Στα 7,1 εκατ. λίρες εκτοξεύθηκαν οι ετήσιες αποδοχές του Ρίτσαρντ Χιούστον, πρώην επικεφαλής της Deloitte στη Βρετανία και νυν επικεφαλής της νέας διεθνούς δομής του ομίλου, καταγράφοντας αύξηση 45%, παρά το γεγονός ότι η εταιρεία προχώρησε σε περικοπές περίπου 1.000 θέσεων εργασίας και αλλαγές στον τρόπο διανομής των κερδών της.
Σύμφωνα με πληροφορίες των Financial Times, ο Χιούστον εισέπραξε για τη χρήση που ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2026 ποσό 5,8 εκατ. λιρών από τη συμμετοχή του στα κέρδη της Deloitte, καθώς και έκτακτη αμοιβή 1,3 εκατ. λιρών, η οποία συνδεόταν με την επίτευξη στρατηγικών και οικονομικών στόχων στις ευρωπαϊκές δραστηριότητες του ομίλου.
Η συνολική αμοιβή του τον αναδεικνύει στον υψηλότερα αμειβόμενο επικεφαλής μεταξύ των τεσσάρων μεγάλων ελεγκτικών εταιρειών στη Βρετανία. Ενδεικτικά, ο επικεφαλής της PwC στη Βρετανία και τη Μέση Ανατολή, Μάρκο Αμιτράνο, έλαβε 4,8 εκατ. λίρες.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η διεύρυνση της μισθολογικής ψαλίδας. Οι αποδοχές του Χιούστον αντιστοιχούσαν σε 93 φορές τις διάμεσες αποδοχές ενός εργαζομένου της Deloitte στη Βρετανία, έναντι 65 φορών την προηγούμενη χρονιά και 35 φορών το 2021. Μέσα σε πέντε χρόνια, η ετήσια αμοιβή του αυξήθηκε από 2,9 εκατ. σε 7,1 εκατ. λίρες.
Η αύξηση καταγράφηκε ενώ τα έσοδα της Deloitte σε Βρετανία και Ελβετία ενισχύθηκαν μόλις κατά 2%, στα 5,81 δισ. λίρες, αν και τα κέρδη σημείωσαν άνοδο 14%, φτάνοντας τα 899 εκατ. λίρες.
Παράλληλα, η εταιρεία υλοποίησε εσωτερική αναδιάρθρωση, γνωστή ως Project Maple, περιορίζοντας από 100 σε 80 τις μετοχικές μονάδες που λαμβάνουν παραδοσιακά οι νέοι εταίροι με συμμετοχή στο κεφάλαιο. Στόχος της αλλαγής είναι να διευκολυνθεί η μετάβαση περισσότερων έμμισθων εταίρων σε καθεστώς συμμετοχής στα κέρδη, χωρίς να επιβαρύνεται υπέρμετρα η κατανομή τους.
Ήδη, οι εταίροι με μετοχική συμμετοχή αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 60% του συνολικού αριθμού των εταίρων, από 54% το 2025.
Ο Χιούστον, ο οποίος ηγήθηκε της βρετανικής Deloitte από το 2019, ανέλαβε τον Ιούνιο του 2026 την ηγεσία της νέας δομής που συντονίζει τις δραστηριότητες της εταιρείας σε 80 χώρες, έπειτα από μια ευρεία αναδιοργάνωση στην οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο.
