search icon

Επιχειρήσεις

Κυβερνοασφάλεια: Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις σε κίνδυνο από ψηφιακές επιθέσεις

Καθώς οι ψηφιακές υπηρεσίες, το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι τεχνολογίες απομακρυσμένης εργασίας επεκτείνονται ραγδαία, η επιφάνεια επίθεσης των οργανισμών μεγαλώνει με εκθετικό ρυθμό

123RF

Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή ο ριζικός μετασχηματισμός των επιχειρηματικών διαδικασιών αποτελεί αδιαπραγμάτευτο μονόδρομο για τη βιωσιμότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εξέλιξη των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜμΕ) σύμφωνα με τους Δρ. Βασίλη Γερογιάννη, Καθηγητή του Τμήματος Ψηφιακών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας τον Δρ. Λέανδρο Μαγλαρά, Ειδικού Συμβούλου Κυβερνοασφάλειας στη Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης που αναλύουν την κυβερνοασφάλεια και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Καθώς οι ψηφιακές υπηρεσίες, το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι τεχνολογίες απομακρυσμένης εργασίας επεκτείνονται ραγδαία, η επιφάνεια επίθεσης των οργανισμών μεγαλώνει με εκθετικό ρυθμό, μετατρέποντας κάθε νέα σύνδεση ή cloud εφαρμογή σε δυνητική πύλη εισόδου για κακόβουλους παράγοντες. Οι ΜμΕ στη χώρα μας αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της εθνικής οικονομίας, αντιπροσωπεύοντας το 99% του συνόλου των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η αυξανόμενη εξάρτησή τους από το διαδίκτυο, σε συνδυασμό με την ταχύτητα με την οποία καλούνται να ψηφιοποιηθούν, τις καθιστά πρωταρχικούς και ευάλωτους στόχους για τους κυβερνοεγκληματίες.

Υπάρχει, σύμφωνα με τους ίδιους, μια ευρέως διαδεδομένη αλλά επικίνδυνη ψευδαίσθηση ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ΜμΕ, ότι οι κυβερνοεπιθέσεις αφορούν αποκλειστικά τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ή τις κρίσιμες κρατικές υποδομές.

Η πραγματικότητα διαψεύδει αυτή την αντίληψη, καθώς οι μεγάλοι οργανισμοί επενδύουν πλέον εκατομμύρια σε συστήματα άμυνας, ωθώντας τους ψηφιακούς εγκληματίες να στρέψουν την προσοχή τους προς τις ΜμΕ, οι οποίες θεωρούνται «εύκολος στόχος» λόγω των περιορισμένων αμυντικών τους μηχανισμών και της δομικής ασυμμετρίας των πόρων τους.

Η έλλειψη επαρκών οικονομικών κεφαλαίων και εξειδικευμένου προσωπικού Τεχνολογιών Πληροφορικής (IT) οδηγεί συχνά, τονίζουν, στην ανάθεση καθηκόντων ασφάλειας σε μη ειδικευμένους υπαλλήλους ως δευτερεύουσα απασχόληση, δημιουργώντας ένα σοβαρό κενό ασφαλείας. Μια επιτυχημένη κυβερνοεπίθεση μπορεί να επιφέρει ανεπανόρθωτη καταστροφή, από άμεσες οικονομικές απώλειες και νομικές κυρώσεις έως την πλήρη παράλυση των λειτουργιών και την οριστική αμαύρωση της φήμης της επιχείρησης, οδηγώντας πολλές μικρές επιχειρήσεις στο κλείσιμο μέσα σε λίγους μήνες.

Το τοπίο των κυβερνοαπειλών είναι εξαιρετικά εχθρικό και περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους ερευνητές, σύνθετες ψηφιακές επιθέσεις με σοβαρές επιπτώσεις. Η πιο καταστροφική απειλή είναι το λογισμικό Ransomware (Λυτρεμπορικό Λογισμικό), το οποίο κρυπτογραφεί αθόρυβα κρίσιμα αρχεία, βάσεις δεδομένων και αντίγραφα ασφαλείας, απαιτώντας την καταβολή υπέρογκων λύτρων.

Οι εγκληματίες εφαρμόζουν πλέον τη στρατηγική του «διπλού εκβιασμού», υποκλέπτοντας ευαίσθητα δεδομένα πριν τα κρυπτογραφήσουν, με την απειλή να τα δημοσιεύσουν στο Dark Web, γεγονός που σημαίνει το οριστικό τέλος για μια ΜμΕ. Παράλληλα, το Ηλεκτρονικό Ψάρεμα (Phishing) και η Κοινωνική Μηχανική (Social Engineering) εκμεταλλεύονται τον ανθρώπινο παράγοντα, ο οποίος παραμένει ο πιο ευάλωτος κρίκος. Μέσω εξαιρετικά πειστικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που προσομοιάζουν με έγκυρες πηγές, όπως emails τραπεζών ή προμηθευτών, οι επιτιθέμενοι έχουν ως στόχο να χειραγωγήσουν τους υπαλλήλους μιας ΜμΕ ώστε να εγκαταστήσουν κακόβουλο λογισμικό ή να αποκαλύψουν διαπιστευτήρια πρόσβασης.

Επιπλέον, οι επιθέσεις DDoS (Κατανεμημένης Άρνησης Εξυπηρέτησης – Distributed Denial of Service) στοχεύουν στη διακοπή της λειτουργίας των ηλεκτρονικών καταστημάτων (e-shops) κατακλύζοντάς τα με ψευδή κίνηση δεδομένων, κάτι που προκαλεί άμεση απώλεια εσόδων και πλήγμα στην αξιοπιστία των επιχειρήσεων. Μια βιαστική και πρόχειρη μετάβαση στο Υπολογιστικό Νέφος (Cloud) χωρίς την απαραίτητη τεχνική μελέτη μπορεί επίσης να δημιουργήσει σοβαρά κενά ασφαλείας λόγω εσφαλμένων ρυθμίσεων και απουσίας ελέγχου ταυτότητας πολλαπλών παραγόντων, διευκολύνοντας τις μαζικές διαρροές δεδομένων. Τέλος, οι επιθέσεις στην Εφοδιαστική Αλυσίδα (Supply Chain Attacks) στοχεύουν τις ΜμΕ που λειτουργούν ως τρίτοι προμηθευτές ή εξωτερικοί συνεργάτες μεγάλων οργανισμών, χρησιμοποιώντας το λιγότερο προστατευμένο δίκτυό τους ως «κερκόπορτα» για να διεισδύσουν στα συστήματα του τελικού, μεγάλου στόχου.

Η ανάγκη θωράκισης γίνεται ακόμη πιο επιτακτική λόγω, τονίζουν, του αυστηρού Ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου.

Η Ευρωπαϊκή Οδηγία NIS2 επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της σε μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις κρίσιμων τομέων, επιβάλλοντας αυστηρή διαχείριση κινδύνων, έλεγχο της ασφάλειας της εφοδιαστικής αλυσίδας και ένα πολύ αυστηρό χρονοδιάγραμμα αναφοράς περιστατικών εντός 24 ωρών. Παράλληλα, ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) απαιτεί την εφαρμογή της αρχής της «ασφάλειας εκ σχεδιασμού» και τη γνωστοποίηση παραβιάσεων εντός 72 ωρών, επισύροντας βαριά διοικητικά πρόστιμα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Η Ευρωπαϊκή Πράξη για την Κυβερνοανθεκτικότητα (Cyber Resilience Act – CRA) εισάγει οριζόντιες απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας για όλα τα προϊόντα με ψηφιακά στοιχεία, υποχρεώνοντας τις ΜμΕ που αναπτύσσουν λογισμικό ή κατασκευάζουν συνδεδεμένες συσκευές, που λειτουργούν στο Διαδίκτυο των Πραγμάτων (IoT), να διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα τους δεν φέρουν ευπάθειες και να παρέχουν τακτικές ενημερώσεις ασφαλείας.

Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση όλων αυτών των πολυπληθών απειλών, απαιτείται μια ολιστική, πολυεπίπεδη στρατηγική άμυνας, η οποία συνδυάζει τεχνικά, οργανωτικά και επιχειρησιακά μέτρα. Κρίσιμη είναι η υποχρεωτική ενεργοποίηση του Ελέγχου Ταυτότητας Πολλαπλών Παραγόντων (Multi-Factor Authentication – MFA) σε όλους τους εταιρικούς λογαριασμούς, η οποία αποτρέπει την παραβίαση των συστημάτων ακόμη και αν οι κωδικοί πρόσβασης κλαπούν μέσω κακόβουλων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ψαρέματος (phishing).

Οι επιχειρήσεις πρέπει επίσης να εφαρμόζουν μια αυστηρή πολιτική διαχείρισης ενημερώσεων και ευπαθειών (patch management), εγκαθιστώντας άμεσα τις ενημερώσεις ασφαλείας των λειτουργικών συστημάτων και λογισμικών, προτού οι κυβερνοεγκληματίες προλάβουν να εκμεταλλευτούν τα κενά αυτά. Η προστασία των τερματικών συσκευών και των εταιρικών δικτύων πρέπει να ενισχυθεί με τη χρήση σύγχρονων εργαλείων Next-Gen Anti-virus/EDR και Firewalls, καθώς και με την εφαρμογή ισχυρής κρυπτογράφησης στα ευαίσθητα δεδομένα, τόσο κατά την αποθήκευση όσο και κατά τη μετάδοσή τους.

Σε οργανωτικό επίπεδο, τονίζουν, πώς η εκπαίδευση και η ευαισθητοποίηση του προσωπικού (Cyber Awareness) είναι θεμελιώδους σημασίας, καθώς οι υπάλληλοι πρέπει να ενημερώνονται τακτικά για τις τεχνικές phishing και την ασφαλή χρήση του διαδικτύου, ώστε να μετατραπούν από αδύναμο κρίκο στην πρώτη γραμμή άμυνας της επιχείρησης.

Παράλληλα, πρέπει να εφαρμόζεται η Πολιτική Διαχείρισης Πρόσβασης με βάση την Αρχή των Ελάχιστων Προνομίων (Principle of Least Privilege), διασφαλίζοντας ότι κάθε εργαζόμενος έχει πρόσβαση αποκλειστικά και μόνο στα αρχεία που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση της εργασίας του, περιορίζοντας έτσι την εσωτερική απειλή και την οριζόντια εξάπλωση μιας επίθεσης. Κάθε ΜμΕ οφείλει να διαθέτει ένα καταγεγραμμένο και σαφές σχέδιο απόκρισης σε περιστατικά και επιχειρησιακής συνέχειας, το οποίο θα καθορίζει τις άμεσες ενέργειες σε περίπτωση επίθεσης, όπως την απομόνωση των μολυσμένων συσκευών και την επαναφορά των συστημάτων. Τέλος, είναι απαραίτητη η αξιολόγηση των τρίτων συνεργατών και προμηθευτών IT, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εξωτερικοί πάροχοι εφαρμόζουν ικανοποιητικά επίπεδα ασφαλείας και δεν αποτελούν κερκόπορτα για ψηφιακές επιθέσεις. Για να καταλήξουν τονίζοντας ότι:

«Κοιτάζοντας προς το μέλλον, το τοπίο των ψηφιακών απειλών αναμένεται να γίνει ακόμη πιο περίπλοκο λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των νέων τεχνολογιών. Τέτοιες είναι, η Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη (Generative AI), η οποία χρησιμοποιείται ήδη από κακόβουλους παράγοντες για τη δημιουργία εξελιγμένων επιθέσεων phishing, οι Κβαντικοί Υπολογιστές που απειλούν τη σύγχρονη κρυπτογράφηση, και το Βιομηχανικό Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Industrial IoT) που διευρύνει την επιφάνεια των επιθέσεων. Οι ελληνικές ΜμΕ οφείλουν να υιοθετήσουν μια προληπτική προσέγγιση. Η επένδυση στην ψηφιακή ασφάλεια δεν αποτελεί περιττή δαπάνη, αλλά μια στρατηγική επένδυση θωράκισης και ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, η οποία, με την υποστήριξη και τη συνεργασία των εθνικών και ευρωπαϊκών αρμόδιων φορέων, μπορεί να εγγυηθεί τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον».

Διαβάστε ακόμη 

Κατασκευές: Σήμα κινδύνου από τους εργολήπτες για τα δημόσια έργα λόγω νέας έκρηξης του κόστους

Το χρέος αποκτά «ταυτότητα»: Έρχεται βαθμολογία για ιδιώτες και επιχειρήσεις (πίνακες)

Electronet: Τριάντα χρόνια μετά, το μοντέλο των ανεξάρτητων αντέχει

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version