Οι ελληνικές εξαγωγές δείχνουν να βρίσκονται μπροστά σε μία ακόμη χρονιά-ορόσημο. Παρά τις αναταράξεις που συνεχίζουν να δοκιμάζουν το παγκόσμιο εμπόριο -από τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες μέχρι τη νέα αβεβαιότητα που προκαλεί η εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών- η ελληνική εξωστρέφεια όχι μόνο διατηρεί τη δυναμική της, αλλά δημιουργεί πλέον τις προϋποθέσεις για δύο νέα ιστορικά ορόσημα: να ξεπεράσει το συνολικό ρεκόρ εξαγωγών των 54,7 δισ. ευρώ που καταγράφηκε το 2022 και, παράλληλα, να καταρρίψει το περσινό ιστορικό υψηλό των 36,92 δισ. ευρώ στις εξαγωγές χωρίς τα πετρελαιοειδή.
Τα συμπεράσματα αυτά προκύπτουν από την επεξεργασία των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ) του ΣΕΒΕ για το «business stories». Μάλιστα η εικόνα του πρώτου πενταμήνου δείχνει ότι η φετινή άνοδος δεν στηρίζεται μόνο στην ευνοϊκή συγκυρία -για τα διυλιστήρια- των διεθνών τιμών του πετρελαίου, αλλά και στη συνεχιζόμενη ενίσχυση της ελληνικής μεταποίησης, η οποία διευρύνει σταθερά την παρουσία της στις διεθνείς αγορές.
«Εφόσον διατηρηθεί η σημερινή δυναμική και δεν υπάρξουν σημαντικές εξωτερικές αναταράξεις, το 2026 έχει τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε μία από τις καλύτερες εξαγωγικές χρονιές που έχει καταγράψει η χώρα», λέει ο νεοεκλεγείς πρόεδρος του ΣΕΒΕ Θεμιστοκλής Σαρασίδης.
Γύρισμα
Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το διάστημα Ιανουαρίου – Μαΐου. Η συνολική αξία των ελληνικών εξαγωγών διαμορφώθηκε στα 22,9 δισ. ευρώ, αυξημένη κατά 13,5% σε σχέση με το αντίστοιχο πεντάμηνο του 2025. Ακόμη και χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές συνέχισαν να κινούνται ανοδικά, φθάνοντας τα 16,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 4,5%, ενώ το εμπορικό έλλειμμα περιορίστηκε κατά 9%, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν με αισθητά ταχύτερο ρυθμό από τις εισαγωγές. Γεγονός που, σύμφωνα με τον κ. Σαρασίδη, «αποτυπώνει τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή της τάσης μέσα στη χρονιά. Το 2026 ξεκίνησε με υποτονικούς ρυθμούς, ωστόσο από τον Μάρτιο και μετά η εικόνα άλλαξε αισθητά. Οι ελληνικές εξαγωγές κατέγραψαν τρεις συνεχόμενους μήνες ισχυρής ανάπτυξης, με τον Μάιο να ολοκληρώνεται με αύξηση 20,9%, ενώ ακόμη και χωρίς τα πετρελαιοειδή η άνοδος διαμορφώθηκε στο 5,1%. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι το αρνητικό ξεκίνημα της χρονιάς είχε κυρίως συγκυριακό χαρακτήρα και ότι η εξαγωγική δραστηριότητα έχει επιστρέψει σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά.
Πρωταγωνιστές
Η πρώτη ανάγνωση των στοιχείων θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η φετινή άνοδος οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στα πετρελαιοειδή. Και πράγματι, οι εξαγωγές του κλάδου αυξήθηκαν κατά 2,18 δισ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 44,4% μέσα στο πρώτο πεντάμηνο και καλύπτοντας περίπου το 80% της συνολικής αύξησης των ελληνικών εξαγωγών. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, οι οποίες αυξάνουν την αξία των εξαγόμενων προϊόντων των ελληνικών διυλιστηρίων.
Αν όμως μείνει κανείς μόνο σε αυτή την ανάγνωση, χάνει ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που στέλνουν τα στοιχεία.
Η επεξεργασία του ΙΕΕΣ του ΣΕΒΕ δείχνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των βασικών εξαγωγικών κλάδων κινείται επίσης ανοδικά, επιβεβαιώνοντας ότι η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας αποκτά ολοένα και ευρύτερη παραγωγική βάση.
«Τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια ουσιαστική μεταβολή στη σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών. Αν και τα πετρελαιοειδή εξακολουθούν να επηρεάζουν τη συνολική αξία τους, η πραγματική δυναμική της ελληνικής εξωστρέφειας προέρχεται πλέον από ένα ευρύ φάσμα παραγωγικών κλάδων με υψηλότερη προστιθέμενη αξία», λέει ο κ. Σαρασίδης. «Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η χώρα αποκτά σταδιακά μια πιο διαφοροποιημένη και ανθεκτική εξαγωγική βάση», προσθέτει.
Πρωταγωνιστής παραμένει ο κλάδος των τροφίμων, ο οποίος αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο μη ενεργειακό εξαγωγικό τομέα της χώρας. Στο πρώτο πεντάμηνο οι εξαγωγές τροφίμων αυξήθηκαν κατά 358,7 εκατ. ευρώ ή 9,4%, διαμορφώνοντας τη συνολική αξία τους στα 4,19 δισ. ευρώ. Ισχυρή ήταν επίσης η άνοδος στις πρώτες ύλες (+11,5%), στα μηχανήματα και οχήματα (+4,3%), στα χημικά (+2,8%) και στα βιομηχανικά προϊόντα (+0,6%).
Οι εξαιρέσεις ήταν περιορισμένες. Πτωτικά κινήθηκαν οι εξαγωγές λιπών και ελαίων (-17,9%) και ποτών – καπνών (-1,4%), χωρίς όμως να μεταβάλουν τη συνολική εικόνα μιας εξαγωγικής βάσης που διευρύνεται σταθερά.
Η διαφορά σε σχέση με το 2022 είναι ποιοτική. Τότε, το ιστορικό υψηλό των ελληνικών εξαγωγών είχε επιτευχθεί κυρίως χάρη στην εκτόξευση των διεθνών τιμών της ενέργειας. Σήμερα, η ευνοϊκή συγκυρία για τα πετρελαιοειδή συμπίπτει με τη σταθερή ανάπτυξη των τροφίμων, των χημικών, των μηχανημάτων και άλλων βιομηχανικών προϊόντων. Η Ελλάδα δεν εξάγει απλώς περισσότερο. Εξάγει περισσότερα προϊόντα, από περισσότερους παραγωγικούς κλάδους.
«Οι ελληνικές επιχειρήσεις επενδύουν στην ποιότητα, στην καινοτομία και τη δημιουργία επώνυμων προϊόντων, ενώ διευρύνουν τη γεωγραφική τους παρουσία. Αυτή η στρατηγική μειώνει την εξάρτηση από μεμονωμένους κλάδους και ενισχύει τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης των εξαγωγών τα επόμενα χρόνια», υπογραμμίζει ο κ. Σαρασίδης.
Ο νέος χάρτης
Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνεται και στον γεωγραφικό χάρτη των ελληνικών εξαγωγών. Αν και η Ευρωπαϊκή Ενωση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό προορισμό των ελληνικών προϊόντων [σ.σ.: 57,2% στο πεντάμηνο φέτος], η επεξεργασία στοιχείων της Eurostat από το ΙΕΕΣ του ΣΕΒΕ, που πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά για το «b.s.», δείχνει ότι πίσω από τη σχετική σταθερότητα της κατάταξης αναδύονται νέες εστίες ανάπτυξης που διευρύνουν σταδιακά τη γεωγραφία της ελληνικής εξωστρέφειας.
Η Ιταλία παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ελλάδας, με ελληνικές εξαγωγές αξίας 1,983 δισ. ευρώ στο πρώτο πεντάμηνο του έτους, ενώ ακολουθούν η Γερμανία με 1,773 δισ. ευρώ, η Βουλγαρία με 1,591 δισ. ευρώ και η Κύπρος με 1,432 δισ. ευρώ.
Την πρώτη δεκάδα συμπληρώνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες (1,097 δισ. ευρώ), η Ρουμανία (963,1 εκατ. ευρώ), το Ηνωμένο Βασίλειο (938,3 εκατ. ευρώ), η Ισπανία (898,3 εκατ. ευρώ), η Βόρεια Μακεδονία (698,8 εκατ. ευρώ) και η Γαλλία (667,5 εκατ. ευρώ). Η εικόνα ωστόσο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξεταστεί η δυναμική των επιμέρους αγορών. Η Ουκρανία καταγράφει τη θεαματικότερη άνοδο τη φετινή χρονιά, καθώς οι ελληνικές εξαγωγές προς τη χώρα σχεδόν διπλασιάστηκαν, φθάνοντας τα 591,9 εκατ. ευρώ από 299,7 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η αύξηση κατά 292,2 εκατ. ευρώ ή 97,5% έφερε την Ουκρανία για πρώτη φορά μεταξύ των 15 σημαντικότερων αγορών για τα ελληνικά προϊόντα, εξέλιξη που αναμένεται να απασχολήσει ιδιαίτερα τους εξαγωγείς, καθώς σταδιακά αποκαθίστανται οι εμπορικές ροές με τη χώρα.
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η πορεία της Βουλγαρίας, η οποία όχι μόνο διατηρείται στην τρίτη θέση μεταξύ των μεγαλύτερων αγορών, αλλά αύξησε τις εισαγωγές ελληνικών προϊόντων κατά 369,6 εκατ. ευρώ, φθάνοντας τα 1,591 δισ. ευρώ (+30,3%). Ισχυρή ανάπτυξη καταγράφουν επίσης το Ηνωμένο Βασίλειο, με εξαγωγές 938,3 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 191,7 εκατ. ευρώ (+25,7%), η Ισπανία, όπου οι ελληνικές εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 177,9 εκατ. ευρώ, στα 898,3 εκατ. ευρώ (+24,7%), η Βόρεια Μακεδονία, με άνοδο 160,1 εκατ. ευρώ, στα 698,8 εκατ. ευρώ (+29,7%), καθώς και η Ρουμανία, όπου οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 158 εκατ. ευρώ, προσεγγίζοντας πλέον το ορόσημο του 1 δισ. ευρώ (963,1 εκατ. ευρώ).
«Η Ευρωπαϊκή Ενωση θα συνεχίσει να αποτελεί τον βασικό πυλώνα των ελληνικών εξαγωγών, καθώς απορροφά σταθερά πάνω από το 55% της συνολικής αξίας τους. Η γεωγραφική εγγύτητα, το κοινό θεσμικό πλαίσιο και η εδραιωμένη παρουσία ελληνικών επιχειρήσεων σε αγορές όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία δημιουργούν ένα σταθερό περιβάλλον ανάπτυξης», σχολιάζει ο κ. Σαρασίδης. Ωστόσο, σπεύδει να επισημάνει πως η μεγαλύτερη δυναμική καταγράφεται στις αγορές εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα, με τις ελληνικές εξαγωγές να διαμορφώνονται κοντά στα 2,4 δισ. ευρώ ετησίως, κυρίως σε τρόφιμα, ποτά και φαρμακευτικά προϊόντα. Παρά τις προκλήσεις που δημιουργούν οι δασμοί και οι μεταβολές στην εμπορική πολιτική, η αγορά αυτή παραμένει ιδιαίτερα ελκυστική λόγω της υψηλής αγοραστικής δύναμης και της αυξανόμενης ζήτησης για ποιοτικά προϊόντα.
Αντίστοιχα, η Μέση Ανατολή αποτελεί στρατηγική αγορά, με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να συγκαταλέγονται στους σημαντικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να διατηρούν ισχυρή παρουσία, ιδιαίτερα στους τομείς των τροφίμων, των δομικών υλικών και των βιομηχανικών προϊόντων, αξιοποιώντας σχέσεις εμπιστοσύνης που έχουν οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια.
Τέλος, οι αγορές της Ασίας παρουσιάζουν σημαντικές προοπτικές, καθώς πρόκειται για περιοχές με υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και αυξανόμενη μεσαία τάξη. Αν και το μερίδιό τους στις ελληνικές εξαγωγές παραμένει ακόμη σχετικά περιορισμένο, η δυναμική τους είναι ισχυρή, ιδιαίτερα για προϊόντα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας».
Η μεταποίηση
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα όταν αφαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, καθώς τότε αναδεικνύονται οι αγορές στις οποίες η ελληνική μεταποίηση αποκτά ολοένα ισχυρότερο αποτύπωμα.
Η Γερμανία αναδεικνύεται στη μεγαλύτερη αγορά για τα ελληνικά προϊόντα, με εξαγωγές 1,730 δισ. ευρώ, αφήνοντας δεύτερη την Ιταλία, όπου οι εξαγωγές περιορίζονται στα 1,528 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 113,9 εκατ. ευρώ ή 6,9%.
Την ίδια στιγμή, η Ρουμανία αναδεικνύεται σε μία από τις πλέον δυναμικές αγορές για τα ελληνικά βιομηχανικά προϊόντα, με εξαγωγές 915,5 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 144,1 εκατ. ευρώ (+18,7%), ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο συνεχίζει να ενισχύεται, φθάνοντας τα 778,4 εκατ. ευρώ (+15,7%). Ξεχωρίζει, ωστόσο, η περίπτωση της Αυστρίας, όπου οι ελληνικές εξαγωγές χωρίς τα πετρελαιοειδή αυξήθηκαν κατά 92,1 εκατ. ευρώ, διαμορφούμενες στα 312,5 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδο (+41,8%) μεταξύ των σημαντικών αγορών.
Στον αντίποδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχωρούν από την πέμπτη στην έβδομη θέση όταν αφαιρεθούν τα πετρελαιοειδή. Οι ελληνικές εξαγωγές περιορίζονται στα 710,2 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 71,2 εκατ. ευρώ ή 9,1%, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ισχυρή άνοδος που εμφανίζει η αμερικανική αγορά στο σύνολο των εξαγωγών οφείλεται κυρίως στα ενεργειακά προϊόντα.
Η πρόκληση
Σύμφωνα με τον κ. Σαρασίδη, σε αυτό το πλαίσιο υπάρχει μία σημαντική ευκαιρία για την ελληνική οικονομία αλλά και μία μεγάλη πρόκληση για τις ελληνικές επιχειρήσεις. «Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η προσαρμογή σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο σύνθετο και απρόβλεπτο», απαντά.
Και προσθέτει: «Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι εμπορικοί φραγμοί, το αυξημένο κόστος ενέργειας και μεταφορών, αλλά και οι συνεχείς ανακατατάξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες δημιουργούν ένα πλαίσιο αυξημένης αβεβαιότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, οι επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν με μεγαλύτερη ευελιξία, ταχύτητα λήψης αποφάσεων και στρατηγικό σχεδιασμό, επενδύοντας παράλληλα στη διαφοροποίηση των αγορών και των προϊόντων τους. Παράλληλα, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μέσα από τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την καινοτομία, την πιστοποίηση και τη βιώσιμη παραγωγή αποτελεί πλέον βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας τους».
Και ποια είναι η ευκαιρία; «Η Ελλάδα διαθέτει επιχειρήσεις που έχουν αποδείξει ότι μπορούν να ανταποκριθούν με επιτυχία στις απαιτήσεις των διεθνών αγορών, προσφέροντας προϊόντα υψηλής ποιότητας, αυθεντικότητας και προστιθέμενης αξίας. Η ενίσχυση της εξωστρέφειας, η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, καθώς και η συστηματική διείσδυση σε νέες και δυναμικά αναπτυσσόμενες αγορές, μπορούν να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός νέου, πιο βιώσιμου αναπτυξιακού μοντέλου. Στόχος δεν είναι μόνο η αύξηση του όγκου των εξαγωγών, αλλά η αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, ως αξιόπιστου παραγωγού και εξαγωγέα ποιοτικών προϊόντων και καινοτόμων λύσεων με διεθνή αναγνώριση», λέει ο κ. Σαρασίδης.
Διαβάστε ακόμη
Μια σπάνια κατοικία πάνω στη θάλασσα της Αργολίδας με έμπνευση την ελληνική μυθολογία
Το τέλος των influencers; Πώς το clipping έγινε μια βιομηχανία εκατομμυρίων
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
