Η νέα φάση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται πλέον στα στρατιωτικά μέτωπα, αλλά διαχέεται με ταχύτητα στις ενεργειακές αγορές, αναδιαμορφώνοντας τις πολιτικές επιλογές στην Ευρώπη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η πίεση για επανεκκίνηση της εξορυκτικής δραστηριότητας στη Βόρεια Θάλασσα επανέρχεται δυναμικά, καθώς οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτοξεύονται και η ενεργειακή ασφάλεια τίθεται εκ νέου στο επίκεντρο.
Οι φωνές που ζητούν την υιοθέτηση μιας πιο επιθετικής στρατηγικής, αντίστοιχης με τη λογική «drill baby drill» που έχει εκφράσει ο Ντόναλντ Τραμπ, πολλαπλασιάζονται. Ο πόλεμος με το Ιράν έχει εντείνει τη μεταβλητότητα στις αγορές ενέργειας, με την Ευρώπη να βιώνει άμεσες συνέπειες στο κόστος προμήθειας.
Η ενεργειακή υποδομή μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης
Οι ενεργειακές εγκαταστάσεις βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, σηματοδοτώντας μια ποιοτική αλλαγή στην ένταση της σύγκρουσης. Το Ιράν ανακοίνωσε πλήγματα σε δεξαμενές φυσικού αερίου και τμήματα διυλιστηρίου στο South Pars, το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου παγκοσμίως και βασικό πυλώνα της ενεργειακής του επάρκειας.
Σε απάντηση, ιρανικοί πύραυλοι έπληξαν εγκαταστάσεις στο Ras Laffan του Κατάρ, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις διεθνώς και καταδίκες από χώρες της περιοχής. Η Σαουδική Αραβία προειδοποιεί ότι τα πλήγματα σε υποδομές του GCC υπονομεύουν κάθε προοπτική σταθεροποίησης μετά το τέλος των εχθροπραξιών.
Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ διαμηνύει ότι ενδέχεται να «εξαλείψει πλήρως» το συγκρότημα του South Pars, εφόσον συνεχιστούν οι επιθέσεις κατά των ενεργειακών εγκαταστάσεων του Κατάρ, εντείνοντας τις ανησυχίες για μια βαθιά ανθρωπιστική κρίση.
Παράλληλα, η Τεχεράνη συνεχίζει να στοχεύει πλοία στρατηγικής σημασίας στα Στενά του Ορμούζ, ένα κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.
Εκτόξευση τιμών και οικονομικό σοκ στην Ευρώπη
Οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές πυροδότησαν ισχυρό ράλι στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο ευρωπαϊκός δείκτης TTF σημείωσε άνοδο της τάξης του 24% σε μία ημέρα, αποτυπώνοντας την ένταση της κρίσης.
Το Brent πλησίασε τα 114 δολάρια ανά βαρέλι, έναντι επιπέδων κάτω των 73 δολαρίων πριν από την έναρξη των συγκρούσεων, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνοντας τα ενεργειακά κόστη.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές καλούνται να πληρώνουν ένα πρόσθετο «γεωπολιτικό κόστος» που φτάνει τα 150 εκατ. ευρώ ημερησίως, όσο οι τιμές παραμένουν σε αυτά τα επίπεδα.
Η εμπειρία του 2022 λειτουργεί ως προειδοποίηση. Τότε, η εκτίναξη των τιμών μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε οδηγήσει σε επιπλέον δαπάνες ύψους 55 δισ. ευρώ, με το ντίζελ να αυξάνεται κατά 45% και τη βενζίνη κατά 36%. Στα τέλη Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, οι τιμές καυσίμων ξεπέρασαν τα 2 ευρώ ανά λίτρο, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος για τους οδηγούς, οι οποίοι πλήρωναν έως και 31 ευρώ περισσότερα για ένα τυπικό γέμισμα 50 λίτρων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επεξεργάζεται ήδη έκτακτα μέτρα για να περιορίσει την άνοδο των τιμών, καθώς η εξάρτησή της από εισαγόμενα καύσιμα την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε γεωπολιτικές αναταράξεις.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, προειδοποιήσεις κάνουν λόγο για πιθανή αύξηση έως και 30% στους λογαριασμούς ενέργειας των νοικοκυριών, εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Διαβάστε ακόμη
Fourlis: Το μεγάλο στοίχημα της τριετίας και η ψήφος εμπιστοσύνης των Quest και Hold (pic)
Λίμνη Κόμο: Το ξενοδοχείο που όλοι περίμεναν στεγάζεται σε ένα ιστορικό παλάτσο
Τέλη κυκλοφορίας με το μήνα: Το «κουμπί» που βγάζει ξανά τα ΙΧ στο δρόμο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
