© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η πρόσφατη υπόθεση της ιστορικής οινοποιίας της Αρκαδίας Κτήμα Σπυρόπουλος, η οποία έχει εμπλακεί με πλειστηριασμούς και έχασε ήδη το ένα από τα δύο οινοποιεία της, ήρθε να αναδείξει τη μεγάλη κρίση που διέρχονται εμβληματικές εγχώριες οινοποιητικές επιχειρήσεις.
Εταιρείες με μακρά διαδρομή, που έχουν αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στον κλάδο. Εταιρείες που συνέβαλαν τα μέγιστα ώστε το ελληνικό κρασί να ξεφύγει από την εποχή του… βαρελιού και να προσφέρει ετικέτες που εξάγονται και έχουν διακριθεί σε όλο τον πλανήτη. Το σίγουρο είναι ότι ενώ η εγχώρια παραγωγή, υπό την επιμέλεια αναγνωρισμένων και ταλαντούχων οινολόγων, εξελίσσεται διαρκώς προς το καλύτερο, δεν εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα ορισμένων μεγάλων παικτών, οδηγώντας στο ερώτημα εάν το ελληνικό κρασί, παρά τη διεθνή αποδοχή του, «ξίνισε»…
Η απάντηση ασφαλώς είναι αρνητική καθώς οι ελληνικές ποικιλίες κατακτούν, παρά τα προβλήματα και τον σκληρό ανταγωνισμό, ολοένα περισσότερο έδαφος τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, ενώ υπάρχουν πολλές επιχειρήσεις, υγιείς οικονομικά, που στέκονται σε γερές βάσεις. Ωστόσο, αρκετές εμβληματικές εταιρείες εισήλθαν εδώ και χρόνια σε ισχυρούς κλυδωνισμούς, με αποτέλεσμα να φτάσουν σε οικονομικό αδιέξοδο και στην καλύτερη περίπτωση να διασωθούν αφού άλλαξαν χέρια. Στις βασικές αιτίες αυτής της κατάστασης περιλαμβάνονται οι διαδοχικές κρίσεις, οι ενδοοικογενειακές έριδες, οι άστοχες επιχειρηματικές επιλογές, αλλά και ο έντονος ανταγωνισμός.
Οι δύο «πυλώνες»
Η Τσάνταλης και η Μπουτάρης ανήκουν στους πιονέρους της αγοράς που διαμόρφωσαν δεκαετίες τώρα το μέλλον του ελληνικού κρασιού. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο βυθίστηκαν σε προβλήματα.
Η οικογένεια Τσάνταλη ξεκίνησε από το 1890 να καλλιεργεί αμπέλια, να οινοποιεί σταφύλια και να κάνει αποστάξεις ούζου και τσίπουρου.
Ο Ευάγγελoς Τσάνταλης, μία από τις πλέον χαρισματικές προσωπικότητες στην ιστορία της ελληνικής οινοποιίας, ήταν εκείνος που ουσιαστικά έβαλε τα θεμέλια, ενέπνευσε το όραμα και τη φιλοσοφία της εταιρείας και του brand Τσάνταλης. Ετσι, κατάφερε να μετατρέψει τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση σε έναν δυναμικά αναπτυσσόμενο όμιλο, συνώνυμο της καινοτομίας.
Η διορατικότητα και το ένστικτό του οδήγησαν στο στήσιμο όλων των υποδομών με εξωστρεφή προσανατολισμό, μια κίνηση πρωτοφανή για την εποχή της δεκαετίας του ’40. Το «άπαν» για τον Ευάγγελο Τσάνταλη ήταν η ποιότητα του αμπελώνα και με αυτό ως γνώμονα προχώρησε σε τεράστιες επενδύσεις για την αναβίωση αμπελώνων, στηρίζοντας τους αμπελουργούς στην καλλιέργεια γηγενών ποικιλιών.
Είναι χαρακτηριστική η αναβίωση από το 1969 μέχρι το 1995 μερικών από τους πιο ξεχωριστούς αμπελώνες της Βόρειας Ελλάδας, όπως το Αγιον Ορος, η Χαλκιδική, η Ραψάνη και η Μαρώνεια στη Θράκη.
Μεταξύ αυτών και ο μοναδικός αμπελώνας 700 στρεμμάτων της Ρωσικής Μονής του Αγίου Παντελεήμονα στο Αγιον Ορος, που έκανε την Τσάνταλης επίσημο προμηθευτή του Κρεμλίνου, ανοίγοντας την πόρτα της μεγάλης ρωσικής αγοράς.
Παράλληλα, ο Ευάγγελος Τσάνταλης ήταν από τους πρωτεργάτες που έβαλαν το εμφιαλωμένο κρασί στο ελληνικό τραπέζι και συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάπτυξη της ελληνικής οινοποιίας εντός και εκτός συνόρων.
Οταν το 1996 έφυγε από τη ζωή, τη σκυτάλη παρέλαβαν η 3η και η 4η γενιά της οικογένειας συνεχίζοντας τη μακρά ιστορία της οινοποιίας, που διέθετε αμπελώνες 700 στρεμμάτων στο Αγιον Ορος, 800 στη Ραψάνη, 580 στη Μαρώνεια, 200 στη Νάουσα και 145 στη Χαλκιδική.
Οι εξαγωγές έφτασαν να γίνονται προς 55 χώρες και αντιπροσώπευαν πάνω από το μισό του ετήσιου τζίρου, αλλά και το 30% περίπου των συνολικών εξαγωγών ελληνικού οίνου.
Μετά, όμως, ήρθαν οι διαδοχικές κρίσεις, που σε συνδυασμό και με άστοχες επιχειρηματικές επιλογές οδήγησαν την εταιρεία στα βράχια. Ουσιαστικά την τελευταία πενταετία η Τσάνταλης βρέθηκε αντιμέτωπη με σειρά προκλήσεων, όπως η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, αλλά και οι κυρώσεις προς τη Ρωσία που έδωσαν τη χαριστική βολή.
Κάπως έτσι, από τον Αύγουστο του 2023 διέκοψε την παραγωγή της, αδυνατώντας να προχωρήσει σε τρύγο για πρώτη φορά στην ιστορία της, ενώ από τον Οκτώβριο του 2024 ξεκίνησαν οι πλειστηριασμοί για μονάδες της, οι οποίοι ωστόσο στην πορεία ανεστάλησαν. Τον περασμένο Δεκέμβριο το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε την εταιρεία σε πτώχευση, ανοίγοντας τον δρόμο για την εκποίηση αμπελώνων, εγκαταστάσεων και εμβληματικών brands.
Σημειώνεται ότι οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας υπερβαίνουν τα 66 εκατ. ευρώ, με τα 40 εκατ. περίπου να αφορούν δάνεια και τα 10 εκατ. χρέη προς προμηθευτές.

Η Ελληνικά Οινοποιεία
Το φθινόπωρο του 2023 ο Ομιλος Ελληνικά Οινοποιεία είχε καταθέσει δεσμευτική πρόταση εξαγοράς της Τσάνταλης ύψους 11 εκατ. ευρώ, η οποία προέβλεπε γενναίο κούρεμα των υποχρεώσεων. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από τις τράπεζες, αλλά, σύμφωνα με πληροφορίες, το ενδιαφέρον παραμένει.
Ο Ομιλος Ελληνικά Οινοποιεία, συμφερόντων του Ελληνοσουηδού επιχειρηματία Ηλία Γεωργιάδη, στον οποίο συμμετέχουν και οι αδελφοί Αντετοκούνμπο, έχει αναδειχθεί σε «λευκό ιππότη» για τον κλάδο προχωρώντας σε σειρά εξαγορών τα τελευταία χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, έχει προσθέσει στο χαρτοφυλάκιό του την Μπουτάρης Οινοποιεία Α.Ε. -με τρεις οινοποιητικές μονάδες, περισσότερες από 40 ετικέτες και τη διαχείριση του ιστορικού brand Cambas-, το Κτήμα Scalarea στην Κρήτη, το Κτήμα Σεμέλη, ενώ έχει συνάψει στρατηγική συνεργασία με την ΤΕΜΕΣ για την αξιοποίηση των αμπελώνων του Costa Navarino και τη δημιουργία σύγχρονου οινοποιείου. Ετσι, εξελίσσεται σε έναν από τους πλέον δυναμικούς και καθοριστικούς παραγωγικούς φορείς της ελληνικής οινοποιίας.
Η Μπουτάρης
Ο Ηλίας Γεωργιάδης ήταν αυτός που διέσωσε και την ιστορική Μπουτάρης, ο θεμέλιος λίθος της οποίας τέθηκε το 1879 από τον Ιωάννη Μπουτάρη στη Νάουσα.
Το 1906 χτίζεται εκεί το πρώτο ιδιόκτητο οινοποιείο, όπου έγινε η παραγωγή του πρώτου ερυθρού ελληνικού εμφιαλωμένου κρασιού, του Νάουσα Μπουτάρη.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο γιος του ιδρυτή Στέλιος Μπουτάρης αναλαμβάνει τα ηνία και ανοίγεται προς μεγάλες αγορές του εξωτερικού, ξεκινώντας από την Αυστρία, την Ουγγαρία και την Αίγυπτο. Τη μεταπολεμική περίοδο επεκτείνει τις δραστηριότητές του στην Αθήνα και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ εγκαινιάζει το δεύτερο οινοποιείο στην οδό Βρυσακίου 2, στη Νάουσα. Ο Στέλιος Μπουτάρης θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ελληνικής οινοποιίας μαζί με τον Ευάγγελο Τσάνταλη και τον Δημήτρη Κουρτάκη.
Το 1968 οι δύο γιοι του Στέλιου, ο Γιάννης και ο Κωνσταντίνος Μπουτάρης, παραλαμβάνουν τη σκυτάλη για να προχωρήσουν στην περαιτέρω ανάπτυξη της επιχείρησης. Είναι η χρονιά όπου η οινοποιία Μπουτάρη στρέφεται προς την αμπελοκαλλιέργεια αγοράζοντας τον πρώτο της αμπελώνα στο Γιαννακοχώρι Ημαθίας. Δέκα χρόνια μετά, το 1978, εγκαινιάζεται το νέο υπερσύγχρονο οινοποιείο στη Στενήμαχο της Νάουσας, που αποτελεί έως και σήμερα την καρδιά της παραγωγής, της εμφιάλωσης και της παλαίωσης των κρασιών της εταιρείας. Τη δεκαετία 1980-1991 η δραστηριότητα επεκτείνεται στις σημαντικότερες οινοπαραγωγικές περιοχές της χώρας, στη Γουμένισσα, στη Σαντορίνη, στη Νεμέα και στην Κρήτη, όπου ιδρύονται τα πρώτα οινοποιεία κοντά στους ιδιόκτητους αμπελώνες.
Στην Αττική, αντίστοιχα, τη δεκαετία του ’80 ξεκινάει η συνεργασία με την εμβληματική αμπελουργό Ρωξάνη Μάτσα, ενώ το 1987 ήρθε η εισαγωγή στο Χρηματιστήριο Αθηνών και η ίδρυση του Ομίλου Μπουτάρη (Ι. Μπουτάρης & Υιός Holding A.E.).
Σταθμός για την πορεία του υπήρξε η εξαγορά της Καμπάς Α.Ε., που από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 είχε περάσει (λόγω ενεχύρων) στην Εθνική Τράπεζα. Το 1991 η ΕΤΕ αποφάσισε να βγάλει σε δημοπρασία τα ακίνητα της Καμπάς (το κτήμα και το εργοστάσιο στην Κάντζα, το κτήμα στη Γιαλού και κτήματα στην Τρίπολη), που μετά από σκληρό ανταγωνισμό με την πλευρά Κουρτάκη αποκτήθηκαν από την Ι. Μπουτάρης και Υιός Holding Α.Ε., η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της.
Την περίοδο 1991-2004, η Οινοποιία Μπουτάρη καινοτομεί ανοίγοντας τις πόρτες των οινοποιείων της στο κοινό, αρχής γενομένης από τη Σαντορίνη, ενώ ακολούθησαν η Νάουσα και η Γουμένισσα.
Στο μεταξύ, το 1997 οι επιχειρηματικοί δρόμοι των αδελφών Μπουτάρη χώρισαν, με τον Κωνσταντίνο να συνεχίζει στο τιμόνι της οικογενειακής επιχείρησης και τον -μετέπειτα δήμαρχο Θεσσαλονίκης- αείμνηστο Γιάννη να δημιουργεί το Kτήμα Kυρ Γιάννη που εξακολουθεί μέχρι σήμερα τη δική του επιτυχημένη πορεία -υπό την ηγεσία του Στέλλιου Μπουτάρη-, έχοντας αποκτήσει από πέρυσι και το Κτήμα Σιγάλα στη Σαντορίνη.
Τα τελευταία χρόνια η Μπουτάρης βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο με αποτέλεσμα πολλά από τα assets της να ανέβουν στην πλατφόρμα των πλειστηριασμών. Αυτά μέχρι να βρεθεί ο «λευκός ιππότης», στην προκειμένη περίπτωση ο Ομιλος Ελληνικά Οινοποιεία.

Η Μαλαματίνα
Εξίσου μακρά και… περιπετειώδης είναι και η ιστορία της Οινοποιίας Μαλαματίνα που ξεκίνησε από την ομώνυμη οικογένεια το 1895 και στην πορεία καθιερώθηκε με τη ρετσίνα της. Ωστόσο, ο οικογενειακός εμφύλιος ανάμεσα στον Κωνσταντίνο Μαλαματίνα και την πρώην σύζυγό του Κατερίνα, που συνοδεύτηκε και από άστοχες επιχειρηματικές κινήσεις, έπαιξε κυρίαρχο ρόλο ώστε η κάποτε κραταιά επιχείρηση να οδηγηθεί ένα βήμα πριν από τον γκρεμό, ενώ αρκετά ακριβά ακίνητα (στη Μύκονο και αλλού) να βγουν στο σφυρί.

Από το 2019 ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις με τις πιστώτριες τράπεζες για την υπογραφή σχεδίου αναδιάρθρωσης του δανεισμού της, που έφτανε στα 43,8 εκατ. ευρώ.
Ακολούθησαν η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης και το κούρεμα των υπέρογκων χρεών ώστε να βρεθεί στρατηγικός επενδυτής. Στο πλαίσιο αυτό, έπειτα από διαγωνιστική διαδικασία η Οινοποιία Μαλαματίνα πέρασε, από τον Μάρτιο του 2022, στον όμιλο Mantis, των αδελφών Αλέξανδρου και Χαράλαμπου Κρομμύδα. Ετσι, όχι μόνο διασώθηκε και «γύρισε» σε κερδοφόρα τροχιά, αλλά προστέθηκαν στην γκάμα της νέα προϊόντα που εξάγονται σε περισσότερες από 30 χώρες.

Η Κτήμα Σπυρόπουλος
Αντιμέτωποι με την απειλή των πλειστηριασμών βρέθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν και άλλες εμβληματικές οινοποιίες, όπως το Κτήμα Βασιλείου (με ιστορία από το 1905), αλλά και το Κτήμα Μερκούρη (με διαδρομή 162 χρόνων), ωστόσο οι αρνητικές εξελίξεις τελικά αποφεύχθηκαν.
Κάτι που δεν συνέβη στην περίπτωση της Κτήμα Σπυρόπουλος, στην οποία, όπως φάνηκε, σοβεί οικογενειακός εμφύλιος. Σήμερα, η σημαντική αυτή οινοποιία έχει χρέη άνω των 4 εκατ. ευρώ, ενώ πρόσφατα έχασε σε πλειστηριασμό το ένα από τα δύο βασικά οινοποιεία της.

Η οικογένεια Σπυρόπουλου ασχολείται με την παραγωγή κρασιού στη γη της ορεινής Αρκαδίας σε βάθος πέντε γενεών, από το μακρινό 1860.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, τα τρία αδέλφια Σπυρόπουλου, ο Επαμεινώνδας, ο Ροβέρτος -που διετέλεσε στέλεχος του ΠΑΣΟΚ επί δεκαετίες- και ο Ιωάννης, αποφάσισαν να κεφαλαιοποιήσουν αυτή τη μακρά παράδοση δημιουργώντας ένα κτήμα-πρότυπο που σταδιακά απέκτησε ισχυρό αποτύπωμα στον εγχώριο οινικό χάρτη. Με βασικό σταθμό το στήσιμο του σύγχρονου οινοποιείου το 1987, το κτήμα δεν έμεινε προσκολλημένο σε μια στείρα αντίληψη του παρελθόντος. Διατηρώντας την παραδοσιακή του ταυτότητα, δεν φοβήθηκε να πρωτοπορήσει για τα δεδομένα των αρχών της πρώιμης, από οινική άποψη, δεκαετίας του ’90. Οταν δηλαδή καλλιέργησε με κατεξοχήν βιολογικές μεθόδους και όταν επανεφηύρε το Μοσχοφίλερο ως βάση δημιουργίας τόσο για ροζέ κρασί όσο και για αφρώδη οίνο με τη μέθοδο Charmat. Επίκεντρο των δραστηριοτήτων του, οι δύο εμβληματικές περιοχές ΠΟΠ, το οροπέδιο της Αρχαίας Μαντίνειας και η περιοχή της Αρχαίας Νεμέας.
Η πορεία της επιχείρησης όμως δεν υπήρξε ανέφελη, καθώς εδώ και τουλάχιστον μία 15ετία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά προβλήματα. Με αφετηρία την περιπέτεια της οικονομικής κρίσης από το 2009, η εταιρεία άρχισε να έχει ζητήματα ρευστότητας προσφεύγοντας σε δανεισμό.
Μάλιστα, το 2018 υπήρξε συμφωνία εξυγίανσης με πιστωτές που εκπροσωπούσαν το 92,5% των υποχρεώσεων, με τις οφειλές να ανέρχονται τότε σε 4,67 εκατ. ευρώ. Η συμφωνία που είχε στόχο ουσιαστικά τη ρύθμιση και αναχρηματοδότηση του δανεισμού εγκρίθηκε από το δικαστήριο τον Απρίλιο του 2019.
Παρά το «σωσίβιο», όμως, η αρνητική κατάσταση δεν αναστράφηκε. Ρόλο σε αυτό βέβαια έπαιξε και το γεγονός ότι λίγο αργότερα ξεκίνησε η δεύτερη μεγάλη κρίση με την πανδημία του κορωνοϊού. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό, καθώς ο Απόστολος Σπυρόπουλος (γιος του εκλιπόντος Ροβέρτου Σπυρόπουλου), ο οποίος κατέχει το 25% των μετοχών και συμμετείχε στη διοίκηση μέχρι τον Ιούλιο του 2020, μετά την απώλεια του οινοποιείου στη Μαντίνεια που βγήκε στο σφυρί στις 18 Φεβρουαρίου κατηγόρησε τους συγγενείς του που κρατούν τα ηνία για κακοδιαχείριση και έλλειψη σχεδιασμού.
Διαβάστε ακόμη
Λευτέρης Παπακαλιάτης, Zeus Hotels: «Ο τουρισμός έχει αξία μόνο όταν δίνει αξία στον τόπο»
Ντίζελ σε τροχιά ανόδου: Πιέσεις από τη Μέση Ανατολή και διεύρυνση της ψαλίδας με τη βενζίνη
Citi: Τρία σενάρια για το πετρέλαιο, ο χρυσός σε νέα φάση – Πώς αλλάζει το επενδυτικό παιχνίδι
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.