search icon

Newmoney Energy

Γιατί τα περισσότερα βαρέλια από τη Μέση Ανατολή δεν φέρνουν φθηνότερο αργό πετρέλαιο 

Παρά την ανάκαμψη των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο, το πετρέλαιο παραμένει ακριβό. Κινεζική ζήτηση, υψηλά ναύλα, περιορισμένα αποθέματα και γεωπολιτικοί κίνδυνοι συντηρούν την ανησυχία για νέα άνοδο των τιμών

Imen Ben Youssef / Hans Lucas / Hans Lucas via AFP

Οκτώ μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου εξακολουθεί να κινείται σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας. Παρότι ολοένα περισσότερα δεξαμενόπλοια μεταφέρουν φορτία από τον Περσικό Κόλπο και οι εξαγωγές έχουν ανακάμψει σημαντικά, οι τιμές του αργού παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, προκαλώντας ανησυχία για τις επιπτώσεις στην οικονομία.

Το παράδοξο είναι ότι η αποκατάσταση μέρους της προσφοράς δεν συνοδεύεται από ανάλογη αποκλιμάκωση του ενεργειακού κόστους. Η εξήγηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων που εκτείνεται από την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και τα ναύλα μέχρι τη ζήτηση της Κίνας και τα περιορισμένα διαθέσιμα αποθέματα.

Οι τιμές παραμένουν ευάλωτες στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 29 Οκτωβρίου το Brent έκλεισε στα 114,88 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI διαμορφώθηκε στα 102 δολάρια. Στις 30 Οκτωβρίου το Brent ενισχύθηκε περαιτέρω, στα 117,64 δολάρια, προτού υποχωρήσει στις αρχές Νοεμβρίου εν μέσω νέων διπλωματικών προσπαθειών.

Οι εξαγωγές αυξάνονται, αλλά η αγορά παραμένει εύθραυστη

Η εικόνα στις θαλάσσιες μεταφορές έχει βελτιωθεί αισθητά σε σχέση με τους πρώτους μήνες της πολεμικής σύγκρουσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Vortexa που επικαλείται ο Economist, οι εξαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή ξεπέρασαν τα 17 εκατ. βαρέλια ημερησίως την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 23 Οκτωβρίου, παραμένοντας ωστόσο περίπου 4 εκατ. βαρέλια χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2025.

Τα στοιχεία της Kpler αποτυπώνουν ακόμη μεγαλύτερη μεταβλητότητα. Οι αποστολές από τον Περσικό Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων των εναλλακτικών διαδρομών, ξεπέρασαν τα 24 εκατ. βαρέλια ημερησίως την εβδομάδα έως τις 18 Οκτωβρίου, για να περιοριστούν στα 15,7 εκατ. βαρέλια την εβδομάδα έως τις 26 Οκτωβρίου.

Παρότι οι δύο μετρήσεις έχουν διαφορετική μεθοδολογία, αναδεικνύουν την ίδια πραγματικότητα. Η επιστροφή των εξαγωγών δεν σημαίνει ότι έχει αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία της αγοράς.

Οι επιθέσεις εναντίον πλοίων, η αυξημένη ασφαλιστική κάλυψη και η ανάγκη χρήσης εναλλακτικών διαδρομών εξακολουθούν να δημιουργούν πρόσθετο κόστος και καθυστερήσεις.

Η Κίνα απορροφά τα επιπλέον βαρέλια

Καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση των υψηλών τιμών είναι η επιστροφή της κινεζικής ζήτησης. Στους πρώτους μήνες του πολέμου, το Πεκίνο είχε περιορίσει σημαντικά τις εισαγωγές αργού. Τα κινεζικά διυλιστήρια αξιοποιούσαν τα διαθέσιμα αποθέματα, ενώ η κυβέρνηση είχε επιβάλει από τον Μάρτιο περιορισμούς στις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων.

Σύμφωνα με τον Economist, οι εισαγωγές πετρελαίου της Κίνας μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου, συμβάλλοντας στην απορρόφηση μέρους της διαταραχής που είχε προκαλέσει ο πόλεμος. Η κατάσταση μεταβλήθηκε από το καλοκαίρι, όταν τα διυλιστήρια επέστρεψαν σταδιακά στις διεθνείς αγορές.

Κατά τις τρεις εβδομάδες έως τις 16 Οκτωβρίου, οι κινεζικές εισαγωγές ήταν περισσότερα από 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως υψηλότερες σε σύγκριση με τον Ιούνιο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της FGE NexantECA. Έτσι, σημαντικό μέρος της πρόσθετης προσφοράς από τη Μέση Ανατολή κατευθύνθηκε προς την Κίνα, αντί να δημιουργήσει πλεόνασμα που θα οδηγούσε σε αισθητή πτώση των διεθνών τιμών.

Τα ναύλα εκτοξεύουν το κόστος μεταφοράς

Ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει την αγορά είναι η θεαματική αύξηση του κόστους των θαλάσσιων μεταφορών.

Η διακίνηση πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ απαιτεί πλέον σε αρκετές περιπτώσεις σύνθετες διαδικασίες, με μεταφορτώσεις φορτίων σε άλλα δεξαμενόπλοια και πολύωρες ή πολυήμερες αναμονές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δεσμεύονται περισσότερα πλοία για τη μεταφορά της ίδιας ποσότητας πετρελαίου, περιορίζοντας τη διαθέσιμη χωρητικότητα.

Σύμφωνα με τον Economist, το μεταφορικό κόστος, που παλαιότερα αντιστοιχούσε στο 4% έως 7% της συνολικής τιμής παράδοσης πετρελαίου στην Κίνα, εκτινάχθηκε τον Οκτώβριο στο 25% έως 30%.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας υπολογίζει ότι στις αρχές Οκτωβρίου η μεταφορά αργού από τον Περσικό Κόλπο προς την Ασία κόστιζε σχεδόν 36 δολάρια ανά βαρέλι, ποσό υπερπενταπλάσιο σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Οι επιβαρύνσεις αυτές δεν μεταφέρονται αυτούσιες στην τιμή του Brent, επηρεάζουν όμως τη λειτουργία της αγοράς και το τελικό κόστος προμήθειας.

Το ασφάλιστρο πολέμου κρατά ψηλά το Brent

Πέρα από το πραγματικό κόστος μεταφοράς, οι τιμές ενσωματώνουν και τον κίνδυνο μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.Η JPMorgan εκτιμά ότι η θεωρητική δίκαιη αξία του Brent βρίσκεται κοντά στα 94 δολάρια ανά βαρέλι, αρκετά χαμηλότερα από τις τιμές που  καταγράφηκαν στα τέλη Οκτωβρίου.

Αντίστοιχα, η Goldman Sachs υπολογίζει ότι ο φόβος νέων διακοπών στην προσφορά προσθέτει περίπου 27 δολάρια ανά βαρέλι. Οι δύο εκτιμήσεις βασίζονται σε διαφορετικά μοντέλα και δεν είναι αθροιστικές. Υπογραμμίζουν, ωστόσο, πόσο σημαντική είναι η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη διαμόρφωση των τιμών.

Η προοπτική νέων αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου συντηρεί την ανησυχία, παρότι βρίσκονται σε εξέλιξη διπλωματικές πρωτοβουλίες για περιορισμό της έντασης.

Τα μειωμένα αποθέματα και ο κίνδυνος των 140 δολαρίων

Η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη και με έναν ακόμη περιορισμό: τη συρρίκνωση των εμπορικών αποθεμάτων πετρελαίου. Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας που επικαλείται η Wall Street Journal, τα άμεσα διαθέσιμα χερσαία εμπορικά αποθέματα βρίσκονται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2016.

Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα απορρόφησης μιας νέας διαταραχής στην προσφορά, ενώ η αναπλήρωσή τους ενδέχεται να διατηρήσει τη ζήτηση αυξημένη ακόμη και μετά από πιθανή αποκλιμάκωση του πολέμου. Ο Τζιμ Μπέρκχαρντ της S&P Global εκτιμά ότι μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να ωθήσει το πετρέλαιο στα 130 έως 140 δολάρια το βαρέλι.

Αντίθετα, μια διπλωματική συμφωνία θα μπορούσε να περιορίσει το ασφάλιστρο κινδύνου. Ωστόσο, οι καταστροφές στις ενεργειακές εγκαταστάσεις, τα ακριβά ναύλα και η ανάγκη ανασύστασης αποθεμάτων δεν θα εξαφανίζονταν αμέσως. Όπως επισημαίνουν αναλυτές της Frontier Investments και της Tradition Energy, οι τιμές ενδέχεται να παραμείνουν κοντά ή πάνω από τα 100 δολάρια για κάποιο διάστημα, ακόμη και αν περιοριστούν οι εχθροπραξίες.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η αύξηση των εξαγωγών δεν αρκεί από μόνη της για να επαναφέρει το φθηνό πετρέλαιο. Χρειάζεται να αποκατασταθεί και η ασφάλεια των μεταφορών, να περιοριστεί το κόστος ναύλωσης και να αναπληρωθούν τα αποθέματα, ώστε η παγκόσμια ενεργειακή αγορά να επιστρέψει σε συνθήκες μεγαλύτερης σταθερότητας.

Exit mobile version