search icon

business stories

Σταύρος Κωνσταντινίδης (ΜΑΚΒΕΛ – Eurimac): Από τη συμφωνία πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, σε ένα εξαγωγικό powerhouse

Τα 30 χρόνια της Eurimac, η συμμαχία με τη Euricom, το μισό των ελληνικών εξαγωγών ζυμαρικών και το πέρασμα στην τρίτη γενιά

Η χαρτοπετσέτα είναι καδραρισμένη και κρεμασμένη πάνω από το γραφείο του κ. Σταύρου Κωνσταντινίδη. Δεν συνοδεύεται από επιγραφή, ούτε από επεξηγηματικό σημείωμα. Πάνω της υπάρχουν μόνο αριθμοί, γραμμένοι πρόχειρα, σχεδόν αυθόρμητα. Κι όμως, αυτή η χαρτοπετσέτα αφηγείται μία από τις πιο χαρακτηριστικές επιχειρηματικές διαδρομές της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων.

Μια διαδρομή που ξεκίνησε στις 14 Φεβρουαρίου 1996 σε μια ψαροταβέρνα της Θεσσαλονίκης, όταν ο κ. Κωνσταντινίδης και ο Φραντζέσκο Σέμπιο, από τον ιταλικό όμιλο Euricom, έδωσαν τα χέρια για μία κοινοπραξία που θα αφήσει τελικά ένα πολύ ισχυρό αποτύπωμα στην αγορά ζυμαρικών, τη Eurimac.

«14 Φεβρουαρίου, ημέρα των ερωτευμένων, και σημειώσεις σε μια χαρτοπετσέτα… Ισως ακούγεται αστείο, αλλά σας διαβεβαιώ ότι από τότε υπάρχει μια βαθιά αμοιβαία εκτίμηση και αγάπη μεταξύ μας», λέει ο κ. Κωνσταντινίδης, πρόεδρος της Eurimac.

Τριάντα χρόνια μετά από εκείνη τη μέρα στη Θεσσαλονίκη, η χαρτοπετσέτα έχει μετατραπεί σε ένα από τα ισχυρότερα εξαγωγικά εργοστάσια τροφίμων της χώρας. Η Eurimac έχει φθάσει σήμερα να εξάγει περίπου 40.000 τόνους ζυμαρικών, ποσότητα που αντιστοιχεί σε πάνω από το 50% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών του κλάδου.

«Το 55% της παραγωγής μας, περίπου 40.000 τόνοι, εξάγεται. Και αυτοί οι 40.000 τόνοι αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών σε ζυμαρικά», σημειώνει ο κ. Κωνσταντινίδης, επισημαίνοντας με αριθμούς το σημερινό αποτύπωμα της εταιρείας.

Οι εγκαταστάσεις της Eurimac στο Κιλκίς

Η ΜΑΚΒΕΛ

Για να καταλάβει κανείς πώς η Eurimac έφθασε τρεις δεκαετίες μετά να κατέχει το μισό των ελληνικών εξαγωγών ζυμαρικών, πρέπει να επιστρέψει στο 1939 και στη Θεσσαλονίκη, όταν ο Παντελής και ο Νίκος Κωνσταντινίδης, πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ίδρυσαν τη ΜΑΚΒΕΛ ως πράξη επιβίωσης και επανεκκίνησης.
Από μια μικρή βιοτεχνία ζυμαρικών, η εταιρεία εξελίχθηκε σταδιακά σε βιομηχανία με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και παραγωγικό χαρακτήρα. Ηδη από το 1962, η ΜΑΚΒΕΛ πραγματοποίησε τις πρώτες της εξαγωγές στη Γερμανία, σε μια εποχή όπου οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων ήταν περιορισμένες και ανοργάνωτες.

«Η εξωστρέφεια ήταν στο DNA της επιχείρησης από τότε», σημειώνει ο κ. Σταύρος Κωνσταντινίδης. «Δεν υπήρχαν αγορές-στόχοι ή οργανωμένα πλάνα. Υπήρχε όμως η ανάγκη να δοκιμαστεί το προϊόν σε απαιτητικές αγορές και να σταθεί εκεί με ποιότητα».

Ο ίδιος ο κ. Κωνσταντινίδης μεγάλωσε μέσα στο εργοστάσιο, «μέσα στη σκόνη, στα ζυμαρικά, στα σιμιγδάλια», όπως λέει. Αν και σπούδασε οικονομικά και επέστρεψε με ακαδημαϊκές βάσεις από το εξωτερικό, η επιλογή να συνεχίσει την οικογενειακή διαδρομή δεν υπήρξε ποτέ αμφίβολη.

Το σήμα ΜΑΚΒΕΛ κατάφερε να παραμείνει στα ράφια του εξωτερικού επί δεκαετίες, κυρίως σε αγορές με έντονο ελληνικό στοιχείο, χτίζοντας κάτι σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα: συνέχεια. Αυτή ακριβώς η κουλτούρα, της εξωστρέφειας χωρίς θόρυβο και της ανάπτυξης χωρίς βιασύνη, ήταν που συνάντησε, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, τη στρατηγική σκέψη του ιταλικού ομίλου Euricom.

Η χαρτοπετσέτα πάνω στην οποία γράφτηκε η συμφωνία του κ. Κωνσταντινίδη με τον Φραντζέσκο Σέμπιο από τον ιταλικό όμιλο Euricom

Η σύμπραξη

Η συμφωνία του 1996 συγκροτήθηκε εξαρχής ως στρατηγική σύμπραξη μακράς πνοής με καθαρούς ρόλους και αυστηρή ισορροπία. Το μοντέλο 50-50 ήταν βασική προϋπόθεση για τη διάρκεια της συνεργασίας. «Είμαστε ακριβώς 50-50. Είναι μια δύσκολη ισορροπία, αλλά όταν μια εταιρεία πάει καλά, δουλεύει. Κι εμείς δουλέψαμε», σημειώνει ο κ. Κωνσταντινίδης.

Στην πράξη, η σύμπραξη λειτούργησε συμπληρωματικά. Η ελληνική πλευρά έφερε τη γνώση του προϊόντος, το brand και την παραγωγική εμπειρία. Η ιταλική πλευρά έφερε τεχνογνωσία, πρόσβαση σε πρώτες ύλες και ένα διεθνές περιβάλλον λειτουργίας που έθετε τον πήχη ψηλά. Οχι με τη λογική της μεταφοράς παραγωγής, αλλά με στόχο τη δημιουργία μιας ανταγωνιστικής βάσης από το μηδέν.

Παρά τη διεθνή διάσταση της συνεργασίας, η Eurimac διατήρησε τον χαρακτήρα ελληνικής οικογενειακής επιχείρησης, με τη διοίκηση και την καθημερινή λειτουργία να παραμένουν στα ελληνικά χέρια. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα το εργοστάσιο στο Κιλκίς αποτελεί το μοναδικό σημείο παραγωγής ζυμαρικών του ομίλου Euricom διεθνώς.

Ο ιταλικός όμιλος, με περισσότερες από 20 παραγωγικές μονάδες και κύκλο εργασιών που ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ, έχει αποεπενδύσει από άλλες μονάδες ζυμαρικών στην Ιταλία, διατηρώντας αποκλειστικά το Κιλκίς ως παραγωγικό πυλώνα του κλάδου.

«Μπορεί να κάναμε σύμπραξη με έναν μεγάλο όμιλο, αλλά παραμένουμε οικογενειακή επιχείρηση», τονίζει ο κ. Κωνσταντινίδης. «Αυτό είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας».

Επέκταση

Η επιλογή της παραγωγικής καθετοποίησης αποτέλεσε ένα από τα πιο καθοριστικά στρατηγικά βήματα στην πορεία της Eurimac. Το 2007, η εταιρεία επένδυσε στον σιμιγδαλόμυλο ως βασικό πυλώνα ελέγχου κόστους και ποιότητας.
Η απόφαση αυτή έδωσε στην Eurimac τη δυνατότητα να ελέγχει ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, από την πρώτη ύλη έως το τελικό προϊόν. «Ο μύλος μάς εξασφαλίζει και ποιότητα και κόστος. Είναι στρατηγικής σημασίας για τη λειτουργία μας», σημειώνει ο κ. Κωνσταντινίδης.

Η πολιτική πρώτης ύλης ακολουθεί μέχρι σήμερα την ίδια λογική συνέπειας. Η εταιρεία χρησιμοποιεί αποκλειστικά ελληνικό σκληρό σιτάρι, χωρίς εισαγωγές από τρίτες χώρες, και συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αγοραστές σκληρών σίτων στην Ελλάδα, με αγορές που ξεπερνούν τους 100.000 τόνους ετησίως.

Σήμερα, το εργοστάσιο στο Κιλκίς λειτουργεί ως πλήρως ολοκληρωμένο παραγωγικό οικοσύστημα, με επτά γραμμές παραγωγής, μύλο που συμβαδίζει σε δυναμικότητα με το εργοστάσιο ζυμαρικών και υποδομές που υποστηρίζουν μεγάλους όγκους χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα.

Αυτή η βάση, χωρική, παραγωγική και αγροτική, ήταν που επέτρεψε στην Eurimac να περάσει στο επόμενο, πιο ριψοκίνδυνο κεφάλαιο της ιστορίας της: να επενδύσει επιθετικά εν μέσω της κρίσης εκεί που οι περισσότεροι πάγωναν τα σχέδιά τους.

Η κρίση ως επιταχυντής

«Από το 2008 μέχρι σήμερα βάλαμε άλλες τέσσερις-πέντε γραμμές παραγωγής», σημειώνει ο κ. Κωνσταντινίδης. Μέχρι τότε, το εργοστάσιο λειτουργούσε με δύο γραμμές παραγωγής, εγκατεστημένες στα πρώτα χρόνια της Eurimac. Στα χρόνια της κρίσης, ακολούθησαν αρκετοί επενδυτικοί κύκλοι, το 2008, το 2011, το 2016, το 2021 και, πιο πρόσφατα, η έβδομη γραμμή παραγωγής. Μόνο την τελευταία εξαετία έγιναν επενδύσεις ύψους 23 εκατ. ευρώ.

Το αποτέλεσμα ήταν η ριζική αλλαγή κλίμακας. Ως αποτέλεσμα, όταν η αγορά άρχισε σταδιακά να επανέρχεται, η Eurimac βρέθηκε ισχυρότερη, με παραγωγικό δυναμικό ικανό να στηρίξει μεγάλους όγκους και απαιτητικές αγορές.
Σήμερα, η θεωρητική παραγωγική δυνατότητα του εργοστασίου φτάνει τους 100.000 τόνους, με πρακτική δυνατότητα που πλησιάζει τους 90.000 τόνους σε πλήρη λειτουργία. Το 2024 η παραγωγή ανήλθε στους 76.500 τόνους, ενώ το 2025 διαμορφώθηκε στους 72.500 τόνους, με τη διοίκηση να εκτιμά ότι το 2026 η παραγωγή θα κινηθεί εκ νέου ανοδικά, πλησιάζοντας τους 80.000 τόνους.

Το εξαγωγικό αποτύπωμα

Αυτό το παραγωγικό δυναμικό αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία η Eurimac εξελίχθηκε στον ισχυρότερο εξαγωγικό παίκτη του κλάδου των ζυμαρικών από την Ελλάδα. Σήμερα, η εταιρεία εξάγει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της σε περισσότερες από 60 αγορές, καλύπτοντας ένα ευρύ γεωγραφικό και εμπορικό φάσμα.

Ο βασικός όγκος των εξαγωγών κατευθύνεται στην Ευρώπη, με ισχυρή παρουσία σε ώριμες και απαιτητικές αγορές όπως η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, οι χώρες της Σκανδιναβίας και η Ιταλία, ενώ τα τελευταία χρόνια η Eurimac έχει ενισχύσει σταθερά το αποτύπωμά της στην Απω Ανατολή, με παρουσία σε αγορές όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και η Κίνα. Παράλληλα, προϊόντα της εταιρείας φθάνουν σε αγορές της Βόρειας Αμερικής, καθώς και σε χώρες της Μέσης Ανατολής.

Ο κ. Κωνσταντινίδης ξεκαθαρίζει ότι η εξαγωγική ανάπτυξη δεν βασίστηκε αποκλειστικά στο δίκτυο του ιταλικού ομίλου. «Σε μεγάλο βαθμό αναπτύξαμε τις εξαγωγές μόνοι μας», σημειώνει σχετικά, εξηγώντας ότι η Eurimac επένδυσε συστηματικά σε άμεσες εμπορικές σχέσεις, προσαρμόζοντας προϊόντα και συσκευασίες στις ανάγκες κάθε αγοράς.

Κομβικό ρόλο στο εξαγωγικό μείγμα παίζει η ιδιωτική ετικέτα, που απορροφά μεγάλο μέρος των όγκων, κυρίως σε μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου και discount. Παράλληλα, σημαντική είναι η παρουσία στο food service, όπου οι απαιτήσεις είναι ιδιαίτερα αυστηρές. «Στο catering δεν παίζει ρόλο το όνομα, αλλά αν το προϊόν αντέχει στο βράσιμο και τις ιδιαίτερες συνθήκες», λέει χαρακτηριστικά.

Σε αυτό το μείγμα προστίθεται και η επιλεκτική εξαγωγή επώνυμων προϊόντων, με το σήμα ΜΑΚΒΕΛ να διατηρεί παρουσία σε συγκεκριμένες αγορές, λειτουργώντας συμπληρωματικά στο private label.
Ιδιαίτερη περίπτωση πάντως αποτελεί η Κούβα, όπου η Eurimac δραστηριοποιείται μέσω της Euricom Κούβας, εμπορικής θυγατρικής του ομίλου, με οργανωμένη διανομή στα σούπερ μάρκετ της χώρας, μια αγορά που απαιτεί συνέπεια και αντοχή στον χρόνο.

Επιδόσεις

Η στρατηγική επιλογών των τελευταίων ετών αποτυπώνεται πλέον καθαρά και στους αριθμούς. Η χρήση του 2024, για την οποία υπάρχουν δημοσιευμένα στοιχεία, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τη Eurimac, με ιστορικά υψηλές επιδόσεις σε επίπεδο όγκου και κερδοφορίας. Η παραγωγή ανήλθε σε 76.500 τόνους, ενώ ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 72,6 εκατ. ευρώ, με ισχυρή βελτίωση των λειτουργικών και καθαρών αποτελεσμάτων.

Το 2025 ακολούθησε ως η αμέσως επόμενη καλύτερη χρονιά, όπως λέει ο κ. Κωνσταντινίδης. Παρά τη μικρή κάμψη στους όγκους, στους 72.500 τόνους, λόγω αποκλιμάκωσης τιμών και πρώτης ύλης, τα οικονομικά αποτελέσματα παρέμειναν ιδιαίτερα ισχυρά. «Ηταν μια πάρα πολύ καλή χρονιά. Σε επίπεδο απόλυτων οικονομικών αποτελεσμάτων στα ζυμαρικά, βρισκόμαστε στην πρώτη θέση στην Ελλάδα», επισημαίνει ο πρόεδρος της Eurimac και προσθέτει ότι η εταιρεία επί της ουσίας ελέγχει το 30% της ελληνικής αγοράς εάν στα μερίδια υπολογιστούν και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Καινοτομία

Σημειώνει όμως ότι για μια εταιρεία που έχει φτάσει σε μεγάλη κλίμακα ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο εφησυχασμός. Στη Eurimac, η απάντηση σε αυτόν τον κίνδυνο ήταν διαχρονικά η ανάπτυξη προϊόντων προστιθέμενης αξίας. «Η καινοτομία δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την παραγωγή και το κόστος, ειδικά όταν μιλάμε για εξαγωγές», λέει ο κ. Κωνσταντινίδης.

Το πιο χαρακτηριστικό και πρόσφατο παράδειγμα αυτής της φιλοσοφίας είναι η σειρά ζυμαρικών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Ενα προϊόν που δεν σχεδιάστηκε ως niche ή ως «ειδική διατροφή», αλλά ως απάντηση σε μια ευρύτερη διατροφική ανάγκη. «Δεν απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν θέμα με το ζάχαρο. Δημιουργεί αίσθημα πληρότητας και βοηθά συνολικά στη διατροφή», εξηγεί.

Η ανάπτυξη του προϊόντος έγινε εσωτερικά, από μια συμπαγή ομάδα R&D, σε στενή συνεργασία με τη διοίκηση. «Οι ιδέες ξεκινούν πάντα από ανθρώπους. Και αυτό το προϊόν το δουλέψαμε μαζί με το τμήμα R&D, το τεστάραμε και το ξανατεστάραμε προτού βγει στην αγορά», μας λέει ο κ. Κωνσταντινίδης.

Νέο κεφάλαιο

Με το παραγωγικό αποτύπωμα πλέον πλήρως ανεπτυγμένο, το επόμενο στοίχημα για την Eurimac είναι η… αριστοποίηση. «Το πρώτο μεγάλο μας βήμα από εδώ και πέρα είναι η ψηφιοποίηση όλων των διαδικασιών της εταιρείας ώστε να αριστοποιήσουμε το κόστος και τη λειτουργία μας», δηλώνει ο κ. Κωνσταντινίδης. Εξάλλου, η Eurimac έχει πλέον φτάσει στα χωρικά της όρια. Το βιομηχανικό συγκρότημα στο Κιλκίς εκτείνεται σε 70.000-75.000 τ.μ., με 25.000-30.000 τ.μ. δομημένων εγκαταστάσεων. «Δεν υπάρχει άλλος χώρος για μεγάλες επεκτάσεις», λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Η όποια περαιτέρω αύξηση δυναμικότητας μπορεί να προκύψει μόνο μέσω αντικατάστασης υφιστάμενων γραμμών με μεγαλύτερες και πιο αποδοτικές.

Την ίδια στιγμή, η Eurimac ανοίγει προσεκτικά ένα νέο εμπορικό κεφάλαιο, τα έτοιμα γεύματα. Ηδη η εταιρεία δραστηριοποιείται εμπορικά σε προϊόντα όπως τα τορτελίνια και τα νιόκι, ενώ προετοιμάζεται για την είσοδο σε κατηγορίες όπως το Mac & Cheese – αρχικά μέσω εισαγόμενων προϊόντων.

Η κίνηση αυτή συνδέεται άμεσα με τις εξελίξεις στον ιταλικό όμιλο Euricom, ο οποίος πρόσφατα απέκτησε εργοστάσιο έτοιμων γευμάτων στη Γαλλία, πρώην μονάδα της Mars. «Σιγά-σιγά μπαίνουμε πιο δυνατά στο εμπορικό κομμάτι, παράλληλα με το βιομηχανικό», εξηγεί ο κ. Κωνσταντινίδης.

Παράλληλα, έχει ήδη συντελεστεί η πιο κρίσιμη μετάβαση για κάθε οικογενειακή επιχείρηση, η διαδοχή. Η τρίτη γενιά βρίσκεται πλέον στο τιμόνι, με τον γιο του, Παντελή Κωνσταντινίδη, να έχει αναλάβει αντιπρόεδρος.

Ετσι, τριάντα χρόνια μετά τη συμφωνία που γράφτηκε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, η Eurimac ανοίγει τον επόμενο κύκλο στην ιστορία της με την ίδια φιλοσοφία που τη συνοδεύει από την αρχή: πειθαρχία, συνέπεια και αποφάσεις που αντέχουν στον χρόνο.

Διαβάστε ακόμη

OceanX: Η αποστολή πατέρα και γιου να εξερευνήσουν αχαρτογράφητα νερά

Τουρισμός: Ισχυρή η προσφορά για το «ελληνικό καλοκαίρι», αλλά εύθραυστη η ζήτηση λόγω Μ. Ανατολής

«Τεστ αλήθειας» στο Ιόνιο για το Block 2 με στόχο φυσικό αέριο και πετρέλαιο (πίνακες)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version