Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Με την ολοκλήρωση ενός επενδυτικού προγράμματος που θα έχει φθάσει συνολικά τα 26 εκατ. ευρώ έως το τέλος της χρονιάς, η Eurimac επιχειρεί να ανοίξει τον επόμενο κύκλο ανάπτυξής της, ποντάροντας στην αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, στην τεχνολογία και στην περαιτέρω ενίσχυση του εξαγωγικού της αποτυπώματος. Την ίδια στιγμή, το brand ΜΑΚΒΕΛ εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης πολλαπλάσιους της αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η διοίκηση της εταιρείας σε ενημερωτική εκδήλωση προς τα ΜΜΕ στο εργοστάσιο στο Κιλκίς, την περίοδο 2022-2025 η συνολική αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ το ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε άνοδο 77,2%, συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία και το 2026.

Στο πλαίσιο αυτό η εταιρεία, η οποία παράγει περίπου το 50% των ελληνικών ζυμαρικών που εξάγονται διεθνώς, εμφανίζεται αισιόδοξη ότι το 2026 θα ξεπεράσει ακόμη και το ιστορικό ρεκόρ όγκου πωλήσεων του 2024, με στόχο τους 78.000 τόνους, ενώ ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει περαιτέρω αύξηση της παραγωγής στους 85.000 τόνους μετά την ολοκλήρωση των επενδύσεων.

«Χρονιά προετοιμασίας» το 2025

Παρά τη μικρή υποχώρηση των οικονομικών μεγεθών σε σχέση με το ιστορικό 2024, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurimac κ. Οδυσσέας Παπαδόπουλος περιέγραψε το 2025 ως μια «χρονιά στρατηγικής προετοιμασίας» για το επόμενο στάδιο ανάπτυξης της εταιρείας.

Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στην ενημερωτική εκδήλωση, η εταιρεία επέλεξε συνειδητά να δώσει προτεραιότητα στην ολοκλήρωση του επενδυτικού της προγράμματος και στη θωράκιση της παραγωγικής της βάσης, αποφεύγοντας να προχωρήσει άμεσα σε νέες συνεργασίες που θα μπορούσαν να πιέσουν τη λειτουργία της πριν ολοκληρωθεί το βασικό επενδυτικό πλάνο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι πωλήσεις της εταιρείας διαμορφώθηκαν το 2025 στα 66,83 εκατ. ευρώ, έναντι 72,56 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα EBITDA ανήλθαν στα 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Τα κέρδη προ φόρων έφθασαν τα 10,18 εκατ. ευρώ έναντι 11,79 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν στα 8,63 εκατ. ευρώ από 10,70 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα. Παράλληλα, η εταιρεία διατήρησε μηδενικό τραπεζικό δανεισμό, στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και υψηλού κόστους χρηματοδότησης.

Παρά τη μικρή κάμψη, το 2025 αποτέλεσε τη δεύτερη καλύτερη χρονιά στην ιστορία της εταιρείας τόσο σε επίπεδο όγκου πωλήσεων όσο και λειτουργικών αποτελεσμάτων, μετά το ρεκόρ του 2024.

Αλματώδης ανάπτυξη του brand ΜΑΚΒΕΛ

Πέρα από την ισχυρή παρουσία της στο private label και στις διεθνείς αγορές, η Eurimac βλέπει τα τελευταία χρόνια να ενισχύεται σημαντικά και το αποτύπωμα του επώνυμου brand ΜΑΚΒΕΛ στην ελληνική αγορά.

Τα στοιχεία που παρουσίασε η διοίκηση δείχνουν ότι την περίοδο 2022-2025 η συνολική αγορά ζυμαρικών στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, την ώρα που το ΜΑΚΒΕΛ κατέγραψε ανάπτυξη 77,2%, υπεραποδίδοντας σημαντικά έναντι της αγοράς και συνεχίζοντας την ανοδική του πορεία και το 2026.

Η επίδοση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια αγορά με περιορισμένους ρυθμούς ανάπτυξης και έντονο ανταγωνισμό τόσο από επώνυμα προϊόντα όσο και από private label. Σήμερα, η εταιρεία υπολογίζει ότι διαθέτει περίπου το 30% της ελληνικής αγοράς ζυμαρικών, συνυπολογίζοντας τόσο τα private label προϊόντα όσο και τα δικά της brands, με τη ΜΑΚΒΕΛ να αποτελεί το βασικό επώνυμο όχημα ανάπτυξης.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Eurimac παραδοσιακά ήταν ταυτισμένη περισσότερο με τη βιομηχανική παραγωγή και τις εξαγωγές παρά με την ανάπτυξη ισχυρού consumer brand στην εγχώρια αγορά. Άλλωστε, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Business Stories, ο πρόεδρος της εταιρείας κ. Σταύρος Κωνσταντινίδης είχε περιγράψει αναλυτικά τη διαδρομή της Eurimac, από τη συμφωνία του 1996 με την Euricom έως την ανάδειξή της στον μεγαλύτερο εξαγωγέα ζυμαρικών της χώρας.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η εικόνα αυτή αλλάζει σταδιακά, με τη διοίκηση να επενδύει περισσότερο στην ενίσχυση της παρουσίας της ΜΑΚΒΕΛ στα ράφια. Ταυτόχρονα, η παραγωγή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας εξακολουθεί να αποτελεί κομβικό πυλώνα δραστηριότητας, κυρίως στις διεθνείς αγορές και στις μεγάλες αλυσίδες λιανεμπορίου, όπου η Eurimac διατηρεί πολυετείς συνεργασίες και μεγάλους όγκους παραγωγής.

Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν αλλάζει τη βασική φιλοσοφία λειτουργίας της εταιρείας. Η Eurimac παραμένει μια βιομηχανία με λιτή δομή και έντονο προσανατολισμό στους μεγάλους όγκους παραγωγής, στοιχείο που, σύμφωνα με τη διοίκηση, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της λειτουργικής κερδοφορίας της. Δεν είναι τυχαίο ότι η επίτευξη υψηλών όγκων πωλήσεων εξακολουθεί να θεωρείται βασικός στόχος για τα επόμενα χρόνια, ακόμη και καθώς η εταιρεία επενδύει περισσότερο σε νέα προϊόντα και καινοτομία.

AI, αισθητήρες και zero waste

Πίσω από αυτή την παραγωγική και εμπορική ανάπτυξη, η εταιρεία επενδύει τα τελευταία χρόνια και σε πιο “αθόρυβες” υποδομές τεχνολογίας και ελέγχους σε όλη την αλυσίδα παραγωγής, από την αποθήκευση της πρώτης ύλης έως τη συνεργασία με τους αγρότες.

Σύμφωνα με όσα παρουσίασε η διοίκηση, ήδη από το 2020 η εταιρεία χρησιμοποιεί συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες στα σιλό αποθήκευσης σίτου, με στόχο τη συνεχή παρακολούθηση της ποιότητας της πρώτης ύλης και την έγκαιρη πρόληψη πιθανών αλλοιώσεων. Την ίδια στιγμή, μέσω εξειδικευμένου λογισμικού, υποστηρίζει τους συνεργαζόμενους παραγωγούς στην επιλογή βέλτιστων πρακτικών καλλιέργειας, λαμβάνοντας υπόψη παραμέτρους όπως το έδαφος και οι καιρικές συνθήκες.

Η τεχνολογία αυτή συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική καθετοποίησης που ακολουθεί η εταιρεία από το 2007, όταν προχώρησε στην κατασκευή του ιδιόκτητου μύλου της. Σήμερα, η Eurimac χρησιμοποιεί αποκλειστικά ελληνικό σκληρό σιτάρι, επιδιώκοντας μεγαλύτερο έλεγχο τόσο στο κόστος όσο και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη βιωσιμότητα. Η εταιρεία είχε επενδύσει ήδη από το 2013 σε μονάδα καύσης βιομάζας για την παραγωγή θερμικής ενέργειας του εργοστασίου της, ενώ εφαρμόζει πολιτική αποκλειστικά ανακυκλώσιμων υλικών συσκευασίας και μηδενικών αποβλήτων προς ταφή.

Η στρατηγική αυτή οδήγησε πρόσφατα και σε μια σημαντική διάκριση, καθώς η Eurimac πιστοποιήθηκε στο ανώτατο επίπεδο Platinum για το zero waste to landfill, αποτελώντας, σύμφωνα με τη διοίκηση, την πρώτη εταιρεία τροφίμων στην Ελλάδα που έχει πετύχει πραγματικά μηδενικά απόβλητα.

Το νέο στοίχημα στα προϊόντα προστιθέμενης αξίας

Παρότι η Eurimac εξακολουθεί να στηρίζει τη λειτουργική της κερδοφορία κυρίως στους μεγάλους όγκους παραγωγής, τα τελευταία χρόνια επενδύει πιο συστηματικά και σε προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, επιχειρώντας να συνδέσει το παραδοσιακό προϊόν των ζυμαρικών με τις σύγχρονες διατροφικές τάσεις.

Η συγκεκριμένη κατηγορία θεωρείται στρατηγικής σημασίας για την εταιρεία, καθώς της επιτρέπει να αποκτήσει ισχυρότερη παρουσία σε ταχύτερα αναπτυσσόμενα τμήματα της αγοράς τροφίμων, πέρα από το παραδοσιακό commodity pasta, όπου ο ανταγωνισμός τιμών παραμένει ιδιαίτερα έντονος.

Το σημαντικότερο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η κυκλοφορία, το 2024, της σειράς ζυμαρικών ΜΑΚΒΕΛ Χαμηλού Γλυκαιμικού Δείκτη, η οποία βασίστηκε σε πενταετή επιστημονική έρευνα και κλινικές μελέτες. Στόχος ήταν η ανάπτυξη προϊόντων που να διατηρούν τη γεύση και τα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών ζυμαρικών, αλλά με καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο και πιο ισορροπημένο διατροφικό προφίλ.

Η διοίκηση σημειώνει ότι η ανταπόκριση της αγοράς υπήρξε ιδιαίτερα θετική, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, στοιχείο που θεωρείται σημαντικό για τη διεθνή προοπτική της συγκεκριμένης κατηγορίας.

Παράλληλα, η εταιρεία συνεχίζει να επενδύει και στη συνολική ποιότητα παραγωγής των προϊόντων της. Τα ζυμαρικά ΜΑΚΒΕΛ παράγονται με τη μέθοδο της αργής ξήρανσης, δηλαδή με χαμηλότερες θερμοκρασίες και μεγαλύτερο χρόνο επεξεργασίας, διαδικασία που, σύμφωνα με την εταιρεία, συμβάλλει στη διατήρηση των θρεπτικών συστατικών, της γεύσης και της υφής του προϊόντος.

Η προσέγγιση αυτή έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και σε διεθνείς διακρίσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το σπαγγέτι και οι πένες ΜΑΚΒΕΛ συμπεριλήφθηκαν στις αξιολογήσεις της πλατφόρμας Taste Atlas, με την Eurimac να κατατάσσεται ανάμεσα στις 100 καλύτερες εταιρείες ζυμαρικών παγκοσμίως και να αποτελεί τη μοναδική ελληνική παρουσία στη σχετική λίστα.

Εν τω μεταξύ, η εταιρεία ανοίγει προσεκτικά και ένα νέο εμπορικό πεδίο στα προϊόντα έτοιμου γεύματος, με παρουσία ήδη σε κατηγορίες όπως τα τορτελίνια και τα νιόκι, ενώ σχεδιάζει την είσοδο και σε προϊόντα όπως το Mac & Cheese, επιχειρώντας να αποκτήσει παρουσία και σε κατηγορίες που αναπτύσσονται ταχύτερα από την παραδοσιακή αγορά ζυμαρικών.

Διαβάστε ακόμη 

ΕΚΤ: Δύο αυξήσεις επιτοκίων το 2026 βλέπουν οι αναλυτές – Η εκτίμηση για τον πληθωρισμό (γραφήματα)

Γιάννης Χατζής (ΠΟΞ): Στο… παρά πέντε θα κριθεί η θερινή σεζόν του 2026

Ακίνητα: Αντίστροφη μέτρηση για το νέο ΜΙΔΑ πριν τις μεγάλες διασταυρώσεις

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα