜ από μια ομάδα φιλόδοξων γεωπόνων και κτηνοτρόφων στην περιοχή της Άρτας. Μια περιφέρεια που μέχρι τότε ήταν ξεχασμένη όμως από το ’80 και χάρη στην πολιτική ενισχύσεων του ΠΑΣΟΚ αναβαθμίστηκε και πλέον έχει να επιδείξει κι άλλες μεγάλες εταιρείες τροφίμων κυρίαρχα στην ζωική παραγωγή όπως η Νιτσιάκος ή η Ήπειρος στο γάλα.
Το 1974, με την επιστημονική και τεχνολογική συνδρομή επιστημόνων από τη Γερμανία και τη Δανία, η βιομηχανία επεκτάθηκε και μετεξελίχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής και επεξεργασίας κρέατος στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο της συνεχούς ανάπτυξης, επεκτάθηκε και στην αγορά των προψημένων-κατεψυγμένων έτοιμων γευμάτων. Στην πορεία αυτή, η εταιρεία κέρδιζε διαρκώς μερίδιο στην αγορά και έκανε ταυτόχρονα τις απαραίτητες επεκτάσεις ώστε η παραγωγή να καλύπτει την αυξανόμενη ζήτηση. Σήμερα η βιομηχανία απασχολεί 300 εργαζόμενους σε μια πορεία προόδου παράλληλη με αυτήν της Ηπείρου. Μιας περιοχής ξεχασμένης η οποία όμως με το χρόνο προόδευσε κι έπαψε να αποτελεί το φτωχότερο μέρος της χώρας. Τουλάχιστον η Άρτα κινήθηκε διαφορετικά από τους υπόλοιπους φτωχούς νομούς της περιοχής.
Η οικογένεια Παναγιάννη που είναι οι βασικοί μέτοχοι του ομίλου που σήμερα κινείται με επιτυχία στον κλάδο των τροφίμων, από τα χρόνια του ’90 αποφάσισαν να κινηθούν πιο δυναμικά με δάνεια τα οποία πήραν. Δάνεια όμως που τελικά εξελίχθηκαν σε βρόγχο και μεγάλη επιβάρυνση με την πάροδο του χρόνου λόγω της μεγάλης κρίσης στην οποία η χώρα εισήλθε αλλά κι εξαιτίας λανθασμένων εκτιμήσεων του ομίλου και των μετόχων.
Μιας οικογένειας που πέρασε στα τέλη της δεκαετίας του 2000 σε μετάβαση με τον Νίκο Παπαγιάννη να αναλαμβάνει δράση. H εταιρεία «κουβαλάει» γύρω στα 25 εκατ. τραπεζικά δάνεια, με το σύνολο των υποχρεώσεων (βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων) να κινείται στα επίπεδα των 40 εκατ. Και μπορεί η ανάπτυξη της να ήταν ραγδαία και να την οδήγησε πολύ σύντομα σε σημαντικούς τζίρους άνω των 30 εκατ. ευρώ σε μια αγορά όπως ήταν το αλλαντικό που μεγάλωνε, όμως τα αποτελέσματα αυτής της επέκτασης φάνηκαν σύντομα. Και ήταν αρνητικά.
Έτσι εξάλλου συμβαίνει όταν κάποια πράγματα γίνονται βιαστικά και με μοναδικό σχέδιο το πώς θα ακολουθήσεις τους μεγάλους παίκτες της αγοράς. Κι αν η ΝΙΚΑΣ ήταν το πρώτο θύμα αυτής της κατάστασης και η Υφαντής το δεύτερο, την ίδια ώρα που η Creta Farms δυνάμωνε και κατακτούσε μερίδια αγοράς, η ΒΙ.Κ.Η έδειχνε να χάνει έδαφος. Η βιομηχανία από την Άρτα ακολουθώντας τη φιλοδοξία του Νίκου Παπαγιάννη που είναι σήμερα διευθύνων σύμβουλος και διοικεί την βιομηχανία που ίδρυσε μαζί με άλλους ο Δημήτρης Παπαγιάννης, πραγματοποίησε αρχικά άλματα. Για την ακρίβεια στο αποκορύφωμα της εξελίχθηκε σε όμιλο με 5 επιχειρήσεις και παρουσία, πέρα από τα αλλαντικά, στις ιχθυοτροφές-ιχθυοκαλλιέργειες και στις ζωοτροφές με τη θυγατρική εταιρεία «Lucky».
Πτυχιούχος της Γεωπονικής Σχολής Αθηνών ο Δημήτρης Παπαγιάννης από το 1962 έως και το 1965 εργάστηκε στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού στην Πρέβεζα. Το 1965 διορίστηκε στο υπουργείο Γεωργίας όπου μέχρι το 1973 εργάστηκε στη Διεύθυνση Γεωργίας της Άρτας με ευθύνη την κτηνοτροφία. Άνθρωπος με όραμα όμως και με θέληση να πετύχει, το 1969 έκανε κάτι ασυνήθιστο. Αποφάσισε να πάει στην Αγγλία για μεταπτυχιακές σπουδές στη γεωργική οικονομία κι αυτό διότι έβλεπε μακριά. Ήθελε να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και να βρει έναν δικό του δρόμο. Και το κατάφερε.
Το 1973 παραιτήθηκε από υπάλληλος του υπουργείου Γεωργίας και ίδρυσε τη ΒΙ.Κ.Η ΑΕ, τη ΒΙ.Κ.Η Φσρμ ως χοιροτροφική επιχείριση παραγωγής 12.000 ζωών το χρόνο, τη Lacky στις ζωοτροφές και τη ΧΕΛΠΑ μια μονάδα παραγωγής χελιού και οξύρυγχου. Ο ίδιος προχώρησε μάλιστα και σε άλλα επίπεδα εκπροσωπώντας θεσμικά για πολλά χρόνια τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Κρέατος, όντας μέλος της Τράπεζας Πειραιώς, μέλος του ΣΕΒ και πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Άρτας.
Στην περίοδο της κρίσης ωστόσο άρχισε η υποχώρηση του ομίλου που η οικογένεια Παπαγιάννη δημιούργησε, με τις πωλήσεις να πέφτουν και τις υποχρεώσεις να ανεβαίνουν, ενώ η δυναμική της σε επίπεδο μεριδίων ήταν γεωγραφικά περιορισμένη. Όλα αυτά συνέβησαν επειδή η οικογένεια έπεσε θύμα των φιλοδοξιών της να γίνει όπως πολλοί έλεγαν «Δομαζάκηδες στη θέση των Δομαζάκηδων». Το success story των δημιουργών του Εν Ελλάδι και της Creta Farms και ομολογουμένως ιντρίγκαρε πολλούς. Κι αυτό διότι δύο businessmen από το Ρέθυμνο κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια εταιρεία – πρότυπο στα αλλαντικά. Αυτό ήθελαν και οι Αρτινοί να επιτύχουν, όμως η βιασύνη άρχισε να τους κοστίζει. Η έμφαση στην εξαγωγική δραστηριότητα ήταν το πρώτο τους βήμα. Κατόπιν ακολούθησε η εκτροφή γαλοπούλας. Βέβαια η ΒΙ.Κ.Η. δεν απέφυγε μια σειρά προστίμων για ακατάλληλη ποιότητα στο κρέας της, κι αυτό διότι βιάστηκε και σε αυτόν τον τομέα.
Οι δυσκολίες και η επιστροφή
Κάπως έτσι, ο όμιλος πέρασε από περιπέτειες. Για την ακρίβεια οι τελευταίες πέντε οικονομικές χρήσεις ήταν ζημιογόνες με πολλούς να προβλέπουν μια δύσκολη τύχη για την εταιρεία ανάλογη με αυτήν της Νίκας. Τότε όμως ήταν που ο νυν διευθύνων σύμβουλος κ. Νίκος Παπαγιάννης πήρε την κατάσταση δυναμικά στα χέρια του και αποφάσισε να αλλάξει γραμμή. Το 2016 η ΒΙ.Κ.Η. κατόρθωσε να σταθεροποιήσει την πορεία και τις φθίνουσες μέχρι τότε πωλήσεις της στα επίπεδα των 20 εκατ. ευρώ, έχοντας μερίδιο αγοράς 6%. Να πούμε πως ο τζίρος της βιομηχανίας ξεπερνούσε τα 30 εκατ. ευρώ με αποτέλεσμα η αρνητική αυτή βουτιά να έχει αφήσει σημάδια στη λειτουργία της εταιρείας. Επιπλέον, ύστερα από αρκετές ζημιογόνες χρήσεις η εταιρεία αλλαντικών εμφάνισε κέρδη, με ένα EBITDA της τάξης του 1,7 εκατ. ευρώ.
Η αύξηση της παρουσίας της βιομηχανίας και τα θετικά αποτελέσματα έγιναν ορατά ήδη από τους τελευταίους μήνες του 2016 κι όλα αυτά χάρη σε ένα γενναίο πρόγραμμα συμμαζέματος και περιστολής δαπανών. Βέβαια αυτό δεν έγινε δίχως θυσίες που κόστισαν στην τοπική κοινωνία σε απολύσεις και μειώσεις μισθών. Κι αυτό σε μια περιοχή όπως η Άρτα με δεδομένα προβλήματα απασχόλησης και ανεργία. Επίσης η εταιρεία επανεξέτασε τις προσφορές της στα σούπερ μάρκετ, τις σχέσεις με το λιανεμπόριο, το μείγμα των προϊόντων της ώστε αυτό να είναι επιτέλους κερδοφόρο ενώ κοίταξε προς άλλες δραστηριότητες. Μετά την κατάρρευση του γκρουπ Μαρινόπουλου, η εταιρεία επίσης βρέθηκε σε δύσκολη και σύνθετη θέση καθώς βρέθηκε με άνοιγμα άνω του 1 εκατ. ευρώ και στηρίζοντας τις επιλογές της οικογένειας Σκλαβενίτη για τη νέα ημέρα.
Το μέλλον
Για το 2017, η διοίκηση της εταιρείας είναι αισιόδοξη παρά τη μεγάλη πτώση του κλάδου τροφίμων. Ήδη όπως τονίζει ο κ. Νίκος Παπαγιάννης αναμένεται μονοψήφια αύξηση των πωλήσεων, ενώ ξεκινά και η προώθηση νέων προϊόντων, με μια μεγαλύτερη έμφαση στον κλάδο των ζωοτροφών για σκύλους και γάτες μέσω της εταιρείας LAKΥ η οποία έχει το μεγαλύτερο εργοστάσιο ξηρών τροφών για κατοικίδια στη χώρα με τζίρο 12 εκατ. ευρώ και παρουσία σε 12 χώρες του εξωτερικού. Κι όλα αυτά σε μια αγορά προβληματική καθώς υπολογίζεται ότι η κατανάλωση αλλαντικών υποχωρεί με ρυθμούς της τάξης του 14%, ποσοστό μεγαλύτερο του μέσου όρου στα τρόφιμα. Αυτή είναι η κληρονομιά των σκανδάλων στα αλλαντικά με εταιρείες όμως που δεν συμμετείχαν να πριμοδοτούνται. Σενάρια των τελευταίων ημερών πάντως αναφέρονταν σε περίπτωση εξαγοράς της αρτινής βιομηχανίας της οικογένειας Παπαγιάννη από σχήμα στο οποίο θα ηγείται η Νίκας. Ο Νίκος Παπαγιάννης έχει διαψεύσει αυτές τις ειδήσεις αν και είναι γνωστές οι επαφές στο παρελθόν με την Chipita του Σπύρου Θεοδωρόπουλου. Κανένας όμως δεν γνωρίζει τι θα γίνει αν οι πιέσεις συνεχιστούν ή επανέλθουν. Στα σημαντικά στοιχεία της εταιρείας πάντως είναι η άμεση σύνδεση της με την τοπική παραγωγή καθώς απορροφά ποσοστά άνω του 35% από την κτηνοτροφία τυης περιοχής στο χοιρινό κρέας.
Ο Θεός αγαπά το χαβιάρι
Παράλληλα, ο όμιλός ασχολείται με την παραγωγή χαβιαριού, μέσω του brand «thesauris», το οποίο κατευθύνεται αμιγώς στις διεθνείς αγορές. Και εδώ οι προοπτικές είναι ευοίωνες καθώς υπάρχει υψηλή ζήτηση. Αν θυμηθούμε τη γνωστή ταινία του Γιάννη Σμαραγδή με τίτλο «ο Θεός αγαπά το χαβιάρι» τότε σε παραλληλία φαίνεται να αγαπά και τη ΒΙ.Κ.Η που ποντάρισε στο προϊόν αυτό από τη θάλασσα.
Προϊόν γνωστό από την αρχαιότητα που προέρχονταν αποκλειστικά από τη Μαύρη Θάλασσα, το χαβιάρι διαδόθηκε στην Ευρώπη στα τελευταία χρόνια της τσαρικής Ρωσίας και συνδέεται με έναν σπουδαίο Έλληνα και μετέπειτα εθνικό ευεργέτη, τον Ιωάννη Βαρβάκη, ο οποίος, έχοντας κερδίσει την εύνοια της Αυτοκράτειρας Αικατερίνης, εγκαταστάθηκε στην πόλη Αστραχάν της Κασπίας όπου και επιδόθηκε στην κατεργασία και παρασκευή χαβιαριού δημιουργώντας εκεί μεγάλο εργοστάσιο. Πρόκειται για το πλέον …πολυτελές τρόφιμο στον πλανήτη στο οποίο κι η ΒΙ.Κ.Η επένδυσε προ ετών σε μια επένδυση που αποδίδει πλέον καρπούς.
Η μονάδα Thesauri, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Άρτα, αποδεικνύει την προοπτική που έχουν οι οξύρυγχοι, που στις ωοθήκες τους κρύβουν αυτόν τον πολύτιμο θησαυρό. Η εταιρεία παραγωγής χαβιαριού Thesauri της οικογένειας Παπαγιάννη, έχει εγκαταστάσεις υψηλών προδιαγραφών, με μεγάλες δεξαμενές. Το πιο σπάνιο είδος οξύρυγχου είναι το Beluga, και είναι αυτό που δίνει το πρώτο σε ποιότητα χαβιάρι. Πρόκειται για προϊόν που χρειάζεται 12 χρόνια για να είναι έτοιμο να γεννήσει, και ζει έως 100 χρόνια. Ο Νίκος Παπαγιάννης ο οποίος και αποφασιστικά κινήθηκε σε αυτή την επένδυση νιώθει πλέον απόλυτα δικαιωμένος καθώς η εταιρεία αυτή κινείται διαρκώς ανοδικά και με επιτυχία απρόσμενη. Κι αυτό διότι λίγοι περίμεναν πως σε μια χώρα με τόσο μεγάλη κρίση θα υπήρχε τέτοια κατανάλωση κι εξαγωγές.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.