Πίσω από κάθε πλειστηριασμό κρύβεται συνήθως μια δυσάρεστη ιστορία.
Κυρίως όσον αφορά τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα ακίνητά τους, αυτές οι ιστορίες μετρούν δεκαετίες και κάποιες φορές μοιάζουν με μυθιστόρημα. Περιγράφοντας μια πορεία που ξεκίνησε από…χαμηλά, για να φτάσει κάποτε στην κορύφωση και μετά να ακολουθήσει μια σταδιακή ή και…απότομη πτώση.
Δύο τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτές της «Καπνική Μιχαηλίδης» και της μεταλλοβιομηχανίας Spider της οικογένειας Πέτσιου, οι μονάδες των οποίων έχουν προγραμματιστεί να βγουν στο σφυρί το επόμενο διάστημα.
Η Καπνική Μιχαηλίδη
Η «Καπνική Α. Μιχαηλίδης Α.Ε.» (Leaf Tobacco A.Michailides S.A) με παρουσία κάποτε σε 8 χώρες μέσω παραγωγικών μονάδων και θυγατρικών και με τρία εργοστάσια στην Ελλάδα, έφτασε να κατακτήσει την 4η θέση ανάμεσα στους ισχυρότερους του κλάδου διεθνώς, έχοντας μπροστά της μόνο τρεις αμερικανικές πολυεθνικές, τις Universal, Dimon και Transcontinental. Ωστόσο, πριν μια δεκαετία, η εταιρεία εισήλθε σε ένα σκοτεινό τούνελ κρίσης, με διαλυτικές συνέπειες.
Μάλιστα, από τον περασμένο Σεπτέμβριο έχει τεθεί σε διαδικασία λύσης και εκκαθάρισης.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτελεί το φινάλε σε μια μακρά διαδρομή 140 ετών. Όλα άρχισαν από την προσωπική εταιρεία του Αναστάσιου Μιχαηλίδη στη Δράμα και λίγα χρόνια αργότερα στη Θεσσαλονίκη, όταν το τιμόνι της καπνεμπορικής επιχείρησης ΑΚΕ Α. Μιχαηλίδης ανέλαβε ο γιος του Αλέξανδρος. Καθοριστική για τη γιγάντωση της εταιρείας υπήρξε στη συνέχεια η συμβολή του Γιάννη Μιχαηλίδη, γιου του Αλέξανδρου, που γεννήθηκε στη Δράμα το 1923 και ήρθε στη Θεσσαλονίκη με τους γονείς και τα τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια του σε ηλικία μόλις δύο ετών.
Απόφοιτος της Γερμανικής Σχολής, σπούδασε στη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου απ’ όπου αποφοίτησε το 1945. Εκτός από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, υπήρξε δεινός και πολυβραβευμένος ιστιοπλόος. Αναδείχθηκε μάλιστα πρωταθλητής Ελλάδος τα έτη 1953 και 1954, ενώ το 1955 κατέκτησε και την 3η θέση στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα. Το 1946 παντρεύτηκε τη Νένε Λιβαδά, κόρη του τότε πρύτανη του ΑΠΘ και συναθλήτριά του στον Ιστιοπλοϊκό Όμιλο Θεσσαλονίκης. Το 1950 ήταν η δική του σειρά να αναλάβει τα ηνία της εταιρείας.
Ο Γιάννης Μιχαηλίδης υπήρξε εμβληματική προσωπικότητα της καπνοβιομηχανίας – και όχι μόνο. Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τη βιομηχανική κατεργασία των ανατολίτικων καπνών, αλλά και νέες ποικιλίες, εκείνος που ξεκίνησε και εδραίωσε τη συμβολαιακή γεωργία στην καπνοκαλλιέργεια, ενώ διατηρούσε μέχρι το τέλος της ζωής του στενές σχέσεις με τους εργαζομένους. Επί των ημερών του η Καπνική Μιχαηλίδης εκτοξεύτηκε αποκτώντας κυρίαρχο ρόλο τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

Δεν αρκέστηκε, όμως, σε αυτό, καθώς επέκτεινε το επιχειρηματικό του εκτόπισμα και πέραν των καπνών. Έτσι, ήταν εκείνος που ίδρυσε την πρώτη εταιρεία κατεψυγμένων λαχανικών στην Ελλάδα, την πασίγνωστη «Μπάρμπα Στάθης», την οποία μάλιστα εισήγαγε στο Χρηματιστήριο το 1991. Στη συνέχεια, το 1994, προχώρησε στην πώλησή της στη Δέλτα. Η εταιρεία αργότερα εντάχθηκε στον όμιλο Vivartia και πρόσφατα εξαγοράστηκε από την Ideal Holdings. Παράλληλα, ο Γ. Μιχαηλίδης ίδρυσε και την ΕΒΥΠ (Ιωάννης Μιχαηλίδης Εμπορικές και Βιομηχανικές Επιχειρήσεις), εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της παραγωγής υδρολυμένων πρωτεϊνών και αμινοξέων φυτικής προέλευσης για χρήση στη γεωργία, η οποία εξακολουθεί να ανήκει σε μέλη της οικογένειας Μιχαηλίδη και να κινείται σε αναπτυξιακό τροχιά.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Γ. Μιχαηλίδης διετέλεσε πρόεδρος της Καπνεμπορικής Ομοσπονδίας Ελλάδος και πρόεδρος του Συλλόγου Καπνεμπόρων Θεσσαλονίκης μέχρι το 1990, μέλος των Δ.Σ. του ΣΒΒΕ, της Εθνικής Τράπεζας, αλλά και πρόεδρος του Ιστιοπλοϊκού Ομίλου Θεσσαλονίκης (την περίοδο 1963-1966), ενώ έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 2020 σε ηλικία 97 ετών.

Διεθνές εκτόπισμα
Τη σκυτάλη παρέλαβε από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 -και επίσημα από το 1986- ο γιος του Αλέξανδρος Μιχαηλίδης, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην πορεία και την περαιτέρω άνοδο της επιχείρησης. Αν και ο ίδιος είχε χαράξει αρχικά διαφορετική ρότα, επιδιώκοντας να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα, τελικά πείστηκε από τον πατέρα του να ασχοληθεί µε την οικογενειακή επιχείρηση. Κάπως έτσι εγκατέλειψε την Αυστρία, στην οποία σπούδαζε, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και επέστρεψε στην Ελλάδα, υποτάσσοντας το προσωπικό του όραμα στην ανάγκη να υπάρξει συνέχεια στον όμιλο. Αφού θήτευσε επί χρόνια στο πλευρό του Γιάννη Μιχαηλίδη, όταν πήρε στα χέρια του το πηδάλιο, συνέβαλε τα μέγιστα για τη διεθνή επέκτασή του.
Η αρχή έγινε το 1992 από την Αλβανία και συνεχίστηκε στη Βόρεια Μακεδονία, στην Ιταλία, στη Σλοβακία, στη Μολδαβία, στη Ρουμανία, στην Τουρκία και τη Βουλγαρία, όπου το εργοστάσιο στο Σαντάνσκι ήταν το τελευταίο στην αλυσίδα της εκτός συνόρων παρουσίας της Καπνική Μιχαηλίδης.

Με παρουσία σε 8 χώρες μέσω παραγωγικών μονάδων και θυγατρικών και με τρία εργοστάσια στην Ελλάδα, στη Σιταριά Πολυκάστρου Kιλκίς, -το µεγαλύτερο στον κόσµο στην επεξεργασία ανατολικών καπνών-, στην Ξάνθη για επεξεργασία μπασμά και στη Bιομηχανική Περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης για καπνά τύπου Virginia και Burley, ο όμιλος έφτασε να κατακτήσει την 4η θέση ανάμεσα στους ισχυρότερους του κλάδου διεθνώς.
Οι οικονομικές επιδόσεις του βέβαια δεν έφτασαν ποτέ βέβαια στα επίπεδα των πολυεθνικών ανταγωνιστών του, αλλά στις καλές εποχές έκανε κύκλο εργασιών της τάξης των 140-170 εκατ. ευρώ καταγράφοντας σταθερά σημαντική κερδοφορία. Πάντως, κατάφερε να αναδειχθεί σε διεθνή παίκτη αξιοποιώντας την κυρίαρχη θέση του στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο και αποκτώντας έτσι πελατολόγιο στο οποίο φιγούραραν κολοσσοί όπως η Philip Morris και η Japan Tabacco.
Μπορεί οι οικονομικές επιδόσεις να ήταν ικανοποιητικές, ωστόσο υπήρχαν αρκετά ανοίγματα κυρίως σε δανεισμό. Για παράδειγμα, στην… ανέφελη ακόμη εποχή του 2012 ο τζίρος της Καπνική Μιχαηλίδης έφτανε τα 168,5 εκατ. ευρώ, τα καθαρά κέρδη τα 12 εκατ. ευρώ, αλλά και το σύνολο των υποχρεώσεων τα 380 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων άνω των 200 εκατ. αφορούσαν δάνεια.

Η κατάρρευση
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2016, ήρθε η μεγάλη ανατροπή, όταν η Εθνική Τράπεζα προχώρησε σε έλεγχο των αποθηκών της θυγατρικής της Προνομιούχου Ανωνύμου Εταιρείας Γενικών Αποθηκών Ελλάδος (ΠΑΕΓΑΕ) και διαπιστώθηκε σημαντικό έλλειμα στις ποσότητες καπνού για τις οποίες υπήρχαν αποθηκευτικοί τίτλοι. Με άλλα λόγια, η Καπνική Μιχαηλίδης βρέθηκε υπόλογη απέναντι στις τράπεζες που τη δάνειζαν έναντι των αποθηκευμένων ποσοτήτων καπνών, ότι είχε δώσει ανακριβή στοιχεία για το ύψος των αποθεμάτων της. Έτσι, οι υφιστάμενες ποσότητες, ύψους άνω του 1 εκατομμυρίου τόνων, κατασχέθηκαν, με αποτέλεσμα η εταιρεία να αδυνατεί να τηρήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της απέναντι στους πελάτες της, αλλά και οι παραγωγοί να μείνουν απλήρωτοι για τη σοδειά του 2016.
Αυτά είχαν αλυσιδωτές επιπτώσεις στους παραγωγούς, αλλά και τους εργαζομένους της Καπνική Μιχαηλίδης, ενώ έκτοτε ξεκίνησε ένα σίριαλ στις δικαστικές αίθουσες και τις αποθήκες της εταιρείας με πολλά επεισόδια. Στην πορεία τα δικαστήρια αναγνώρισαν την κυριότητα των παραγωγών επί των καπνών της σοδειάς του 2016. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2017 οι καπνοπαραγωγοί κατέθεσαν ασφαλιστικά μέτρα πετυχαίνοντας να πάρουν πίσω 1.400 τόνους καπνών που τους μετέφεραν σε άλλες αποθήκες.
Ακόμη, τον Δεκέμβριο του 2021 το Εφετείο Θεσσαλονίκης αποφάσισε ότι ποσότητα καπνών πρέπει να δημοπρατηθεί προς όφελος των εργαζομένων στην επιχείρηση για την καταβολή δεδουλευμένων. Λίγες ημέρες αργότερα έγινε η πρώτη δημοπρασία για περίπου 2,5 τόνους που πουλήθηκαν αντί 3,56 εκατ. ευρώ.

Αυτή η περιπέτεια οδήγησε την κραταιά εταιρεία σε σταδιακή κατάρρευση. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις για το 2024, ο κύκλος εργασιών ήταν μόλις 8.503 ευρώ (έναντι 169.952 ευρώ το 2023), ενώ καταγράφονται «λοιπά έσοδα και κέρδη» ύψους 11,7 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της χρήσης ήταν ζημίες 27,28 εκατ. ευρώ (έναντι ζημιών 6,59 εκατ. ευρώ το 2023), με τις συσσωρευμένες ζημίες να φτάνουν τα 621 εκατ. ευρώ και τις υποχρεώσεις τα 671,33 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, άρχισαν και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί για ποσότητες καπνών και για τις παραγωγικές μονάδες της εταιρείας. Έτσι, στο στόχαστρο έχουν βρεθεί από τον Φεβρουάριο του 2024 το βιομηχανικό συγκρότημα στο Κιλκίς, το οποίο είναι πλέον εκτός λειτουργίας καθώς και το συγκρότημα στη ΒΙ.ΠΕ. Θεσσαλονίκης, για τα οποία έχουν διενεργηθεί κάποιοι άγονοι πλειστηριασμοί.
Από τον Ιανουάριο του 2026 ξεκίνησε ένας νέος κύκλος πλειστηριασμών, με επισπεύδουσα τη Deutsche Bank AG για απαιτήσεις περί τα 300 εκατ. ευρώ, που μέχρι τώρα δεν είχαν αποτέλεσμα.

Έτσι, για τις 22 Απριλίου έχουν προγραμματιστεί τα επόμενα σφυριά.
Το πρώτο αφορά ένα γήπεδο έκτασης 200.876,61 τ.μ., άρτιο και οικοδομήσιμο, στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού Κοτύλη (Καζάνοβο) στο Πολύκαστρο του Δήμου Παιονίας Κιλκίς, και συγκεκριμένα επί του 2ου χλμ. της επαρχιακής οδού Σιταριάς – Πολυκάστρου. Επί του γηπέδου έχει ανεγερθεί κτιριακό συγκρότημα αποθήκευσης και επεξεργασίας καπνού επιφάνειας 81.602 τ.μ. Η νέα μειωμένη τιμή πρώτης προσφοράς έχει οριστεί σε 4.219.150 ευρώ.
Το δεύτερο αφορά το συγκρότημα της εταιρείας στην κοινότητα Νεοχωρούδας του Δήμου Ωραιοκάστρου στη ΒΙ.ΠΕ. Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα γήπεδο συνολικής έκτασης 34.208,48 τ.μ., μετά του βιομηχανικού συγκροτήματος επεξεργασίας καπνού, «με όλα τα συστατικά, παραρτήματα, παρακολουθήματα, προσαυξήματά του», όπως αναφέρεται. Επί του γηπέδου υφίστανται 5 κτήρια που αποτελούν βιομηχανοστάσιο εμβαδού 31.839 τ.μ.
Η νέα μειωμένη τιμή πρώτης προσφοράς έχει οριστεί σε 4.064.000 ευρώ.
Ακόμη και τα πιο γερά μέταλλα λυγίζουν…
Ακόμη και τα πιο γερά μέταλλα λυγίζουν, μπορεί να σκεφτεί κανείς για την περίπτωση της Μεταλλοβιομηχανία Πέτσιος και Υιοί, γνωστότερης ως Spider.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας μικρής οικογενειακής επιχείρησης που εξελίχθηκε σε ισχυρό βιομηχανικό όμιλο και από τους leaders του κλάδου της. Για να ακολουθήσει η σταδιακή πτώση της…
Η αφετηρία της Spider ήταν το μικρό μηχανουργείο για την κατασκευή καλουπιών, το οποίο άνοιξε ο Νικόλαος Πέτσιος το 1946 στα Γιάννενα. Τον γενέθλιο τόπο που η οικογένεια δεν εγκατέλειψε ποτέ, ακόμη κι όταν το μικρό εργαστήριο εξελίχθηκε τις επόμενες δεκαετίες στον πολυεπίπεδο όμιλο.

Η ανοδική πορεία ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όταν η ατομική επιχείρηση επεκτάθηκε στην παραγωγή μεταλλικών επίπλων, σομπών πετρελαίου και άλλων προϊόντων.
Το πρώτο μεγάλο βήμα ήταν το 1968, με την παραγωγή των λυόμενων ραφιών με τα οποία εξοπλίστηκαν τα πρώτα σούπερ μάρκετ που έκαναν τότε δειλά την εμφάνισή τους στη χώρα μας.
Μέσα σε μια τετραετία, το 1972, η οικογενειακή επιχείρηση εξελίχθηκε σε ανώνυμη εταιρεία και λίγο μετά απέκτησε πανελλαδική εμβέλεια, με τον τομέα τον ραφιών να κάνει χρυσές δουλειές. Έτσι, το 1974 άνοιξε αντιπροσωπεία στη Θεσσαλονίκη και εκθεσιακό χώρο στην Αθήνα, ενώ την ίδια χρονιά έγινε η πρώτη εταιρεία που ανέλαβε την κατασκευή μεταλλικών μερών των φορτηγών Stayer και στη συνέχεια χαλύβδινων καλύκων, ερπυστριών αρμάτων και μερών οχημάτων τζιπ.
Την αμέσως επόμενη χρονιά προχώρησε στην ανέγερση δεύτερου εργοστασίου – πάντα στα Γιάννενα. Στη συνέχεια, το 1980 έθεσε σε λειτουργία μια νέα υπερσύγχρονη μονάδα παραγωγής χαλύβδινων καλύκων για λογαριασμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το 1983, η εταιρεία εισήλθε στον κλάδο παραγωγής προϊόντων για το περιβάλλον, ως πρωτοπόρα στην παραγωγή σύγχρονων κάδων μηχανικής αποκομιδής.
Ανάπτυξη εντός και εκτός συνόρων
Τη δεκαετία του ’90 ο όμιλος άνοιξε τα φτερά του εκτός συνόρων, ιδρύοντας το 1995 τη θυγατρική Spider Italia, με αντικείμενο την εμπορία κάδων απορριμμάτων και το 1998 τη Spider UK, με την οποία δραστηριοποιήθηκε επίσης στην εμπορία συστημάτων αποκομιδής και διαχείρισης απορριμμάτων.
Ακόμη, το 1999, εξαγοράστηκε η εμπορική Spider Εξοπλισμοί Επιχειρήσεων, με σκοπό την πλήρη καθετοποίηση των δραστηριοτήτων στον τομέα του εξοπλισμού καταστημάτων, ενώ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς η εταιρεία έκανε εισαγωγή στην Παράλληλη Αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών αντλώντας κεφάλαια 5,2 δισ. δραχμών (15,3 εκατ. ευρώ).

Ακολούθησε η εξαγορά πλειοψηφικού ποσοστού της Επιπλοτεχνική Α.Ε., προκειμένου να εμπλουτίσει την γκάμα της καλύπτοντας τις ανάγκες εξοπλισμού κάθε επαγγελματικού χώρου.
Με την αυγή της νέας χιλιετίας, το 2001, ο όμιλος εισήλθε δυναμικά στον κλάδο της βιομηχανικής υπεργολαβίας, πετυχαίνοντας τη στρατηγικής σημασίας συμφωνία που αφορούσε την παραγωγή των μεταλλικών μερών του Jeep Mercedes, για λογαριασμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Έτσι, η Spider έγινε η πρώτη ελληνική επιχείρηση που κατασκεύαζε το σύνολο των μεταλλικών μερών ενός οχήματος στη χώρα μας. Την ίδια χρονιά η θυγατρική Spider UK διεύρυνε την παρουσία της στη βρετανική αγορά με τη δραστηριοποίησή της και στον κλάδο εξοπλισμού καταστημάτων.
Παράλληλα υπήρξαν και άλλα ανοίγματα, όπως στη Ρουμανία με τη Spider Romania Productions Srl, από την οποία αποεπένδυσε το 2002, αλλά και στον χώρο της ενέργειας με συμμετοχή στη Spider Ενεργειακή, που το 2006 μεταβιβάστηκε στον όμιλο Μytilineos.

Το 2007 ιδρύθηκε η θυγατρική Spider Υπηρεσίες Περιβάλλοντος, με στόχο να καλύψει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που ξεκινούσε από την αποκομιδή και διαχείριση απορριμμάτων, τη διαλογή, επεξεργασία και ανακύκλωσή τους, την εναλλακτική διαχείριση συσκευασιών με ατομικό σύστημα ή συμμετοχή σε συλλογικό και έφτανε στη δημιουργία μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, θερμού ύδατος και ατμού, μέσω της αξιοποίησης των αποβλήτων.
Έτσι, ο όμιλος στο απόγειό του διέθετε εκθεσιακούς χώρους και αντιπροσωπείες σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα, με την παραγωγική καρδιά του να παραμένει στα Γιάννενα. Εκεί έστησε τρεις ιδιόκτητες βιομηχανικές εγκαταστάσεις: η πρώτη, συνολικής επιφάνειας 9.800 τ.μ. επί οικοπέδου 27.919 τ.μ., στη θέση Καρδαμίτσια Βουνοπλαγιάς, όπου ήταν η έδρα και τα κεντρικά γραφεία της. Η δεύτερη, συνολικής επιφάνειας 5.280 τ.μ. επί οικοπέδου 7.000 τ.μ., σε τοποθεσία έναντι του αεροδρομίου Ιωαννίνων. Και η τρίτη με το μεγάλο συγκρότημα στη ΒΙ.ΠΕ. Ιωαννίνων, επί οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 102.556 τ.μ.
Η πορεία προς την πτώση
Παρά ταύτα, το πιο στιβαρό επιχειρηματικό όνομα στη βαριά βιομηχανία της Ηπείρου και από τα ισχυρότερα στον χώρο του μετάλλου οδηγήθηκε σε ναυάγιο.
Αρκετοί ισχυρίζονται ότι ο πρώτος σοβαρός κλυδωνισμός προκλήθηκε με την αποχώρηση του ενός εκ των δύο αδελφών Πέτσιου, οι οποίοι είχαν διαδεχθεί τον πατέρα τους στο τιμόνι της εταιρείας.
Άλλοι, όμως, αποδίδουν την πτώση στην οικονομική κρίση, αλλά και στα χρέη των δήμων προς τη Spider για το έργο των κάδων, τα οποία μόνο το 2013 έφταναν τα 6 εκατ. ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση, ήδη από τη χρήση του 2010, ο επικεφαλής της εταιρείας Κωνσταντίνος Πέτσιος έκανε σαφή αναφορά,- στην οικονομική έκθεση-, στη δυσμενή συγκυρία και τα αρνητικά αποτελέσματα παρά τις διαρκείς περικοπές…
Στην πραγματικότητα, έκτοτε η εταιρεία δεν κατάφερε να σηκώσει κεφάλι, σημειώνοντας μέσα σε μια τετραετία μείωση εσόδων κατά 70%. Έτσι, από το 2012 οι μετοχές της στο Χρηματιστήριο Αθηνών μεταφέρθηκαν στην κατηγορία επιτήρησης, ενώ από τις αρχές του 2013 έφτασε να οφείλει περί τα 2,3 εκατ. ευρώ μόνο σε δεδουλευμένα προς το προσωπικό.
Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς υπέγραψε συμφωνητικό παροχής χρηματοδοτικών διευκολύνσεων διά κοινοπραξίας πιστωτών (stand still agreement) με τις τράπεζες, καταθέτοντας επιχειρησιακό σχέδιο εξυγίανσης, το οποίο ωστόσο δεν ανέστρεψε την κατάσταση.
Ακολούθησε η αίτηση υπαγωγής στις προβλέψεις του Πτωχευτικού Κώδικα, χωρίς όμως ούτε αυτή να οδηγεί σε οριστικό αποτέλεσμα.
Έτσι, ακόμη και σήμερα η εταιρεία τυπικά παραμένει ενεργή, με διοίκηση διορισμένη από το δικαστήριο.

Στην τελευταία οικονομική έκθεση για τα αποτελέσματα του 2014, τα οποία εκδόθηκαν τον Μάρτιο του 2016, αναφερόταν ότι η εταιρεία έχει ανεκτέλεστες παραγγελίες τόσο από ανειληµµένες υποχρεώσεις συµβάσεων που έχει υπογράψει µε δήµους για τη διαχείριση απορριµµάτων όσο και µε µεγάλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο του λιανικού εµπορίου (σούπερ μάρκετ κ.λπ.) για την προµήθεια συστηµάτων εξοπλισµού για τα νέα καταστήµατα που δηµιουργούν στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Τονιζόταν, ωστόσο, ότι λόγω των προβληµάτων ρευστότητας που αντιµετωπίζει δεν έχει συνεχή ροή προµήθειας πρώτων υλών, µε αποτέλεσµα να παρουσιάζει µεγάλα διαστήµατα παραγωγικής αδράνειας και ως εκ τούτου να διαγράφει σηµαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση των ανειληµµένων υποχρεώσεών της και την έγκαιρη εκτέλεση των παραγγελιών, γεγονός που δεν επιτρέπει την αύξηση του κύκλου εργασιών της. Τότε γινόταν αναφορά σε σχέδιο αναδιάρθρωσης και ευρύτερης ανασυγκρότησης για τη χρονική περίοδο 2015-2024, «το οποίο έχει αποστείλει στις πιστώτριες τράπεζες και βρίσκεται ήδη σε προχωρηµένο στάδιο αξιολόγησής του».
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος Κωνσταντίνος Πέτσιος προσδοκούσε την έγκριση του σχεδίου και τη χορήγηση νέας χρηματοδότησης από τις τράπεζες ώστε η εταιρεία να κατορθώσει να τονώσει τη ρευστότητά της και να προχωρήσει άµεσα σε ρύθµιση του δανεισµού αλλά και των ληξιπρόθεσµων οφειλών της. «Η διοίκηση πιστεύει και αποδεικνύει συνεχώς µε τις επίµονες προσπάθειές της εν µέσω αντίξοων οικονοµικών συγκυριών και συνθηκών ότι η εταιρεία µπορεί να καταστεί βιώσιµη, έτσι ώστε να έχει συνεχή παραγωγική δραστηριότητα και αδιάλειπτη λειτουργία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε εκείνη τη χρήση ο τζίρος είχε μειωθεί στα 8,47 εκατ. ευρώ, με τις ζημίες να φτάνουν στα 7,1 ευρώ και τις συσσωρευμένες να ξεπερνούν τα 50 εκατ. ευρώ, ενώ το σύνολο των υποχρεώσεων είχε εκτοξευτεί στα 63,22 εκατ. ευρώ. Λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές του 2016, η Spider κατέβαζε ρολά…
Ο Κωνσταντίνος Πέτσιος υπήρξε για δεκαετίες ο τιμονιέρης του ομίλου, αλλά και ένας άνθρωπος με σημαντική προσφορά μέσω της πολύχρονης ενασχόλησής του με τα κοινά. Γεννήθηκε το 1935 στα Γιάννενα και ανδρώθηκε μέσα στο εργαστήριο του πατέρα του, ενώ στη συνέχεια παντρεύτηκε με την Ελένη Καχριμάνη, με την οποία απέκτησαν δύο γιους, τον Νίκο και τον Μιχάλη. Εκτός από το πηδάλιο της Spider, ασχολήθηκε με τον χώρο της Αυτοδιοίκησης, καθώς διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος για 28 χρόνια, στη συνέχεια, από το 2002 έως το 2010, πρόεδρος του νομαρχιακού συμβουλίου και, τέλος, πρόεδρος του περιφερειακού συμβουλίου Ηπείρου έως το 2014, όταν και αποφάσισε να αποσυρθεί. Στις 11 Ιανουαρίου 2022 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 86 ετών.
Την ίδια χρονιά ξεκίνησε και η περιπέτεια των πλειστηριασμών για διάφορα ακίνητα του ομίλου, με βασικότερο το μεγάλο συγκρότημα στη ΒΙ.ΠΕ. Ιωαννίνων, στην κτηματική περιφέρεια οικισμού Ζωοδοχου της ΔΕ Πασσαρώνος Δήμου Ζίτσας, μεταξύ των οικισμών Ζωοδόχου, Γαρδικίου και Ροδοτοπίου, το οποίο απέχει περίπου 10 χλμ από το κέντρο της πόλης των Ιωαννίνων και 1χλμ από την Ε.Ο. Ιωαννίνων – Ηγουμενίτσας.
Αναλυτικότερα πρόκειται για βιομηχανική μονάδα με πρόσωπα σε τρεις οδούς διανοιγμένους και ασφαλτοστρωμένους, που αναπτύσσεται σε οικόπεδο επιφάνειας 102.556 τ.μ. Το συγκρότημα περιλαμβάνει 14 κτίρια γραφείων, αποθηκών και βιομηχανοστασίων. Τα περισσότερα από αυτά ανεγέρθηκαν περί το 1988 και ορισμένα από το 2000 και μετά, ενώ μέχρι και το 2012 πραγματοποιήθηκαν προσθήκες με βιομηχανοστάσια από μεταλλικό σκελετό.
Η συνολική επιφάνεια των κτισμάτων φτάνει στα 16.000 τ.μ..
Η τιμή πρώτης προσφοράς είχε οριστεί αρχικά την περίοδο 2022-23 στα 3,16 εκατ. ευρώ, ωστόσο τουλάχιστον δύο πλειστηριασμοί που έγιναν κατέληξαν άγονοι.
Τα επόμενα σφυριά, που αφορούν τα ακίνητα και τον μηχανολογικό εξοπλισμό, έχουν προγραμματιστεί για τις 8 Ιουλίου 2026, με τιμή πρώτης προσφοράς 2.207.000 ευρώ και για τις 22 Ιουλίου με τιμή εκκίνησης 5.262.119,33 ευρώ.
Διαβάστε ακόμη
Δυναμική επαναφορά για το Bitcoin – Σε υψηλό τεσσάρων εβδομάδων κοντά στα $75.000
Φέτα: Ο πόλεμος του τυριού και η σύγκρουση ΗΠΑ–Ευρωπαϊκής Ενωσης
Φορολογικές δηλώσεις: Την Πέμπτη πατά το κουμπί η ΑΑΔΕ – Αυτόματη υποβολή για 1,5 εκατ. πολίτες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.