Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα της Ευρώπης. Η αύξηση των ενοικίων, η περιορισμένη προσφορά κατοικιών, το υψηλό κόστος κατασκευής, η άνοδος των επιτοκίων και η διαρκής πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξανόμενης ανασφάλειας για εκατομμύρια πολίτες.
Στην Ελλάδα, όμως, το πρόβλημα εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 42,3% των πολιτών διαμένει σε νοικοκυριά που καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν εγκαίρως το ενοίκιο, τη δόση στεγαστικού δανείου ή βασικούς λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υπερτετραπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου που διαμορφώνεται μόλις στο 9,3%.
Το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι η δεύτερη πιο επιβαρυμένη χώρα, η Βουλγαρία, βρίσκεται στο 18,8%, δηλαδή σε επίπεδο μικρότερο από το μισό της ελληνικής επίδοσης. Αντίστοιχα, η Κύπρος καταγράφει ποσοστό 14,3%.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποτυπώνουν απλώς μια οικονομική δυσκολία. Αποτυπώνουν ένα βαθύτερο πρόβλημα κοινωνικής ανασφάλειας.
Η κατοικία, η οποία παραδοσιακά αποτελούσε για την ελληνική οικογένεια στοιχείο σταθερότητας, ασφάλειας και κοινωνικής κινητικότητας, μετατρέπεται σταδιακά σε έναν στόχο ολοένα και πιο δύσκολο να επιτευχθεί.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική στους νέους ανθρώπους.
Σχεδόν επτά στους δέκα νέους ηλικίας 18 έως 34 ετών εξακολουθούν να διαμένουν με τους γονείς τους. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη και ταυτόχρονα για μια ένδειξη ότι η οικονομική αυτονομία των νέων καθυστερεί σημαντικά.
Δεν παραμένουν στο πατρικό τους σπίτι επειδή το επιλέγουν. Παραμένουν επειδή δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το κόστος μιας ανεξάρτητης κατοικίας.
Και όταν ένας νέος άνθρωπος αδυνατεί να αποκτήσει το δικό του σπίτι, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην καθημερινότητά του.
- Αναβάλλει τη δημιουργία νοικοκυριού.
- Αναβάλλει τον γάμο.
- Αναβάλλει τη δημιουργία οικογένειας.
- Αναβάλλει την απόκτηση παιδιών.
- Αναβάλλει τελικά το ίδιο του το μέλλον.
Το στεγαστικό ως επιταχυντής της δημογραφικής κρίσης
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο ένα στεγαστικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μια βαθιά δημογραφική κρίση, η οποία εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για το μέλλον της χώρας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 γεννήθηκαν μόλις 68.467 παιδιά, ενώ οι θάνατοι ανήλθαν σε 126.916. Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε έναν μόνο χρόνο η χώρα έχασε φυσικά περισσότερους από 58.000 κατοίκους.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Είναι μέρος μιας μακροχρόνιας τάσης που χαρακτηρίζεται από μείωση των γεννήσεων, γήρανση του πληθυσμού και συνεχή συρρίκνωση των νεότερων ηλικιακών ομάδων.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις πιο γηρασμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάμεση ηλικία του πληθυσμού έχει φθάσει τα 46,9 έτη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στα 44,7 έτη. Αντίθετα, η Κύπρος εμφανίζει σημαντικά νεότερη ηλικιακή δομή, με διάμεση ηλικία 40,6 έτη.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το δημογραφικό δεν είναι ένα πρόβλημα του μέλλοντος. Είναι ένα πρόβλημα του παρόντος.
Η σύνδεση της στεγαστικής κρίσης με το δημογραφικό πρόβλημα αναγνωρίζεται πλέον όχι μόνο από κοινωνικούς φορείς και ερευνητές, αλλά και από θεσμικούς παράγοντες της οικονομίας.
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, επισήμανε πρόσφατα ότι η περιορισμένη πρόσβαση σε προσιτή κατοικία επηρεάζει άμεσα τις δημογραφικές εξελίξεις, καθώς καθυστερεί τη δημιουργία νέων νοικοκυριών και οδηγεί πολλούς νέους ανθρώπους στην αναβολή ή ακόμη και στην εγκατάλειψη της προοπτικής δημιουργίας οικογένειας.
Η στεγαστική κρίση, όπως τόνισε, δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Αποτελεί ταυτόχρονα σοβαρό μακροοικονομικό κίνδυνο, καθώς περιορίζει το εργατικό δυναμικό, επηρεάζει την παραγωγικότητα και επιβαρύνει τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.
Με απλά λόγια, το στεγαστικό και το δημογραφικό αποτελούν πλέον δύο όψεις της ίδιας κρίσης.
Η Κύπρος συνδέει κατοικία, δημογραφικό και αποκέντρωση
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το παράδειγμα της Κύπρου. Δεν είναι τυχαίο ότι το στεγαστικό βρέθηκε στο επίκεντρο της άτυπης συνεδρίασης του Eurogroup που πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία. Η επιλογή της Κύπρου μόνο συμβολική δεν ήταν. Τα τελευταία χρόνια η κυπριακή κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει τη στεγαστική πολιτική από ένα απλό κοινωνικό μέτρο σε εργαλείο δημογραφικής ενίσχυσης, περιφερειακής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής.
Η φιλοσοφία της προσέγγισης είναι ιδιαίτερα ξεκάθαρη:
- Δεν μπορεί να υπάρξει δημογραφική ανανέωση χωρίς νέες οικογένειες.
- Δεν μπορούν να δημιουργηθούν νέες οικογένειες χωρίς πρόσβαση σε κατοικία.
- Δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη περιφέρεια χωρίς μόνιμο πληθυσμό.
Με βάση αυτή τη λογική, η Κύπρος έχει συνδέσει άμεσα τη στεγαστική πολιτική με το δημογραφικό και την αποκέντρωση, επιχειρώντας να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τρία μεγάλα προβλήματα: τη μείωση των γεννήσεων, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και την έλλειψη προσιτής κατοικίας για τα νέα ζευγάρια.
Το πρόγραμμα που δίνει κίνητρα για μόνιμη εγκατάσταση στην περιφέρεια
Κεντρικός πυλώνας της πολιτικής αυτής είναι το «Σχέδιο Αναζωογόνησης Ορεινών, Ακριτικών και Μειονεκτικών Περιοχών», το οποίο καλύπτει εκατοντάδες κοινότητες και οικισμούς της κυπριακής υπαίθρου.
Στόχος του προγράμματος δεν είναι απλώς η απόκτηση μιας κατοικίας. Στόχος είναι η δημιουργία μόνιμου πληθυσμού σε περιοχές που αντιμετωπίζουν πληθυσμιακή συρρίκνωση, γήρανση και οικονομική υποβάθμιση.
Για τον λόγο αυτό παρέχεται σημαντική οικονομική ενίσχυση για:
- ανέγερση νέας κατοικίας,
- αγορά κατοικίας,
- ανακαίνιση παλαιάς κατοικίας,
- ή συνδυαστικά αγορά και ανακαίνιση ακινήτου για μόνιμη ιδιοκατοίκηση.
Η επιδότηση μπορεί να φθάσει έως και το 50% της συνολικής δαπάνης, ανάλογα με την περιοχή, την ηλικία του δικαιούχου, την οικογενειακή του κατάσταση και συγκεκριμένα κοινωνικά κριτήρια.
Με τον τρόπο αυτό, ένα νέο ζευγάρι ή μια νέα οικογένεια αποκτά ουσιαστικό κίνητρο να εγκατασταθεί μόνιμα σε μια ορεινή, ακριτική ή μειονεκτική περιοχή, μειώνοντας σημαντικά το κόστος απόκτησης κατοικίας.
Παράλληλα, το πρόγραμμα συμβάλλει στην αξιοποίηση παλαιών και εγκαταλελειμμένων κατοικιών, στην επαναφορά πληθυσμού σε κοινότητες που σταδιακά ερημώνουν και στη δημιουργία νέας οικονομικής δραστηριότητας στην περιφέρεια.
Η ουσιαστική διαφορά του κυπριακού μοντέλου είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τη στέγαση ως ένα μεμονωμένο κοινωνικό μέτρο.
Αντιμετωπίζει την κατοικία ως προϋπόθεση για τη δημιουργία οικογένειας, τη διατήρηση του πληθυσμού στην περιφέρεια και τη δημογραφική ανανέωση της χώρας.
Στην πράξη, η στεγαστική πολιτική μετατρέπεται σε εργαλείο δημογραφικής ενίσχυσης, αποκέντρωσης και κοινωνικής συνοχής.
Το μεγάλο μάθημα για την Ελλάδα
Το κυπριακό παράδειγμα αναδεικνύει μια βασική αλήθεια:
- Το στεγαστικό δεν είναι μόνο ζήτημα αγοράς ακινήτων.
- Δεν είναι μόνο θέμα ενοικίων.
- Δεν είναι μόνο θέμα στεγαστικών δανείων.
- Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής.
- Είναι ζήτημα δημογραφικής βιωσιμότητας.
- Είναι ζήτημα περιφερειακής ανάπτυξης.
- Είναι τελικά ζήτημα εθνικής στρατηγικής.
Η Ελλάδα διαθέτει εκατοντάδες χιλιάδες κλειστές κατοικίες, γηρασμένες γειτονιές, χωριά που χάνουν πληθυσμό και νέους ανθρώπους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε προσιτή κατοικία. Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά σε επιδόματα ή στη χορήγηση στεγαστικών δανείων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο που θα συνδέει την κατοικία με τη δημιουργία οικογένειας, τη δημογραφική ανανέωση, την περιφερειακή ανάπτυξη και την αξιοποίηση του υφιστάμενου στεγαστικού αποθέματος.
Γιατί τελικά η κατοικία δεν είναι απλώς ένα ακίνητο. Είναι η βάση πάνω στην οποία χτίζονται οι οικογένειες, οι τοπικές κοινωνίες και το ίδιο το μέλλον της χώρας.
Διαβάστε ακόμη
Τουρισμός: Με βελτιωμένη ροή άνοιξε η σεζόν – Τι εκτιμούν οι παράγοντες της αγοράς
Τι σηματοδοτεί η απόφαση του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτες του Νόμου Κατσέλη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
