Η ώρα μετά το μεσημεριανό είναι ώρα αιχμής για καφέ στην καρδιά της ευρωπαϊκής συνοικίας των Βρυξελλών. Το κατάστημα είναι γεμάτο από «ευρωκράτες» και λομπίστες, με κοστούμια σε όλες σχεδόν τις πιθανές –αρκεί να είναι σκούρες μπλε– αποχρώσεις.
Η ουρά προχωρά αργά. Ανάμεσα σε ψιθύρους για πολιτικούς συσχετισμούς και στην αναπόφευκτη ευρωπαϊκή ορολογία, ακούγεται ξαφνικά κάτι εξαιρετικά οικείο.
«Έναν φρέντο εσπρέσο, σκέτο».
Η πελάτισσα παίρνει τον παγωμένο καφέ της, αλλά δεν φεύγει αμέσως. Πιάνει κουβέντα με το προσωπικό, με εκείνη την άνεση ανθρώπων που γνωρίζονται καιρό. Μερικά κεφάλια από την ουρά στρέφονται προς τον πάγκο. Γαλλόφωνοι με κοστούμια παρακολουθούν με ένα μείγμα ανυπομονησίας και περιέργειας – ίσως και μιας μικρής ζήλιας επειδή δεν ανήκουν στην παρέα.
Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα η ελληνική κατάκτηση της «φούσκας των Βρυξελλών», σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico. Όχι με πολιτικές συμμαχίες και παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, αλλά με φρέντο, αλμυρές πίτες και μια διαφορετική αντίληψη για το τι σημαίνει «πάμε για καφέ».
Ελληνικός καφές στην καρδιά της ευρωπαϊκής εξουσίας
Το «Meli» άνοιξε το 2019 μέσα στο γκρίζο πλέγμα κτιρίων που συνδέει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Δεν είναι όμως μόνο του. Μαζί με καταστήματα όπως τα Papillon, Caffeine και Cherry, τα ελληνικά καφέ έχουν καταφέρει αθόρυβα να αποκτήσουν ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή συνοικία, ανταγωνιζόμενα τα βελγικά καφέ, τις μεγάλες αμερικανικές αλυσίδες και –ίσως το πιο δύσκολο– τους Ιταλούς με τη βαθιά παράδοση στον εσπρέσο.
Πίσω από αυτή την ιστορία κρύβεται και μια πολύ πιο δύσκολη περίοδος για την Ελλάδα.
Αρκετές από τις επιχειρήσεις που σήμερα σερβίρουν καφέ στους ανθρώπους των ευρωπαϊκών θεσμών έχουν τις ρίζες τους στην κρίση χρέους της δεκαετίας του 2010, όταν η ανεργία στην Ελλάδα ξεπέρασε το 27% και χιλιάδες νέοι αναζήτησαν επαγγελματικές ευκαιρίες στο εξωτερικό.
Οι ιδιοκτήτες του «Meli» μετακόμισαν στο Βέλγιο το 2013 αναζητώντας καλύτερες προοπτικές και έξι χρόνια αργότερα άνοιξαν το πρώτο τους κατάστημα. Αντίστοιχη διαδρομή ακολούθησαν αρκετοί εργαζόμενοι, πολλοί από τους οποίους βρήκαν δουλειά μέσω συγγενών και φίλων που είχαν ήδη εγκατασταθεί στις Βρυξέλλες.
Και η επιχειρηματική πορεία αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτυχημένη. Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία που επικαλείται το POLITICO, τα έσοδα του Meli έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 300% από το 2013 έως το 2024, ενώ στο ελληνικής ιδιοκτησίας Papillon ο τζίρος έχει τετραπλασιαστεί, σύμφωνα με τον διευθυντή του καταστήματος Βασίλη Τσουράπη.
«Πάμε για καφέ»: Μια φράση, ολόκληρη φιλοσοφία
Το μυστικό, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στον ίδιο τον καφέ.
Η ελληνική κουλτούρα του καφέ απέχει αρκετά από την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα. Στην Ιταλία, ένας εσπρέσο μπορεί να καταναλωθεί όρθιος στο μπαρ μέσα σε λίγα λεπτά. Στην Ελλάδα, το «πάμε για καφέ» μπορεί να σημαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό: καθόμαστε για ώρες, πίνουμε αργά και συζητάμε για τα πάντα και για τίποτα.
Ακριβώς αυτή η αίσθηση χαλαρότητας φαίνεται ότι λειτουργεί ως μικρή απόδραση για τους μονίμως πιεσμένους εργαζομένους των ευρωπαϊκών θεσμών.
Και ο ίδιος ο φρέντο είναι σχεδιασμένος για να διαρκεί. Ο freddo espresso και ο freddo cappuccino, ιδιαίτερα δημοφιλείς τους ζεστούς μήνες, φτιάχνονται με δύο δόσεις εσπρέσο που χτυπιούνται με πάγο. Ο χαρακτηριστικός αφρός στην κορυφή και ο πάγος που λιώνει σταδιακά επιτρέπουν στον καφέ να πίνεται αργά.
Πριν από την επέλαση του εσπρέσο στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1990, αυτόν τον ρόλο είχε ο φραπές: στιγμιαίος καφές χτυπημένος με πάγο και, ανάλογα με την προτίμηση, γάλα.
Και για τους Έλληνες του εξωτερικού, ο φρέντο φαίνεται ότι δεν γνωρίζει εποχές. Ακόμη και τις υγρές και σκοτεινές χειμωνιάτικες ημέρες των Βρυξελλών, όταν ο ήλιος μπορεί να έχει εξαφανιστεί για εβδομάδες, η παραγγελία παραμένει παγωμένη.
Από το brain drain στο… coffee gain
Η ιστορία των ελληνικών καφέ είναι ταυτόχρονα και ιστορία της ελληνικής διασποράς.
Τις καθημερινές, τα τραπέζια καταλαμβάνουν εργαζόμενοι της ΕΕ, δημοσιογράφοι και αιρετοί αξιωματούχοι που περνούν από τη μία συνάντηση στην επόμενη. Το Σαββατοκύριακο όμως η εικόνα αλλάζει.
Όταν η περιοχή γύρω από το Berlaymont αδειάζει από τους ευρωκράτες, το αρχικό κατάστημα του Meli κοντά στον κυκλικό κόμβο Schuman γεμίζει από Έλληνες και Κύπριους, οι οποίοι απολαμβάνουν τον καφέ τους με σαφώς λιγότερη βιασύνη.
Σε μία χαρακτηριστική σκηνή που περιγράφει το POLITICO, ένας Έλληνας ορθόδοξος ιερέας μπήκε στο κατάστημα και χαιρέτησε μια παρέα ανδρών, οι οποίοι άφησαν για λίγο τους φρέντο τους για να του φιλήσουν το χέρι και στη συνέχεια να τον κεράσουν αρτοσκευάσματα.
«Δεν είναι μόνο ένα μέρος για επαγγελματικές συναντήσεις, είναι και για φίλους», εξηγεί Κύπριος αξιωματούχος της ΕΕ που ζει στις Βρυξέλλες εδώ και μία δεκαετία. «Δεν είναι ένα μέρος της “φούσκας”. Είναι ένα ελληνικό μέρος».
Οι Ευρωπαίοι πελάτες, από την άλλη, μπορεί να μη σκέφτονται απαραίτητα την «ελληνικότητα» των καταστημάτων. Εκτιμούν όμως την ποιότητα του καφέ και του φαγητού, αλλά και τη χαλαρότερη ατμόσφαιρα.
Ελλάδα–Ιταλία: 1-0 στον πάγο;
Οι Ιταλοί, βεβαίως, δεν έχουν εγκαταλείψει το γήπεδο. Το ιταλικό Caffelatte παραμένει ένα από τα δημοφιλή στέκια της ευρωπαϊκής συνοικίας και έχει ανακάμψει δυναμικά μετά το πλήγμα της πανδημίας στην εστίαση.
Άλλωστε, ακόμη και ο ελληνικός φρέντο έχει ιταλικό DNA. Ο freddo δημιουργήθηκε το 1991 από την ελληνική εταιρεία εισαγωγής καφέ Kafea Terra, στην προσπάθειά της να βρει έναν τρόπο να πουλήσει τον ιταλικό Illy espresso στην ελληνική αγορά κατά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες.
Κάπου εδώ αρχίζει και η αιώνια συζήτηση: είναι πράγματι ελληνικός ο freddo ή απλώς ένας ιταλικός shakerato με καλύτερο μάρκετινγκ;
Μια Ιταλίδα δημοσιογράφος του POLITICO επέμενε αρχικά στο δεύτερο. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Ο ιταλικός shakerato παρασκευάζεται πάντα με ζάχαρη και έχει πιο ελαφρύ αφρό, ενώ ο ελληνικός freddo αποκτά τον πυκνό αφρό που του επιτρέπει να αντέχει για πολύ περισσότερο.
Τελικά, η Ιταλίδα δέχθηκε να κάνει το τεστ.
Μερικούς μήνες αργότερα εμφανίστηκε στο γραφείο έχοντας δοκιμάσει freddo espresso.
«Είχες δίκιο, δεν είναι το ίδιο – και είναι καλό», παραδέχθηκε.
Υπήρχε μόνο ένα πρόβλημα: ήταν πολύ πιο δυνατός απ’ όσο περίμενε.
«Δεν θα μπορέσω να κοιμηθώ απόψε».
Προφανώς, δεν της είχαν εξηγήσει ακόμη τον βασικό ελληνικό κανόνα: ο φρέντο δεν πίνεται βιαστικά.
Διαβάστε επίσης
Κόκκινα δάνεια: Έξι ανοιχτά μέτωπα για δανειολήπτες και servicers
Ακρίβεια: Η εθνική συμφωνία περνά στο ράφι – Τι αλλάζει από σήμερα για τον καταναλωτή
Εφορία: Τα 4 δικαιώματα που γίνονται «όπλα» όταν αρχίζει ο έλεγχος
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
