Υπήρξαν εποχές όπου κάθε μεγάλη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή σήμαινε σχεδόν αυτόματα μεγαλύτερη εξάρτηση από το πετρέλαιο, αυξημένη αγωνία για την επάρκεια εφοδιασμού και βαθύτερη προσκόλληση των οικονομιών στα ορυκτά καύσιμα. Η σημερινή κρίση, όμως, φαίνεται να παράγει ένα εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα. Αντί να ενισχύει τη θέση του πετρελαίου, επιταχύνει τις διαδικασίες που οδηγούν στη σταδιακή απεξάρτηση από αυτό.
Τα στοιχεία που καταγράφονται τους τελευταίους μήνες προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση. Από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η κινεζική ζήτηση πετρελαίου έχει υποχωρήσει κατά περίπου 9%, μια μεταβολή που θεωρείται εξαιρετικά μεγάλη για τα δεδομένα της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της αλλαγής, αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 η συνολική παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου είχε μειωθεί μόλις κατά 2%.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι η Κίνα δεν βιώνει σήμερα κάποια βαθιά οικονομική ύφεση. Αντίθετα, η μείωση της κατανάλωσης προκύπτει κυρίως από αλλαγές στη συμπεριφορά πολιτών και επιχειρήσεων. Εκατομμύρια καταναλωτές εγκαταλείπουν σταδιακά τα συμβατικά οχήματα, στρέφονται στην ηλεκτροκίνηση, χρησιμοποιούν περισσότερο τα μέσα μαζικής μεταφοράς και επανεξετάζουν τις μετακινήσεις τους. Πρόκειται για μεταβολές που δεν επιβλήθηκαν με διοικητικά μέτρα ή δελτία κατανάλωσης, αλλά γεννήθηκαν μέσα από τις ίδιες τις επιλογές της αγοράς.
Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται στην Ασία.
Η νέα συμπεριφορά των καταναλωτών
Στην Ευρώπη παρατηρείται μια αντίστοιχη τάση προσαρμογής. Οι ταξινομήσεις νέων αυτοκινήτων βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, με σημαντική ώθηση από τα υβριδικά και τα ηλεκτρικά μοντέλα. Η άνοδος των τιμών των καυσίμων λειτουργεί ως επιπλέον κίνητρο για τη μετάβαση σε τεχνολογίες χαμηλότερου ενεργειακού κόστους.
Παράλληλα, η σταδιακή ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και η αύξηση της παραγωγής ηλεκτρισμού από καθαρές πηγές συμβάλλουν στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ηλεκτροκίνησης. Όσο το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας αποκλιμακώνεται σε αρκετές αγορές, τόσο πιο ελκυστική γίνεται η εγκατάλειψη της βενζίνης και του πετρελαίου.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτές οι αλλαγές δεν φαίνεται να είναι προσωρινές. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμη και όταν αποκατασταθεί η ομαλότητα στις διεθνείς ενεργειακές ροές και επαναλειτουργήσουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ, ένα σημαντικό μέρος της ζήτησης που χάθηκε δεν πρόκειται να επιστρέψει.
Το μάθημα των προηγούμενων κρίσεων
Η Ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες ενεργειακές κρίσεις λειτουργούν συχνά ως καταλύτες μόνιμων μετασχηματισμών.
Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι ανεπτυγμένες οικονομίες αντιμετώπιζαν την ενέργεια. Τότε δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί ενεργειακού συντονισμού, ενισχύθηκαν οι δημόσιες μεταφορές, επιβλήθηκαν αυστηρότερα πρότυπα κατανάλωσης καυσίμων και αναπτύχθηκαν στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου.
Αντίστοιχα, η πανδημία επιτάχυνε την τηλεργασία και περιόρισε μόνιμα ένα μέρος των καθημερινών μετακινήσεων. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανάγκασε την Ευρώπη να επανεξετάσει το ενεργειακό της μοντέλο και να επενδύσει ταχύτερα στις ανανεώσιμες πηγές.
Η σημερινή κρίση φαίνεται να ακολουθεί την ίδια λογική. Οι υψηλές τιμές, η αβεβαιότητα και η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας ωθούν νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις να αναζητούν πιο μόνιμες λύσεις.
Η «καταστροφή ζήτησης» και το peak oil
Τα στοιχεία της αγοράς καταγράφουν ήδη μια αξιοσημείωτη συρρίκνωση της κατανάλωσης. Η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου υποχώρησε κατά εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως μέσα σε λίγους μήνες, πλησιάζοντας επίπεδα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητα εκτός περιόδων βαθιάς ύφεσης.
Δεν πρόκειται βέβαια για την εξαφάνιση του πετρελαίου. Οι βιομηχανίες, οι μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, η αεροπορία και ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής θα συνεχίσουν να εξαρτώνται από αυτό για πολλά χρόνια ακόμη.
Ωστόσο, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον σε ένα διαφορετικό ερώτημα: όχι πότε θα εξαντληθούν τα αποθέματα, αλλά πότε θα κορυφωθεί οριστικά η ζήτηση. Το λεγόμενο «peak oil» δεν αφορά την προσφορά, αλλά τη στιγμή κατά την οποία η κατανάλωση θα αρχίσει να υποχωρεί διαρκώς.
Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι ο κόσμος ίσως βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό το σημείο απ’ ό,τι πίστευε μέχρι πρόσφατα.
Ακόμη κι αν ένα μέρος της ζήτησης επιστρέψει όταν ομαλοποιηθούν οι αγορές, οι αλλαγές που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στην καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών δύσκολα θα ανατραπούν. Όποιος αγόρασε ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν πρόκειται να επιστρέψει εύκολα σε ένα συμβατικό όχημα. Όποια επιχείρηση επένδυσε σε ενεργειακή αποδοτικότητα δύσκολα θα εγκαταλείψει αυτή τη στρατηγική.
Οι πραγματικές επιπτώσεις αυτής της μετάβασης ίσως φανούν πλήρως μόνο την επόμενη δεκαετία. Όμως η κατεύθυνση φαίνεται ήδη να έχει καθοριστεί. Και αυτή η κατεύθυνση οδηγεί σε μια παγκόσμια οικονομία όπου το πετρέλαιο θα εξακολουθεί να είναι σημαντικό, αλλά όχι πλέον κυρίαρχο.
Διαβάστε ακόμη
Bρυξέλλες: Πώς θα δουλέψει η «ρήτρα διαφυγής» για την Ενέργεια
Η νέα εποχή της εκπαίδευσης: Δισεκατομμυριούχοι χτίζουν τα δικά τους σχολεία
Φοροδιαφυγή: «Λουκέτα» 2, 4 και 10 ημερών για αποδείξεις, ΦΗΜ και παρεμπόδιση ελέγχου
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
