Από τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα και την πίεση στη βιομηχανία μέχρι τις αναταράξεις στα ομόλογα, η παρατεταμένη ενεργειακή κρίση δημιουργεί νέους κινδύνους για την ανάπτυξη και ανατρέπει τις γεωπολιτικές ισορροπίες.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ενεργειακή κρίση διαφορετική από τις προηγούμενες, καθώς η ταυτόχρονη διαταραχή στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και η άνοδος του κόστους δανεισμού δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κυβερνήσεις.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, που διαρκεί ήδη οκτώ μήνες, έχει μετατρέψει τα Στενά του Ορμούζ σε κεντρικό παράγοντα αβεβαιότητας. Από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό διέρχονταν υπό κανονικές συνθήκες περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) χαρακτηρίζει τη διαταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος ως τη μεγαλύτερη στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Η περιορισμένη διακίνηση φορτίων και η αβεβαιότητα για την αποκατάσταση της παραγωγής συντηρούν τις πιέσεις στις τιμές.
Το αποτέλεσμα δεν περιορίζεται στα πρατήρια καυσίμων. Η ακριβή ενέργεια μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές, στα τρόφιμα και τελικά στον πληθωρισμό, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο οικονομικών πιέσεων.
Το διπλό σοκ σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Σε αντίθεση με την ενεργειακή κρίση του 2022, όταν το επίκεντρο βρισκόταν στο ευρωπαϊκό φυσικό αέριο, η σημερινή αναταραχή επηρεάζει ταυτόχρονα περισσότερες αγορές.
Το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν ενισχυθεί σημαντικά.Πρόσθετη επιβάρυνση προκαλεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Οι επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια περιορίζουν την παραγωγή πετρελαϊκών προϊόντων, ιδιαίτερα του ντίζελ, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή αγορά αντιμετωπίζει ήδη στενότητα προσφοράς.
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη για την Ευρώπη, η οποία έχει περιορίσει τη διυλιστική της δυναμικότητα τις τελευταίες δεκαετίες και εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές καυσίμων.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια μερική αποκατάσταση των ροών αργού πετρελαίου δεν εγγυάται άμεση αποκλιμάκωση των τιμών του ντίζελ, καθώς οι περιορισμοί στη διύλιση και οι αυξημένες μεταφορικές δαπάνες διατηρούν την αγορά υπό πίεση.
Πληθωρισμός, τρόφιμα και απώλειες ανταγωνιστικότητας
Οι συνέπειες γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στην αγροτική παραγωγή, όπου οι ανατιμήσεις του φυσικού αερίου αυξάνουν το κόστος των λιπασμάτων. Το υψηλότερο κόστος καλλιέργειας, επεξεργασίας και μεταφοράς μεταφέρεται σταδιακά στις τελικές τιμές των τροφίμων.
Για τη βιομηχανία, η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο συντελεστή ανταγωνιστικότητας. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος από πολλούς διεθνείς ανταγωνιστές τους, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια κέρδους και επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί στενά τη μετάδοση των ενεργειακών αυξήσεων στον πληθωρισμό. Τον Σεπτέμβριο, ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης επιταχύνθηκε στο 3,8%, με βασικό παράγοντα τις τιμές ενέργειας, σύμφωνα με όσα ανέφερε στο Reuters ο αξιωματούχος της ΕΚΤ Πρίμοζ Ντόλεντς.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί για τα όρια αντοχής της οικονομίας
Παρά τις πιέσεις, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα. Στη νέα έκθεσή του, που δημοσιοποιήθηκε στις 13 Οκτωβρίου, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη 3,1% το 2026 και 3,4% το 2027.
Ωστόσο, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 4,7% φέτος, αντανακλώντας κυρίως τις υψηλότερες τιμές ενέργειας και τροφίμων.
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των οικονομιών. Χώρες που επωφελούνται από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη διατηρούν ισχυρότερη δυναμική, ενώ οι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας και οι οικονομίες χαμηλότερου εισοδήματος υφίστανται μεγαλύτερη πίεση.
Το ΔΝΤ προειδοποιεί επίσης ότι μια νέα κλιμάκωση θα μπορούσε να οδηγήσει το πετρέλαιο στα 130 δολάρια, επιβαρύνοντας περαιτέρω την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Η κρίση μεταφέρεται στις αγορές ομολόγων
Η άνοδος των ενεργειακών τιμών δεν αποτελεί αποκλειστικά πληθωριστικό πρόβλημα. Επηρεάζει τις προσδοκίες για τα επιτόκια και αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης κρατών και επιχειρήσεων.
Οι υψηλές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων επιβαρύνουν τους δημόσιους προϋπολογισμούς, ιδιαίτερα σε οικονομίες με ήδη αυξημένο χρέος.
Δημιουργείται έτσι ένας επικίνδυνος συνδυασμός: ακριβότερη ενέργεια, υψηλότερα επιτόκια και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια για την προστασία των νοικοκυριών.
Παράλληλα, η αβεβαιότητα στις αγορές αυξάνει την πιθανότητα αναβολής επενδύσεων, περιορίζοντας τις προοπτικές μελλοντικής ανάπτυξης.
Η ενεργειακή ασφάλεια αλλάζει τις προτεραιότητες
Η κρίση αναδεικνύει και μια βαθύτερη γεωπολιτική μεταβολή. Οι χώρες του Κόλπου επανεξετάζουν τις σχέσεις ασφαλείας τους, ενώ η Ευρώπη αναζητεί μεγαλύτερη διαφοροποίηση προμηθευτών και διαδρομών μεταφοράς ενέργειας.
Η ενεργειακή ασφάλεια αποκτά πλέον ισότιμη βαρύτητα με την πράσινη μετάβαση. Η αξιοποίηση εγχώριων πηγών, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, η γεωθερμία, οι ανανεώσιμες πηγές και οι νέες πυρηνικές τεχνολογίες αναμένεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία.
Ταυτόχρονα, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας μπορεί να προσφέρει πιο μόνιμη προστασία από τις διακυμάνσεις των τιμών σε σχέση με τις γενικευμένες επιδοτήσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο θα διαρκέσει η κρίση, αλλά πόσο βαθιά θα αλλάξει το κόστος παραγωγής και την κατανομή της οικονομικής ισχύος διεθνώς.
Ακόμη και αν οι ενεργειακές ροές αποκατασταθούν, οι επιπτώσεις στις επενδύσεις, στον πληθωρισμό και στα δημόσια οικονομικά ενδέχεται να διαρκέσουν περισσότερο. Η νέα ενεργειακή κρίση, επομένως, δεν απειλεί απλώς την ανάπτυξη του 2026, αλλά μπορεί να καθορίσει τις οικονομικές προτεραιότητες των επόμενων ετών.
