Η μεγαλύτερη ανατροπή στην αγορά πετρελαίου δεν ήταν η απώλεια εκατομμυρίων βαρελιών από τη διεθνή προσφορά, αλλά το γεγονός ότι οι τιμές δεν ακολούθησαν την πορεία που σχεδόν όλοι προέβλεπαν. Παρά το πρωτοφανές ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ, ούτε το Brent ούτε το αμερικανικό αργό πλησίασαν τα ιστορικά υψηλά προηγούμενων κρίσεων. Αντίθετα, μετά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, οι τιμές κινήθηκαν έντονα πτωτικά, διαψεύδοντας μεγάλο μέρος των εκτιμήσεων της αγοράς.
Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε ότι η διεθνής αγορά πετρελαίου διαθέτει πολύ μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα από όση είχαν υπολογίσει ακόμη και έμπειροι αναλυτές. Παρά την απουσία ιστορικού προηγούμενου για μια τόσο μεγάλη διακοπή της προσφοράς, οι μηχανισμοί της αγοράς ενεργοποιήθηκαν γρήγορα, περιορίζοντας τις πιέσεις στις τιμές και αποτρέποντας ένα νέο ενεργειακό σοκ αντίστοιχο εκείνων του παρελθόντος.
Το «μαξιλάρι» που απορρόφησε το σοκ
Με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, σχεδόν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς, βρέθηκαν εκτός αγοράς. Οι συνολικές απώλειες για το διάστημα από τον Φεβρουάριο έως τον Αύγουστο εκτιμώνται σε περίπου 1,6 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Οι περισσότεροι αναλυτές προειδοποιούσαν ότι οι τιμές θα μπορούσαν να εκτιναχθούν ακόμη και στα 150 ή τα 200 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, το Brent δεν ξεπέρασε ποτέ τα 115 δολάρια, ενώ το αμερικανικό WTI δεν έφθασε ούτε τα 113 δολάρια.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή διαδραμάτισαν τα ιδιαίτερα υψηλά διαθέσιμα αποθέματα. Πριν από την έναρξη της κρίσης, η παγκόσμια αγορά διέθετε περίπου 407 εκατομμύρια βαρέλια αξιοποιήσιμου πετρελαίου, τα οποία λειτούργησαν ως σημαντική δικλίδα ασφαλείας.
Παράλληλα, η πρωτοφανής αποδέσμευση περίπου 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας ενίσχυσε σημαντικά τη διαθέσιμη προσφορά. Στην ίδια κατεύθυνση λειτούργησε και η άρση των κυρώσεων στο ρωσικό και ιρανικό πετρέλαιο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία πρόσθεσε επιπλέον ποσότητες στην αγορά.
Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της κρίσης εμφανίστηκαν και απρόβλεπτες ροές πετρελαίου. Δεκάδες δεξαμενόπλοια απενεργοποίησαν τα συστήματα εντοπισμού τους και κατάφεραν να μεταφέρουν περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως από τον Περσικό Κόλπο, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τη διαθέσιμη προσφορά.
Η ζήτηση υποχώρησε περισσότερο από τις προβλέψεις
Εξίσου σημαντικό ρόλο στη συγκράτηση των τιμών διαδραμάτισε η αισθητή μείωση της παγκόσμιας ζήτησης. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απώλεια περίπου 800 εκατομμυρίων βαρελιών κατανάλωσης μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου, εξέλιξη που αντιστάθμισε μεγάλο μέρος της μείωσης της προσφοράς.
Η μεγαλύτερη συμβολή προήλθε από την Κίνα. Η χώρα αξιοποίησε τα υψηλά αποθέματα που είχε δημιουργήσει πριν από τον πόλεμο, ενώ στράφηκε ακόμη περισσότερο στην ηλεκτροπαραγωγή με άνθρακα. Ως αποτέλεσμα, η ημερήσια ζήτηση μειώθηκε κατά περίπου 2,6 εκατομμύρια βαρέλια.
Ταυτόχρονα, η ταχεία διείσδυση των ηλεκτρικών οχημάτων περιόρισε περαιτέρω την κινεζική κατανάλωση πετρελαίου κατά περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως.
Η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Αντί να εξαντληθούν τα παγκόσμια αποθέματα, όπως φοβούνταν πολλοί, η υποχώρηση της κατανάλωσης επέτρεψε στην αγορά να διατηρήσει ικανοποιητικά επίπεδα διαθεσιμότητας, ασκώντας ταυτόχρονα καθοδικές πιέσεις στις τιμές.
Νέα παραγωγή και προκλήσεις για την επόμενη ημέρα
Κατά τη διάρκεια της κρίσης αυξήθηκε επίσης η παραγωγή σε αρκετές χώρες, με τη Βραζιλία και τη Βενεζουέλα να ενισχύουν σημαντικά τις εξαγωγές τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αύξησαν ιδιαίτερα την παραγωγή τους, ωστόσο λειτούργησαν ως βασικός προμηθευτής για την κάλυψη των ελλείψεων που δημιουργήθηκαν από τη Μέση Ανατολή, περιορίζοντας τις ελλείψεις καυσίμων αεροσκαφών στην Ευρώπη και ντίζελ στην Αυστραλία.
Η αγορά προεξοφλεί πλέον ότι η αυξημένη παραγωγή δεν θα περιοριστεί άμεσα ακόμη και μετά την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, γεγονός που θα απελευθερώσει περίπου 93 εκατομμύρια βαρέλια εγκλωβισμένου αργού πετρελαίου. Παράλληλα, αρκετές χώρες του ΟΠΕΚ αναμένεται να αυξήσουν εκ νέου την παραγωγή τους, ενώ η πιθανή αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον οργανισμό ενδέχεται να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη προσφορά τους επόμενους μήνες.
Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, η αγορά δεν θεωρεί ότι η κρίση έχει τερματιστεί. Τα αποθέματα στο Κάσινγκ της Οκλαχόμα έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2014, δημιουργώντας λειτουργικές δυσκολίες στη μεταφορά πετρελαίου προς τα διυλιστήρια. Επιπλέον, ακόμη και αν επιτευχθεί πλήρης συμφωνία με το Ιράν, η φυσική αναπλήρωση των αποθεμάτων θα απαιτήσει αρκετό χρόνο. Την ίδια στιγμή, η Κίνα και άλλες χώρες που κατανάλωσαν σημαντικό μέρος των στρατηγικών τους αποθεμάτων αναμένεται να επιστρέψουν στην αγορά για να τα αναπληρώσουν μέσα στο 2027, γεγονός που μπορεί να επαναφέρει μέρος της ζήτησης. Για τον λόγο αυτό, παρά τη θεαματική αποκλιμάκωση των τιμών, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η αγορά πετρελαίου εξακολουθεί να κρύβει εκπλήξεις και ότι οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες.
Διαβάστε ακόμη
Αλλάζουν οι κανόνες αξιολόγησης των τραπεζών – Πιο κοντά οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις (πίνακας)
Η παράδοση που κάνει τα πιο ευτυχισμένα παιδιά στον κόσμο
Euronext Athens: Και μετά τις 2500 μονάδες που πάμε;
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
