Στρατηγική ανάπτυξης που δίνει έμφαση στην αξία και όχι στον όγκο πωλήσεων περιέγραψε η διοίκηση της Cenergy Holdings κατά την ενημέρωση των αναλυτών της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών, εξηγώντας πώς ο όμιλος καταφέρνει να διατηρεί περιθώρια κέρδους που φθάνουν έως και το 18% μέσα από την εστίαση σε σύνθετα ενεργειακά έργα υψηλής τεχνικής εξειδίκευσης.
Ο οικονομικός διευθυντής του ομίλου, Αλέξανδρος Μπένος, μαζί με τον deputy CFO Σταύρο Σταματίου, παρουσίασαν τη στρατηγική της επόμενης φάσης ανάπτυξης της εταιρείας, μετά τον μεγάλο κύκλο επενδύσεων των τελευταίων ετών, επισημαίνοντας ότι στόχος δεν είναι η επιθετική αύξηση του κύκλου εργασιών αλλά η διατήρηση υψηλής οργανικής κερδοφορίας μέσα από έργα με υψηλή προστιθέμενη αξία.
«Η στρατηγική μας είναι ξεκάθαρη. Οχι η αύξηση του κύκλου εργασιών μας 10% και 20%. Στόχος είναι να αυξάνεται η οργανική κερδοφορία. Το 2025 έδειξε ότι έχουμε καλά περιθώρια. Θα διατηρηθούν αυτά και φέτος», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Μπένος.
Η διοίκηση υπογράμμισε ότι το επενδυτικό πρόγραμμα των τελευταίων ετών αρχίζει πλέον να αποδίδει, καθώς ολοκληρώνονται οι βασικές επενδύσεις στην Ελλάδα και αυξάνεται η παραγωγική δυνατότητα των μονάδων καλωδίων και σωλήνων χάλυβα.
«Το 2025 ολοκληρώσαμε το επενδυτικό πλάνο της Fulgor και είδαμε την επίδραση της αυξημένης παραγωγικής δυνατότητας στα αποτελέσματά μας. Το 2026, με την ολοκλήρωση της επένδυσης στη Θήβα, θα έχουμε πλήρως αναπτυγμένη παραγωγική δυνατότητα στην Ελλάδα να αποφέρει αποτελέσματα», ανέφερε.
Το 2025 ο όμιλος πραγματοποίησε κεφαλαιουχικές δαπάνες ύψους 263 εκατ. ευρώ. Απ’ αυτές, επενδύσεις περίπου 98 εκατ. κατευθύνθηκαν στα χερσαία καλώδια, 94 εκατ. στα υποβρύχια καλώδια, 43 εκατ. στο εργοστάσιο των ΗΠΑ και 29 εκατ. ευρώ στους σωλήνες χάλυβα.
Η διοίκηση σημείωσε ότι οι επενδύσεις αυτές αποτυπώνονται πλέον και στις αποδόσεις του ομίλου, με την απόδοση απασχολούμενων κεφαλαίων να φθάνει το 28,4%, ενώ το μέρισμα αυξήθηκε κατά 86%, στα 0,26 ευρώ ανά μετοχή.
Ο νέος κύκλος επενδύσεων
Παράλληλα, η εταιρεία εμφανίζεται να περνά πλέον σε μια νέα επενδυτική φάση, καθώς οι μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα ολοκληρώνονται και το βάρος μεταφέρεται πλέον κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην επανεκκίνηση της νέας μονάδας στη Βρετανία. «Αρα ολοκληρώθηκαν οι κρίσιμες επενδύσεις στην Ελλάδα», ανέφερε ο κ. Μπένος, προσθέτοντας ότι το φετινό capex θα κινηθεί αισθητά χαμηλότερα, κοντά στα επίπεδα συντήρησης των μονάδων.
«Το Capex θα είναι μικρό, πλην της Αμερικής. Θα παραμείνει περίπου στα 60-70 εκατ. ευρώ, ίσως φθάσει και τα 100 εκατ. ευρώ, χωρίς την Αμερική», σημείωσε.
Για το νέο εργοστάσιο καλωδίων στις ΗΠΑ, η διοίκηση υπογράμμισε ότι η χρηματοδότηση έχει ήδη εξασφαλιστεί και δεν υπάρχει ανάγκη για πρόσθετα κεφάλαια, ενώ η κατασκευή προχωρά κανονικά μέσω σύμβασης ύψους 200 εκατ. δολαρίων με θυγατρική της Hochtief.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτική σε ό,τι αφορά νέες μεγάλες επενδύσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται να επαναλάβει πρακτικές υπερβάλλουσας παραγωγικής ανάπτυξης χωρίς εξασφαλισμένη ζήτηση.
«Κανείς δεν κάνει επενδύσεις επειδή περιμένει ότι η Ευρώπη σε έξι μήνες θα έχει οργασμό επενδύσεων. Δεν το κάνουμε, διότι καήκαμε με αυτή την πρακτική», σημείωσε ο κ. Μπένος, υπενθυμίζοντας ότι η αγορά καλωδίων είχε περάσει περίοδο υπερπροσφοράς στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οδηγώντας τότε πολλές εταιρείες σε κλείσιμο.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τις παλαιότερες κινήσεις του ομίλου, όπως η εξαγορά της Fulgor το 2013 αλλά και του εργοστασίου του Πετζετάκι, εξηγώντας ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται μόνο όταν υπάρχει σαφής ορατότητα έργων και ζήτησης. «Εάν υπάρξει λοιπόν μεγάλο ανεκτέλεστο, τότε ναι, θα κάνουμε και άλλες επενδύσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα «δύσκολα» έργα δίνουν τα περιθώρια
Η διοίκηση απέδωσε τα υψηλά περιθώρια κερδοφορίας του ομίλου στη στρατηγική επιλογή να εστιάζει σε τεχνικά απαιτητικά έργα και όχι σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Το 2025 τα περιθώρια EBITDA στα Σωληνουργεία Κορίνθου έφθασαν περίπου το 18%, ξεπερνώντας ακόμη και εκείνα των καλωδίων, τα οποία κινήθηκαν κοντά στο 16,5%. «Ο στόχος μας δεν είναι ο όγκος, αλλά η αξία», επανέλαβε ο κ. Μπένος, εξηγώντας ότι η εταιρεία επιλέγει έργα με υψηλές τεχνικές απαιτήσεις και μεγαλύτερες αποδόσεις αντί να κυνηγά απλώς αύξηση τζίρου.
Στο πλαίσιο αυτό, η διοίκηση ξεκαθάρισε ότι ο όμιλος δεν ενδιαφέρεται για «εύκολα» projects χαμηλής εξειδίκευσης, ακόμη κι αν πρόκειται για μεγάλους όγκους έργων.
Αναφερόμενος στη συζήτηση που έχει ανοίξει διεθνώς για νέα δίκτυα αγωγών ως εναλλακτική διαδρομή μεταφοράς υδρογονανθράκων λόγω των γεωπολιτικών κινδύνων στη Μέση Ανατολή, ο κ. Μπένος σημείωσε ότι τέτοιου τύπου χερσαία έργα δεν αποτελούν προτεραιότητα για τη Σωληνουργεία Κορίνθου. «Μιλάμε για χερσαίο σωλήνα που βάζεις σε τσιμεντόλιθο και διέρχεται την έρημο. Αντίθετα, εμάς μας ενδιαφέρουν projects για βαριά νερά, κρύα νερά, δύσκολα αέρια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μάλιστα εξήγησε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο φυσικό αέριο του Κατάρ που έχει υψηλή περιεκτικότητα σε διοξείδιο του θείου, απαιτούνται ειδικές προδιαγραφές και σύνθετες μεταλλουργικές κατασκευές λόγω της διάβρωσης που προκαλείται στον χάλυβα. «Αυτά μας ενδιαφέρουν. Ετσι φθάσαμε σε αυτά τα περιθώρια κέρδους», τόνισε.
Η διοίκηση υπογράμμισε ότι η Σωληνουργεία Κορίνθου έχει αναδειχθεί διεθνώς μέσα από σύνθετα ενεργειακά έργα σε αγορές όπως η Βόρεια Αμερική, η Νότια Αμερική, η Μεσόγειος και η Αφρική, κυρίως σε έργα βαθιών υδάτων και απαιτητικών συνθηκών μεταφοράς φυσικού αερίου.
Παράλληλα, η εταιρεία βλέπει σημαντικές προοπτικές και στην αγορά έργων δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS), ιδιαίτερα στη Βόρεια Θάλασσα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αγορά στην οποία στοχεύει να ενισχύσει περαιτέρω την παρουσία της μέσω της νέας μονάδας στο Hartlepool.
Η αμερικανική αγορά
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι τοποθετήσεις της διοίκησης για τη στρατηγική παρουσία της Cenergy στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον κ. Μπένο να ξεκαθαρίζει ότι το νέο εργοστάσιο καλωδίων δεν κατασκευάζεται για να εξυπηρετήσει την αγορά υπεράκτιων αιολικών πάρκων, αλλά κυρίως τη μεγάλη ανάγκη εκσυγχρονισμού των αμερικανικών δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας. «Η Αμερική δεν γίνεται για να αυξήσουμε παραγωγικότητα καλωδίων, αλλά για να εξυπηρετήσουμε την ανθίζουσα αμερικανική αγορά», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Οπως εξήγησε, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν επαρκή παραγωγή ενέργειας από διαφορετικές πηγές, όμως το μεγάλο πρόβλημα εντοπίζεται στη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας προς τις αστικές περιοχές και τα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης. «Το θέμα της είναι όταν φθάνει η ενέργεια στις αστικές περιοχές – είτε από κέντρα δεδομένων είτε ηλεκτρικά οχήματα – το δίκτυό της δεν μπορεί να στηρίξει», ανέφερε, εξηγώντας ότι η αγορά στις ΗΠΑ αναζητά κυρίως χερσαία καλώδια μέσης και υψηλής τάσης για έργα αναβάθμισης των δικτύων.
Η διοίκηση εκτιμά ότι η συγκεκριμένη αγορά εμφανίζει σημαντικό έλλειμμα παραγωγικής δυναμικότητας, με τον κ. Μπένο να σημειώνει ότι οι χρόνοι παράδοσης ξεπερνούν πλέον τις 45 εβδομάδες. «Σήμερα η αγορά είναι ουσιαστικά δυοπώλιο στα καλώδια», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες αυτές δημιουργούν σημαντικές προοπτικές κερδοφορίας για νέους παραγωγούς.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η αγορά offshore αιολικών στις ΗΠΑ παραμένει ουσιαστικά «παγωμένη» στην παρούσα συγκυρία.
«Γενικά οι ΑΠΕ και η υπεράκτια αιολική είναι πλήρως παγωμένες στην Αμερική», σημείωσε, προσθέτοντας ωστόσο ότι η εταιρεία έχει προβλέψει τη δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης της μονάδας προς αυτή την κατεύθυνση εφόσον αλλάξουν οι συνθήκες. «Υπάρχει ο χώρος για να γίνει η επένδυση. Δεν θα πάρει χρόνο, διότι η υποδομή του εργοστασίου θα υπάρχει», εξήγησε.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, αυτή τη στιγμή το βασικό στοίχημα στις ΗΠΑ είναι η εμπορική διείσδυση και η εξασφάλιση μακροπρόθεσμων συμφωνιών με αμερικανικές εταιρείες δικτύων και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. «Ως τέλος του 2026 θα μπορέσουμε να έχουμε κάποια ισχυρή ζήτηση ώστε να πούμε ότι κλείσαμε και την πρώτη σύμβαση-πλαίσιο», ανέφερε ο κ. Μπένος. Οπως εξήγησε, η αγορά των ΗΠΑ είναι πολύ πιο σύνθετη σε σχέση με την Ευρώπη, καθώς δεν υπάρχει ένας ενιαίος διαχειριστής αντίστοιχος με τον ΔΕΔΔΗΕ ή τον ΑΔΜΗΕ, αλλά δεκάδες περιφερειακές και πολιτειακές εταιρείες δικτύων, γεγονός που καθιστά πιο χρονοβόρα την εμπορική ανάπτυξη. «Σήμερα η μεγάλη προσπάθεια της ομάδας στην Αμερική είναι εμπορική», τόνισε χαρακτηριστικά.
Η Αγγλία ως γέφυρα
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε η διοίκηση και στην εξαγορά της μονάδας στο Hartlepool της Βρετανίας, παρουσιάζοντάς την όχι ως μια απλή επέκταση παραγωγικής δυναμικότητας, αλλά ως στρατηγική κίνηση γεωγραφικής διαφοροποίησης και πρόσβασης σε νέες αγορές. Ο κ. Μπένος εξήγησε ότι η συγκεκριμένη μονάδα διαθέτει μακρά βιομηχανική ιστορία και σημαντική τεχνογνωσία στην παραγωγή σωλήνων, στοιχείο που αποτέλεσε βασικό κριτήριο για την εξαγορά της. «Κλείνει 100 χρόνια σαν βιομηχανικός χώρος, που απέδειξε ότι μπορεί να παράγει ποιότητα πρώτης ποιότητας», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η περιοχή διαθέτει έντονη βιομηχανική κουλτούρα και έμπειρο προσωπικό.
Παράλληλα, όπως εξήγησε, η μονάδα διαθέτει παραγωγική δυναμικότητα σχεδόν αντίστοιχη με εκείνη της Θίσβης, γεγονός που επιτρέπει στην εταιρεία να αποκτήσει πρόσθετη δυνατότητα εξυπηρέτησης μεγάλων έργων. Η εξαγορά αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω της αποχώρησης της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς πλέον η βρετανική αγορά λειτουργεί με διαφορετικό ρυθμιστικό πλαίσιο και διαφορετικούς κανόνες συμμετοχής σε έργα. «Ανοίγει τις πόρτες στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου που πλέον δεν είναι στην ευρωπαϊκή αγορά και έχει δικούς της κανόνες», σημείωσε.
Η διοίκηση συνέδεσε επίσης τη βρετανική παρουσία και με τη στρατηγική ανάπτυξης στη Βόρεια Αμερική, επισημαίνοντας ότι η γεωγραφική θέση της μονάδας διευκολύνει και τις διατλαντικές αποστολές. «Είναι απέναντι από την Αμερική, οπότε πιο εύκολες οι αποστολές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, η διοίκηση ξεκαθάρισε ότι η επανεκκίνηση της μονάδας δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς το εργοστάσιο είχε παραμείνει ανενεργό για περίπου έξι μήνες πριν την εξαγορά. «Θέλει καθαρισμό, συντήρηση, να βάλεις κόσμο μέσα, να στείλεις δουλειά από την Ελλάδα και να αναζητήσει εμπορική ανάπτυξη στην άλλη άκρη του Ατλαντικού», σημείωσε ο κ. Μπένος, προσθέτοντας ότι η πλήρης αξιοποίηση της δυναμικότητας δεν αναμένεται πριν από το 2027.
Η διοίκηση εκτιμά ότι η βρετανική αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερα σημαντικές προοπτικές κυρίως σε έργα δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS), ενώ εμφανίζεται πιο επιφυλακτική για τις προοπτικές του υδρογόνου πριν από το τέλος της δεκαετίας. «Η αγγλική αγορά είναι μεγάλη αλλά δεν είναι τόσο σε φυσικό αέριο, είναι carbon capture. Το υδρογόνο θα το δούμε μετά το 2030», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, η διοίκηση σημείωσε ότι η παρουσία τοπικής παραγωγικής βάσης αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε ορισμένα μεγάλα διεθνή έργα, φέρνοντας ως παράδειγμα την επένδυση της Sumitomo σε νέο εργοστάσιο καλωδίων στη Βρετανία με στόχο τη διεκδίκηση μελλοντικών διασυνδέσεων. «Χωρίς το εργοστάσιο δεν θα πληρούσαν καν τις προϋποθέσεις για να είναι στους υποψηφίους», σημείωσε ο κ. Μπένος.
Το ανεκτέλεστο και η ορατότητα έργων
Παρά τη μικρότερη αύξηση του ανεκτέλεστου έργων σε σχέση με τις προηγούμενες χρονιές, η διοίκηση εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξη για την πορεία των αναθέσεων μέσα στο 2026, εκτιμώντας ότι αρκετά μεγάλα έργα που καθυστερούσαν για λόγους εκτός ελέγχου της εταιρείας πλησιάζουν πλέον προς την τελική φάση ανάθεσης.
Το ανεκτέλεστο έργων του ομίλου διαμορφώθηκε στο τέλος του 2025 περίπου στα 3,4 δισ. ευρώ, με τη διοίκηση να σημειώνει ότι η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά αδυναμία της αγοράς αλλά κυρίως χρονικές μετατοπίσεις σε μεγάλα projects. «Το 2025 δεν αυξήθηκε όσο τις προηγούμενες χρονιές. Αυτό όμως έχει να κάνει με χρονισμό έργων», εξήγησε ο κ. Μπένος. Οπως ανέφερε, το backlog στα καλώδια εμφανίστηκε ελαφρώς μειωμένο, ενώ αντίθετα αυξημένο ήταν το ανεκτέλεστο στα Σωληνουργεία Κορίνθου.
Η διοίκηση υπογράμμισε ότι η ορατότητα παραγωγής παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, καθώς στα καλώδια καλύπτεται ήδη παραγωγική δυναμικότητα έως και το 2028, ενώ στους σωλήνες χάλυβα έως το τέλος του 2027. «Μέσα στο 2026 το ανεκτέλεστο θα αυξηθεί σημαντικά διότι λύνονται θέματα ωρίμανσης έργων που ήταν εκτός της εταιρείας. Φθάνουν οι πελάτες στο σημείο να αναθέσουν», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Μπένος.
Η διοίκηση τόνισε επίσης ότι επιδιώκει όχι μόνο μεγάλο αλλά και διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο έργων, τόσο γεωγραφικά όσο και ως προς τις τεχνολογίες και τις αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται ο όμιλος. Οπως εξήγησε, η δραστηριότητα των σωλήνων χάλυβα εμφανίζει σήμερα πιο διεθνή γεωγραφική διασπορά σε σχέση με τα καλώδια, με έργα σε περιοχές όπως η Αυστραλία και η Αμερική, ενώ τα καλώδια παραμένουν περισσότερο ευρωποκεντρική δραστηριότητα.
Η διοίκηση εμφανίζεται επίσης πεπεισμένη ότι οι βασικές αγορές του ομίλου θα συνεχίσουν να στηρίζονται από μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, στοιχείο που επιτρέπει στη Cenergy να διατηρεί υψηλή ορατότητα παραγωγής και ισχυρή προβλεψιμότητα τα επόμενα χρόνια.
Γεωπολιτική, ενέργεια και διαχείριση κινδύνων
Εκτενής ήταν η συζήτηση και γύρω από τους γεωπολιτικούς κινδύνους, την άνοδο των ενεργειακών τιμών και τη μεταβλητότητα στις αγορές πρώτων υλών, με τη διοίκηση να εμφανίζεται καθησυχαστική ως προς την ικανότητα του ομίλου να διαχειρίζεται τέτοιου είδους αναταράξεις.
Ο κ. Μπένος υπογράμμισε ότι η εμπειρία της εταιρείας σε μεγάλα διεθνή έργα αλλά και η συντηρητική προσέγγιση που ακολουθεί αποτελούν βασικά στοιχεία προστασίας σε περιόδους αβεβαιότητας. «Η εταιρεία δεν παίρνει ρίσκα, ασκεί συνετή διαχείριση. Και αυτή θα συνεχίσουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, η Cenergy διαφοροποιείται από μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας λόγω της φύσης των συμβάσεων που υπογράφει αλλά και της σχετικά περιορισμένης συμμετοχής του ενεργειακού κόστους στη συνολική παραγωγική διαδικασία. Οπως εξήγησε ο κ. Μπένος, στα καλώδια οι συμβάσεις περιλαμβάνουν ρήτρες αναπροσαρμογής τιμών, ενώ η τιμολόγηση των έργων συνδέεται χρονικά με την πραγματική στιγμή προμήθειας των μετάλλων, δημιουργώντας ένα είδος φυσικού hedging απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών. «Υπογράφεται μια σύμβαση το 2024 αλλά η τιμή διαμορφώνεται με βάση την τιμή στο LME το 2025, όταν θα πρέπει να προμηθευτώ το μέταλλο. Αρα είσαι φυσιολογικά hedged», σημείωσε.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο κ. Σταματίου, επισημαίνοντας ότι οι φόρμουλες αναπροσαρμογής ενσωματώθηκαν στις συμβάσεις μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία και έκτοτε αποτελούν βασικό εργαλείο διαχείρισης κινδύνου.
Η διοίκηση εμφανίστηκε επίσης καθησυχαστική σε ό,τι αφορά την έκθεση της εταιρείας στο ενεργειακό κόστος, σημειώνοντας ότι σε αντίθεση με άλλες βαριές βιομηχανίες η συμμετοχή της ενέργειας στο συνολικό κόστος παραγωγής παραμένει σχετικά χαμηλή. «Δεν είμαστε χαλυβουργία να έχουμε 30%-40% ενεργειακό κόστος», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Μπένος, προσθέτοντας ότι το κόστος ενέργειας παραμένει μονοψήφιο ποσοστό τόσο στα καλώδια όσο και στους σωλήνες χάλυβα.
Παράλληλα, η διοίκηση εκτίμησε ότι η άνοδος των ενεργειακών τιμών και η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας στην Ευρώπη συνεχίζουν να στηρίζουν τις επενδύσεις σε νέες ενεργειακές υποδομές. «Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης είναι να έχει διαφοροποιημένες πηγές», σημείωσε ο κ. Μπένος, αναφέροντας ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο συζητήσεις για νέα έργα υποδομών και εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς υδρογονανθράκων.
Ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων εξαγορών
Η διοίκηση άφησε επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων εξαγορών και επενδυτικών κινήσεων τα επόμενα χρόνια, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι η Cenergy δεν πρόκειται να κινηθεί με γνώμονα την αύξηση του μεγέθους αλλά την ενίσχυση της αποδοτικότητας και της αξίας για τους μετόχους. Ο κ. Μπένος σημείωσε ότι καθώς ο μεγάλος κύκλος επενδύσεων στην Ελλάδα ολοκληρώνεται και οι ταμειακές ροές του ομίλου ενισχύονται, η εταιρεία θα εξετάσει νέες ευκαιρίες ανάπτυξης, εφόσον αυτές προσφέρουν υψηλές αποδόσεις. «Εάν δεν έχεις άλλες επενδύσεις τότε δημιουργείς ταμειακές ροές, τις οποίες όμως κάτι πρέπει να τις κάνεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι η Cenergy δεν επιδιώκει να εξελιχθεί σε μια εταιρεία που θα στηρίζεται κυρίως στη διανομή μερισμάτων, αλλά σε έναν όμιλο που θα συνεχίσει να επενδύει στην ανάπτυξη και στη δημιουργία αξίας. «Δεν είμαστε μετοχή μερισματική. Η ανάπτυξη της δραστηριότητάς μας και η βελτίωση της αξίας είναι το ζητούμενο», τόνισε.
Η διοίκηση εμφανίστηκε παράλληλα ιδιαίτερα προσεκτική ως προς τα κριτήρια επιλογής πιθανών εξαγορών, σημειώνοντας ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε κινήσεις που θα μειώνουν τις αποδόσεις του ομίλου ή θα οδηγούν σε υποχώρηση των περιθωρίων κερδοφορίας. «Δεν μπορούμε να καταστρέφουμε μετοχική αξία αγοράζοντας κάτι με σαφώς μικρότερες αποδόσεις», ανέφερε ο κ. Μπένος, επαναλαμβάνοντας ότι ο βασικός στόχος της διοίκησης παραμένει η δημιουργία αξίας και όχι η αύξηση του όγκου δραστηριοτήτων.
Στο ίδιο πλαίσιο, η διοίκηση εμφανίστηκε αισιόδοξη για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές του ομίλου, σημειώνοντας ότι η παγκόσμια αγορά ενεργειακών υποδομών παραμένει σε φάση πολυετούς ανάπτυξης. «Οι επενδυτές αγοράζουν πάντα το μέλλον. Στο μέλλον σαφώς μπορούμε να φθάσουμε και σε τριπλάσιο EBITDA, δεν είναι όμως για το 2027, το 2028 ή το 2029. Μιλάμε για μεγάλα έργα ως το 2035», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Μπένος. Οπως εξήγησε, η ευελιξία της εταιρείας και η εξειδίκευση σε συγκεκριμένες κατηγορίες έργων αποτελούν βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι σε μεγαλύτερους διεθνείς παίκτες. «Εχουμε ένα εργοστάσιο που βγάζει υποβρύχια καλώδια και είναι το καλύτερο στον κόσμο. Αυτό μου δίνει και την πιστοποίηση της ποιότητας αλλά και την ευελιξία να φέρω πιο μπροστά ή να πάω πιο πίσω μια παραγγελία», ανέφερε.
Διαβάστε ακόμη
Πού μπορεί να φτάσει η ακρίβεια στην Ελλάδα – Τι φοβούνται νοικοκυριά και αγορά
Η πραγματική ιστορία πίσω από τις Γαλάζιες Σημαίες στις παραλίες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
