search icon

Newmoney Energy

Το μεθάνιο στο επίκεντρο ως φθηνή λύση για να αυξηθεί η προσφορά στο φυσικό αέριο

Οι εκπομπές μεθανίου παραμένουν υψηλές, αλλά η ανάκτησή τους μπορεί να ενισχύσει την ενεργειακή επάρκεια. Παρά τις δεσμεύσεις, η πρόοδος είναι περιορισμένη, ενώ υπάρχουν σημαντικά περιθώρια άμεσης δράσης

TOMAS BENEDIKOVIC / AFP

Οι εκπομπές μεθανίου που συνδέονται με τα ορυκτά καύσιμα παραμένουν σε ανησυχητικά υψηλά επίπεδα, προειδοποιεί ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, επισημαίνοντας ότι η αξιοποίηση αυτών των διαρροών θα μπορούσε να διοχετεύσει σημαντικές ποσότητες φυσικού αερίου στις διεθνείς αγορές, οι οποίες ήδη πιέζονται λόγω των ενεργειακών αναταράξεων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Το 2025, η παραγωγή ορυκτών καυσίμων σε επίπεδα ρεκόρ —πετρέλαιο, άνθρακας και φυσικό αέριο— ευθύνεται για περίπου το 35% των ανθρωπογενών εκπομπών μεθανίου, που εκτιμώνται συνολικά σε 124 εκατομμύρια τόνους. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάστηκαν στην ετήσια έκθεση «Global Methane Tracker», η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στο Παρίσι, στο περιθώριο διεθνούς συνόδου υπό τη γαλλική προεδρία της G7.

Η συνάντηση, με τη συμμετοχή υπουργών, οικονομικών παραγόντων και επιστημόνων, στοχεύει στην ενίσχυση της παγκόσμιας δράσης απέναντι στις εκπομπές μεθανίου, κυρίως στους τομείς της ενέργειας, της διαχείρισης απορριμμάτων και της γεωργίας — τους βασικούς πυλώνες παραγωγής του αερίου.

Το μεθάνιο, αν και άοσμο και αόρατο, αποτελεί βασικό συστατικό του φυσικού αερίου και διαφεύγει κυρίως από αγωγούς, κτηνοτροφικές δραστηριότητες και χωματερές. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι εκπομπές φθάνουν περίπου τους 580 εκατομμύρια τόνους ετησίως, εκ των οποίων το 60% οφείλεται σε ανθρώπινες δραστηριότητες, με τη γεωργία να προηγείται και τον ενεργειακό τομέα να ακολουθεί.

Παρά τη μικρότερη διάρκεια ζωής του σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα, το μεθάνιο έχει ισχυρότερη θερμαντική επίδραση και ευθύνεται για περίπου το 30% της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας μετά τη βιομηχανική επανάσταση. Ωστόσο, η μείωσή του μπορεί να προσφέρει άμεσα και ουσιαστικά οφέλη για το κλίμα.

Οι εκπομπές από τον τομέα των ορυκτών καυσίμων παραμένουν κοντά στα ιστορικά υψηλά του 2019, με το πετρέλαιο να προηγείται (45 εκατ. τόνοι), ακολουθούμενο από τον άνθρακα (43 εκατ.) και το φυσικό αέριο (36 εκατ.). Σύμφωνα με τον ΔΟΕ, δεν υπάρχουν ενδείξεις ουσιαστικής μείωσης το 2025, παρά τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί από περισσότερες από 100 χώρες.

Χαμηλό κόστος, υψηλό όφελος

Στον τομέα πετρελαίου και φυσικού αερίου, σημαντικές ποσότητες μεθανίου χάνονται λόγω διαρροών σε εξοπλισμό και αγωγούς, καθώς και μέσω εσκεμμένων πρακτικών όπως η καύση ή η απελευθέρωση αερίου. Ωστόσο, τεχνικές λύσεις όπως η ανίχνευση και επιδιόρθωση διαρροών ή η μείωση της καύσης μπορούν να περιορίσουν έως και το 30% των εκπομπών — μάλιστα χωρίς καθαρό οικονομικό κόστος, καθώς το ανακτημένο αέριο μπορεί να αξιοποιηθεί εμπορικά.

Η ανάκτηση αυτού του χαμένου πόρου θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την ενεργειακή ασφάλεια, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που οι αγορές δοκιμάζονται από γεωπολιτικές εντάσεις. Ο ΔΟΕ εκτιμά ότι θα μπορούσαν να προστεθούν έως και 200 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί στο διπλάσιο των ροών από τα Στενά του Ορμούζ. Από αυτά, περίπου 15 δισ. κυβικά μέτρα θα μπορούσαν να διατεθούν σχετικά γρήγορα στην αγορά.

Παρά τα παραπάνω, οι περισσότερες χώρες που έχουν υπογράψει την Παγκόσμια Δέσμευση για το Μεθάνιο δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει ουσιαστικά μέτρα. Με βάση τις τρέχουσες πολιτικές, οι εκπομπές αναμένεται να μειωθούν κατά 20% έως το 2030, ποσοστό χαμηλότερο από τον στόχο του 30%.

Περίπου το 70% των εκπομπών μεθανίου στον τομέα των ορυκτών καυσίμων προέρχεται από μόλις δέκα χώρες, με την Κίνα να βρίσκεται στην κορυφή, ακολουθούμενη από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.

Παρά τις καθυστερήσεις, καταγράφονται ορισμένες θετικές εξελίξεις. Η βελτίωση της δορυφορικής παρακολούθησης επιτρέπει τον ακριβέστερο εντοπισμό μεγάλων διαρροών και την ταχύτερη αντίδραση. Επιπλέον, η παγκόσμια ένταση εκπομπών —δηλαδή η ποσότητα μεθανίου ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας— έχει μειωθεί κατά περίπου 10% από το 2019.

Σε επίπεδο χωρών, η Νορβηγία εμφανίζει τις καλύτερες επιδόσεις, ενώ ορισμένοι παραγωγοί στη Μέση Ανατολή καταγράφουν επίσης ικανοποιητικά αποτελέσματα. Αντίθετα, το Τουρκμενιστάν και η Βενεζουέλα συγκαταλέγονται στους μεγαλύτερους ρυπαντές.

Διαβάστε ακόμη

Capital Economics: Γιατί μια συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν δεν θα φέρει εκρηκτικό ράλι στις αγορές – Οι τρεις παράγοντες κλειδί

Στεγαστική κρίση: Περισσότερα ακίνητα, λιγότερη γραφειοκρατία και φορολογικά κίνητρα προτείνει η ΕΕ

Ομόλογα: Στη ζώνη κινδύνου οι αποδόσεις παγκοσμίως – Σενάριο ακόμα και για 6% στο 30ετές αμερικανικό

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version