search icon

Ελλάδα

Ενεργειακή φτώχεια: Πώς η ζέστη μετατρέπει τα ελληνικά σπίτια σε «θερμικές παγίδες»

Έρευνα της Greenpeace δείχνει ότι η θερινή ενεργειακή φτώχεια πλήττει χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά, με υπερθερμασμένες κατοικίες, περιορισμένη χρήση κλιματισμού και αυξανόμενους κινδύνους για υγεία και ποιότητα ζωής.

123RF

Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα δεν αφορά πλέον μόνο τη δυσκολία θέρμανσης των κατοικιών τον χειμώνα. Η κλιματική αλλαγή και οι ολοένα συχνότεροι καύσωνες δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα, καθώς χιλιάδες νοικοκυριά αδυνατούν να διατηρήσουν ανεκτές θερμοκρασίες μέσα στα σπίτια τους κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας μελέτης της Greenpeace, η οποία αναδεικνύει τη θερινή ενεργειακή φτώχεια ως ένα ολοένα εντονότερο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα.

Η μελέτη «Κατοικίες σε κλιματική κρίση: Η θερινή ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα» βασίζεται σε έρευνα πεδίου που πραγματοποίησε το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ) τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2025. Οι ερευνητές παρακολούθησαν τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης σε 29 κατοικίες στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα, την Καλαμπάκα, το Ηράκλειο, τα Χανιά, την Κοζάνη και την Πάτρα, καλύπτοντας όλες τις κλιματικές ζώνες της χώρας και διαφορετικούς τύπους κτιρίων, από αμόνωτες κατοικίες έως πλήρως ενεργειακά αναβαθμισμένα και παθητικά κτίρια.

Τα αποτελέσματα καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλές εσωτερικές θερμοκρασίες σχεδόν στο σύνολο των κατοικιών. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα οι εσωτερικοί χώροι ξεπερνούσαν το όριο θερμικής άνεσης των 25 βαθμών Κελσίου, ενώ οι μέσες θερμοκρασίες κυμαίνονταν συνήθως μεταξύ 28 και 31 βαθμών. Σε αρκετές περιπτώσεις οι μέγιστες τιμές έφτασαν ακόμη και τους 34 έως 38 βαθμούς, μετατρέποντας το εσωτερικό των κατοικιών σε ιδιαίτερα επιβαρυμένο περιβάλλον.

Οι μεγαλύτερες θερμικές επιβαρύνσεις καταγράφηκαν στις μεγάλες αστικές περιοχές, όπως η Αθήνα και η Πάτρα, ενώ αισθητά ηπιότερες ήταν οι συνθήκες στην Κοζάνη. Ωστόσο, το σημαντικότερο πρόβλημα εντοπίστηκε στις αμόνωτες κατοικίες, όπου η θερμοκρασία παρέμενε ακόμη και τις νυχτερινές ώρες πάνω από τους 28-30 βαθμούς, χωρίς το κτίριο να προλαβαίνει να αποβάλει τη θερμότητα που είχε συσσωρευτεί μέσα στην ημέρα. Αυτό σημαίνει ότι οι ένοικοι εκτίθενται σε συνεχόμενη θερμική καταπόνηση και όχι μόνο στις ώρες αιχμής του καύσωνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τη χρήση κλιματισμού. Ακόμη και σε κατοικίες όπου καταγράφηκαν πολύ υψηλές θερμοκρασίες, πολλές οικογένειες λειτουργούσαν το κλιματιστικό μόλις μία ή δύο ώρες ημερησίως. Σύμφωνα με την Greenpeace, το στοιχείο αυτό αποτυπώνει τη νέα μορφή ενεργειακής φτώχειας: δεν αρκεί ένα σπίτι να διαθέτει σύστημα ψύξης, όταν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας δεν επιτρέπει τη χρήση του για όσο διάστημα απαιτείται.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τις ανάγκες ψύξης, η μεγαλύτερη κατανάλωση οδηγεί σε υψηλότερους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και πολλά νοικοκυριά επιλέγουν τελικά να περιορίσουν τη χρήση του κλιματισμού, παραμένοντας για ώρες ή ακόμη και ημέρες μέσα σε υπερθερμασμένες κατοικίες.

Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την ενεργειακή κατάσταση του κτιρίου. Οι αμόνωτες κατοικίες εμφανίζονται ως οι πλέον ευάλωτες, καθώς διατηρούν υψηλές θερμοκρασίες για πολλές ώρες και ψύχονται πολύ δύσκολα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι περιορισμένες παρεμβάσεις, όπως η αντικατάσταση κουφωμάτων ή η μερική θερμομόνωση, βελτιώνουν την κατάσταση, χωρίς όμως να εξαλείφουν το πρόβλημα κατά τη διάρκεια έντονων καυσώνων.

Αντίθετα, οι κατοικίες που έχουν υποστεί ολοκληρωμένη ενεργειακή αναβάθμιση εμφανίζουν σαφώς καλύτερη θερμική συμπεριφορά, με μικρότερες διακυμάνσεις στη θερμοκρασία και μειωμένες ανάγκες για ενεργοβόρα ψύξη. Τα καλύτερα αποτελέσματα καταγράφηκαν στα παθητικά κτίρια, τα οποία κατάφεραν να διατηρήσουν τις εσωτερικές θερμοκρασίες κοντά στα επίπεδα θερμικής άνεσης, ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δύσκολες. Παρ’ όλα αυτά, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ακόμη και τα πιο αποδοτικά κτίρια δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ιδανικές συνθήκες σε παρατεταμένους καύσωνες, εφόσον η χρήση ψύξης είναι εξαιρετικά περιορισμένη.

Η έρευνα ανέδειξε προβλήματα και στην ποιότητα του αέρα. Σε αρκετές κατοικίες οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα ξεπέρασαν τα 1.000 ppm, ένδειξη ανεπαρκούς αερισμού, ενώ σε πολλές περιπτώσεις καταγράφηκαν υψηλά επίπεδα υγρασίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, η παρατεταμένη έκθεση σε αυτές τις συνθήκες συνδέεται με διαταραχές στον ύπνο, δυσκολία συγκέντρωσης, μειωμένη παραγωγικότητα και αυξημένους κινδύνους για την υγεία, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα με χρόνια νοσήματα.

Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται το γερασμένο κτιριακό απόθεμα της χώρας. Η Greenpeace επισημαίνει ότι περισσότερες από τις μισές κατοικίες στην Ελλάδα έχουν κατασκευαστεί πριν από την εφαρμογή του Κανονισμού Θερμομόνωσης το 1979, γεγονός που εξηγεί τις χαμηλές ενεργειακές επιδόσεις μεγάλου μέρους του οικιστικού αποθέματος. Παράλληλα, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση στην Ευρώπη, καθώς το ποσοστό των νοικοκυριών που δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση και λογαριασμούς είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η οργάνωση υποστηρίζει ότι τα υφιστάμενα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, όπως το «Εξοικονομώ», δίνουν συχνά έμφαση σε αποσπασματικές παρεμβάσεις και όχι σε ολοκληρωμένες ανακαινίσεις. Για τον λόγο αυτό προτείνει εκτεταμένες παρεμβάσεις σε ολόκληρα κτίρια, αναθεώρηση του ΚΕΝΑΚ με μεγαλύτερη βαρύτητα στον κίνδυνο θερινής υπερθέρμανσης, ισχυρότερη οικονομική στήριξη των ενεργειακά ευάλωτων νοικοκυριών, προστασία από διακοπές ηλεκτροδότησης κατά τη διάρκεια των καυσώνων και μέτρα περιορισμού του ενεργειακού κόστους.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αποτελεί πλέον ένα μελλοντικό ενδεχόμενο, αλλά μια πραγματικότητα για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά. Καθώς οι περίοδοι ακραίας ζέστης γίνονται ολοένα συχνότερες, η ποιότητα της κατοικίας μετατρέπεται σταδιακά από ζήτημα ενεργειακής απόδοσης σε κρίσιμο θέμα δημόσιας υγείας, κοινωνικής προστασίας και ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση.

Διαβάστε ακόμη 

Τα 23 δισ. ευρώ του ΕΠΑ: Ο χάρτης των νέων επενδύσεων έως το 2030

Μια έπαυλη καταφύγιο ηρεμίας στους ελαιώνες του Salento στη νότια Ιταλία

Κλιματιστικό: Η σωστή κίνηση πριν το κλείσετε για καλύτερη απόδοση και λιγότερες οσμές

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version