Αλλάζει σταδιακά ο χάρτης των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, καθώς ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά εγκαταλείπουν τα ειδικά πράσινα τιμολόγια και αναζητούν εναλλακτικές λύσεις για τον λογαριασμό του ρεύματος. Μεγάλοι κερδισμένοι αυτής της μετακίνησης αναδεικνύονται τα μπλε τιμολόγια σταθερής χρέωσης, τα οποία προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο κόστος προμήθειας, σε μια περίοδο έντονων διακυμάνσεων στις ενεργειακές αγορές.
Η τάση αποτυπώνεται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), σύμφωνα με τα οποία σχεδόν ένας στους τρεις οικιακούς μετρητές βρίσκεται πλέον σε σταθερό πρόγραμμα ηλεκτρικής ενέργειας.
Παρά τη μετατόπιση αυτή, τα πράσινα τιμολόγια εξακολουθούν να διατηρούν την πρώτη θέση, συγκεντρώνοντας περισσότερους από τους μισούς οικιακούς μετρητές. Ωστόσο, το μερίδιό τους μειώνεται σταθερά, ενώ ενίσχυση καταγράφουν και τα κυμαινόμενα προϊόντα.
Σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά έχει επιλέξει μπλε τιμολόγιο
Σύμφωνα με την Έκθεση Λιανικής Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας της ΡΑΑΕΥ για τον Ιούλιο του 2026, το μερίδιο των σταθερών τιμολογίων στην οικιακή αγορά αυξήθηκε από 28,57% τον Ιανουάριο σε 31,44% τον Ιούλιο.
Πρόκειται για άνοδο 2,87 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε έξι μήνες, η οποία επιβεβαιώνει τη σταδιακή ενίσχυση των προϊόντων με προκαθορισμένη χρέωση.
Η επιλογή ενός σταθερού προγράμματος επιτρέπει στον καταναλωτή να γνωρίζει εκ των προτέρων τη χρέωση προμήθειας ανά κιλοβατώρα για το διάστημα που προβλέπει η σύμβασή του, περιορίζοντας την έκθεσή του στις μηνιαίες μεταβολές των τιμών.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το μπλε τιμολόγιο είναι πάντοτε το οικονομικότερο, καθώς η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από την κατανάλωση, το πάγιο, τη διάρκεια της σύμβασης και τους επιμέρους όρους του προγράμματος. Ωστόσο, η σταθερότητα της χρέωσης φαίνεται ότι αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στις αποφάσεις των νοικοκυριών.
Τα πράσινα παραμένουν πρώτα, αλλά χάνουν μερίδιο
Στην κορυφή της οικιακής αγοράς εξακολουθούν να βρίσκονται τα ειδικά πράσινα τιμολόγια, παρά τη συνεχιζόμενη υποχώρηση του μεριδίου τους.
Τον Ιούλιο του 2026 συγκέντρωναν το 52,54% των οικιακών μετρητών, έναντι 57,28% τον Ιανουάριο. Μέσα στο πρώτο επτάμηνο του έτους, το μερίδιό τους περιορίστηκε κατά 4,74 ποσοστιαίες μονάδες.
Η μείωση αυτή δείχνει ότι, παρότι τα πράσινα προγράμματα παραμένουν η κυρίαρχη επιλογή, ένα αυξανόμενο τμήμα των καταναλωτών εξετάζει διαφορετικές μορφές τιμολόγησης.
Η μετακίνηση δεν κατευθύνεται αποκλειστικά προς τα σταθερά προϊόντα. Ανοδικά κινούνται και τα κυμαινόμενα τιμολόγια, των οποίων το μερίδιο ενισχύθηκε από 14,15% τον Ιανουάριο σε 16,03% τον Ιούλιο, σημειώνοντας αύξηση 1,88 ποσοστιαίων μονάδων.
Έτσι, η αγορά εμφανίζει μια σταδιακή διαφοροποίηση των επιλογών, με τα νοικοκυριά να κατανέμονται σε περισσότερες κατηγορίες προϊόντων, ανάλογα με τις ανάγκες και τις προτιμήσεις τους.
Τι επιλέγουν οι επιχειρήσεις και οι επαγγελματίες
Διαφορετική είναι σε ορισμένα σημεία η εικόνα στη μη οικιακή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπου περιλαμβάνονται επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
Και σε αυτή την κατηγορία, τα ειδικά τιμολόγια διατηρούν την πρώτη θέση, με μερίδιο 56,15% τον Ιούλιο, έναντι 58,81% τον Ιανουάριο.
Τα σταθερά τιμολόγια αντιστοιχούσαν στο 25% των μετρητών, διατηρώντας σχετικά σταθερή παρουσία στην αγορά.
Αντίθετα, μεγαλύτερη κινητικότητα παρατηρείται στα κυμαινόμενα προϊόντα, τα οποία αύξησαν το μερίδιό τους από 16,98% σε 18,87% μέσα στο ίδιο διάστημα.
Η ενίσχυση κατά 1,89 ποσοστιαίες μονάδες δείχνει ότι οι επιχειρήσεις στρέφονται επίσης σε εναλλακτικές επιλογές προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.
Για τις επαγγελματικές δραστηριότητες, η επιλογή τιμολογίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το ηλεκτρικό ρεύμα αποτελεί βασικό στοιχείο του λειτουργικού κόστους. Η δυνατότητα πρόβλεψης των δαπανών, αλλά και η αξιοποίηση ενδεχόμενων μειώσεων στις τιμές, επηρεάζουν τις αποφάσεις των επιχειρήσεων.
Κυμαινόμενα τιμολόγια: Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ex ante και ex post
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των καταναλωτών ανάμεσα στις δύο βασικές μορφές κυμαινόμενων τιμολογίων, τα ex ante και τα ex post.
Η βασική διαφορά τους αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο ο καταναλωτής πληροφορείται την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.
Στα ex ante τιμολόγια, η τιμή γνωστοποιείται την πρώτη ημέρα του μήνα στον οποίο εφαρμόζεται. Αντίθετα, στα ex post τιμολόγια, η τελική χρέωση ανακοινώνεται μετά την ολοκλήρωση του μήνα κατανάλωσης.
Στην οικιακή αγορά, τα ex post διατηρούν μικρό προβάδισμα, συγκεντρώνοντας το 52,77% των μετρητών που έχουν επιλέξει κυμαινόμενα προϊόντα, έναντι 47,23% των ex ante.
Στη μη οικιακή αγορά, ωστόσο, η εικόνα αντιστρέφεται. Τα ex ante τιμολόγια συγκεντρώνουν το 54,57% των μετρητών της συγκεκριμένης κατηγορίας, ενώ τα ex post περιορίζονται στο 45,43%.
Η διαφοροποίηση αυτή ενδέχεται να συνδέεται με τη μεγαλύτερη σημασία που αποδίδουν οι επιχειρήσεις στην εκ των προτέρων γνώση της τιμής, προκειμένου να οργανώνουν αποτελεσματικότερα τις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
Δυναμικά τιμολόγια: Μόλις 13 οικιακοί μετρητές
Στον αντίποδα της αυξανόμενης διείσδυσης των σταθερών και κυμαινόμενων προϊόντων, τα δυναμικά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθούν να έχουν σχεδόν μηδενική παρουσία στην ελληνική αγορά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, τον Ιούλιο του 2026 μόλις 13 οικιακοί μετρητές ήταν ενταγμένοι σε δυναμικά προγράμματα.
Αντίστοιχα περιορισμένη ήταν η παρουσία τους στη μη οικιακή αγορά, όπου το μερίδιό τους διαμορφωνόταν μόλις στο 0,010%.
Τα δυναμικά προϊόντα συνδέουν τη χρέωση της ηλεκτρικής ενέργειας με τις μεταβολές των τιμών στην αγορά σε μικρότερα χρονικά διαστήματα, προσφέροντας δυνητικά τη δυνατότητα προσαρμογής της κατανάλωσης στις οικονομικότερες ώρες.
Ωστόσο, η εξαιρετικά χαμηλή διείσδυσή τους δείχνει ότι η ελληνική λιανική αγορά βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ως προς την ευρεία αξιοποίηση τέτοιων μορφών τιμολόγησης.
Πώς διαμορφώνεται ο νέος χάρτης της αγοράς ρεύματος
Τα στοιχεία του πρώτου επταμήνου του 2026 αποκαλύπτουν μια αγορά που αλλάζει σταδιακά, χωρίς όμως να έχει ανατραπεί η κυριαρχία των ειδικών τιμολογίων.
Τα πράσινα προγράμματα εξακολουθούν να συγκεντρώνουν την πλειονότητα των οικιακών μετρητών, αλλά χάνουν έδαφος τόσο προς τα σταθερά όσο και προς τα κυμαινόμενα προϊόντα.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των μπλε τιμολογίων στο 31,44% δείχνει ότι η προβλεψιμότητα του ενεργειακού κόστους αποτελεί σημαντικό κριτήριο για ολοένα περισσότερα νοικοκυριά.
Για τους καταναλωτές, πάντως, η επιλογή του κατάλληλου προγράμματος εξακολουθεί να απαιτεί προσεκτική σύγκριση των συνολικών χρεώσεων και των συμβατικών όρων, καθώς η σταθερή τιμή δεν συνεπάγεται αυτομάτως και χαμηλότερο λογαριασμό.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η στροφή προς τα μπλε τιμολόγια θα συνεχιστεί με τον ίδιο ρυθμό ή εάν οι μεταβολές στις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς θα επηρεάσουν εκ νέου τις προτιμήσεις των καταναλωτών.
