Η επιστροφή της αεροπορικής κίνησης σε ιστορικά υψηλά επίπεδα επαναφέρει στο προσκήνιο τη δύσκολη εξίσωση ανάμεσα στην ανάπτυξη του τουρισμού και τη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής. Παρά τις δεσμεύσεις για μείωση των εκπομπών και την ενσωμάτωση νέων, πιο αποδοτικών αεροσκαφών στους στόλους των εταιρειών, η συνολική περιβαλλοντική επιβάρυνση του ευρωπαϊκού αεροπορικού κλάδου συνεχίζει να αυξάνεται, με βασικό μοχλό την εκρηκτική ανάπτυξη των αεροπορικών εταιρειών χαμηλού κόστους.
Η εικόνα που διαμορφώνεται για την ευρωπαϊκή αεροπορία αποτυπώνει μια αντίφαση που γίνεται ολοένα πιο εμφανής. Από τη μία πλευρά, οι εταιρείες επενδύουν σε τεχνολογίες χαμηλότερης κατανάλωσης καυσίμου και σε βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα. Από την άλλη, η τεράστια αύξηση του αριθμού των πτήσεων και των επιβατών υπερκαλύπτει κάθε περιβαλλοντικό όφελος που προκύπτει από τη βελτίωση της τεχνολογίας.
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται η Ryanair, η οποία έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο αερομεταφορέα της Ευρώπης σε αριθμό επιβατών. Το ανθρακικό αποτύπωμα της ιρλανδικής εταιρείας εμφανίζεται πλέον αυξημένο κατά περίπου 50% σε σχέση με το 2019, εξέλιξη που αντικατοπτρίζει τη θεαματική διεύρυνση του δικτύου και της επιβατικής της κίνησης τα τελευταία χρόνια.
Η εταιρεία μετέφερε περισσότερους από 200 εκατομμύρια επιβάτες το 2025, έναντι περίπου 140 εκατομμυρίων πριν από την πανδημία. Ως αποτέλεσμα, οι συνολικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα της Ryanair ανήλθαν στα 16,6 εκατομμύρια τόνους CO₂ μέσα σε έναν χρόνο, επίπεδο συγκρίσιμο με τις ετήσιες εκπομπές ολόκληρων ευρωπαϊκών χωρών μικρού μεγέθους.
Η αύξηση δεν περιορίζεται μόνο στη Ryanair. Ολόκληρος ο ευρωπαϊκός αεροπορικός τομέας κατέγραψε εκπομπές περίπου 195 εκατομμυρίων τόνων CO₂ στις αναχωρήσεις πτήσεων την προηγούμενη χρονιά, σημειώνοντας άνοδο σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η πλήρης ανάκαμψη των διεθνών ταξιδιών συνοδεύεται από μια αντίστοιχη επιστροφή της αεροπορικής ρύπανσης.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να επιβάλει ένα οικονομικό κόστος στη ρύπανση των αερομεταφορών, το υφιστάμενο μοντέλο καλύπτει κυρίως πτήσεις που πραγματοποιούνται αποκλειστικά εντός της Ευρώπης.
Αυτό σημαίνει ότι πολλές πτήσεις μεγάλων αποστάσεων, οι οποίες καταναλώνουν σημαντικά μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμου, μένουν ουσιαστικά εκτός του βασικού πλαισίου επιβάρυνσης. Ως αποτέλεσμα, αεροπορικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται κυρίως σε ευρωπαϊκά δρομολόγια επωμίζονται υψηλότερο κόστος άνθρακα συγκριτικά με παραδοσιακούς αερομεταφορείς που εκτελούν μεγάλο αριθμό υπερατλαντικών ή διεθνών πτήσεων.
Η διαδρομή Λονδίνο – Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, παρήγαγε σχεδόν 1,4 εκατομμύρια τόνους CO₂ μέσα στο 2025, χωρίς όμως να καλύπτεται από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων. Η ανισορροπία αυτή έχει πυροδοτήσει νέες πιέσεις για επέκταση της αγοράς άνθρακα σε όλες τις αναχωρούσες πτήσεις από ευρωπαϊκά αεροδρόμια.
Υποστηρικτές της διεύρυνσης του ETS εκτιμούν ότι μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τα δημόσια έσοδα των κρατών-μελών της ΕΕ και παράλληλα να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων, τα οποία θεωρούνται κρίσιμα για τη μελλοντική απανθρακοποίηση του κλάδου.
Την ίδια στιγμή, οι αεροπορικές εταιρείες συνεχίζουν να προειδοποιούν ότι η επιβολή επιπλέον περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων αυξάνει το λειτουργικό τους κόστος σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Η κρίση στη Μέση Ανατολή και η εκτόξευση των τιμών των αεροπορικών καυσίμων μετά τον πόλεμο με το Ιράν έχουν ήδη επιβαρύνει σημαντικά τις εταιρείες και τους επιβάτες.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, η αύξηση του κόστους καυσίμων προσθέτει περίπου 90 ευρώ ανά επιβάτη στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων, ποσό πολλαπλάσιο σε σχέση με την επιβάρυνση που προκύπτει από τους κανονισμούς χρήσης βιώσιμων καυσίμων αεροπορίας.
Η Ryanair υποστηρίζει ότι η αύξηση των συνολικών εκπομπών της οφείλεται κυρίως στη γρήγορη ανάπτυξή της και επισημαίνει ότι οι εκπομπές ανά επιβάτη παραμένουν χαμηλότερες από εκείνες πολλών παραδοσιακών αεροπορικών εταιρειών. Παράλληλα, τονίζει ότι τα νεότερα αεροσκάφη χαμηλής κατανάλωσης συμβάλλουν στη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας του στόλου της.
Ωστόσο, η ευρύτερη εικόνα δείχνει ότι η αεροπορία παραμένει ένας από τους πιο δύσκολους τομείς για την πράσινη μετάβαση. Καθώς η ζήτηση για ταξίδια αυξάνεται διαρκώς και οι low cost εταιρείες διευρύνουν συνεχώς την παρουσία τους, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το δίλημμα ανάμεσα στη διατήρηση της αεροπορικής ανάπτυξης και στην επίτευξη των φιλόδοξων κλιματικών στόχων της επόμενης δεκαετίας.
Διαβάστε ακόμη
Dark Matter: Το μουσείο όπου το φως γίνεται εμπειρία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
