search icon

Επιχειρήσεις

Markus Beyrer (BusinessEurope): Οι επιχειρήσεις της Ευρώπης χρειάζονται «χώρο για να αναπνεύσουν»

Ο Μάρκους Μπέιρερ, γενικός διευθυντής του μεγαλύτερου λόμπι ευρωπαϊκών επιχειρήσεων BusinessEurope, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τις βιομηχανίες της

Κινδυνεύει η Ευρώπη από ένα νέο κύμα αποβιομηχάνισης, με τις καταστρεπτικές συνέπειες που αυτό μπορεί να επιφέρει στην αγορά εργασίας, τις τοπικές κοινότητες και τις εθνικές οικονομίες; O κίνδυνος δεν είναι απλά υπαρκτός -πλήττει ήδη περιοχές της Ευρώπης, σύμφωνα με την οργάνωση BusinessEurope, το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό λόμπι επιχειρήσεων, που εκπροσωπεί πάνω από 20 εκατομμύρια επιχειρήσεις σε 35 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

«Η αποβιομηχάνιση συμβαίνει αυτή την ώρα που μιλάμε», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στους Financial Times, πριν από έναν μήνα, ο γενικός διευθυντής της BusinessEurope, Μάρκους Μπέιρερ.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο newmoney, ο Μάρκους Μπέιρερ, που στο παρελθόν έχει διατελέσει Επικεφαλής Οικονομικός Σύμβουλος του Καγκελαρίου της Αυστρίας, εξηγεί ότι τα προβλήματα δεν είναι μόνο τα ευρέως γνωστά (ενεργειακό κόστος, κόστος της πράσινης μετάβασης, προβληματικές αλυσίδες εφοδιασμού, έλλειψη εργατικού δυναμικού).

Η πιο πρόσφατη απειλή έρχεται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ, και την περίφημη «Πράξη Μείωσης του Πληθωρισμού» (Inflation Reduction Act).

«Η κύρια ανησυχία μας είναι ότι η τρέχουσα ενεργειακή και οικονομική κρίση επιδεινώνουν δραματικά τους κινδύνους της αποβιομηχάνισης της Ευρώπης, καθώς πολλές εταιρείες μεταφέρουν εν μέρει ή πλήρως την παραγωγή τους εκτός Ευρώπης», μας απάντησε όταν τον ρωτήσαμε ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις τη νέα χρονιά.

«Χρειαζόμαστε επειγόντως νέα και στοχευμένα μέτρα έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρη την ΕΕ, κυρίως για να μειωθούν αποτελεσματικά οι λογαριασμοί ενέργειας. Η αύξηση των λογαριασμών ενέργειας και οι συνεχιζόμενες αναταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, που αναμένουμε ότι θα αυξηθούν τους πρώτους μήνες του 2023 λόγω της ανόδου των κρουσμάτων Covid στην Κίνα, δημιουργούν τεράστιες προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να βλέπουμε πολλές εταιρείες είτε να μειώνουν την παραγωγή τους, είτε να δυσκολεύονται να επιβιώσουν.

Επίσης, οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν εξαιρετικά περιοριστικές αγορές εργασίας, με επίπεδα ρεκόρ κενών θέσεων εργασίας και ελλείψεων δεξιοτήτων. Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα παραμένει εξαιρετικά υψηλή λόγω των συνεχιζόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, της προοπτικής υψηλότερου κόστους δανεισμού και της πιθανότητας σημαντικά χαμηλότερης καταναλωτικής ζήτησης.

Στις πιο πρόσφατες φθινοπωρινές οικονομικές προβλέψεις μας, εκτιμούμε ότι η οικονομία της ΕΕ θα αναπτυχθεί κατά 2,7% μεταξύ 2021 και 2022, λόγω της «μεταφερόμενης» ανάπτυξης από το 2021 και της συνεχιζόμενης επαναλειτουργίας μετά τον Covid, ιδιαίτερα του τομέα των υπηρεσιών, το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Ωστόσο, τώρα αναμένουμε ανάπτυξη στην ΕΕ μόνο 0,6% το 2023, σε σύγκριση με το 2,1% που περιμέναμε το καλοκαίρι, με την πρόβλεψή μας για ανάπτυξη στη Ζώνη του Ευρώ ακόμη χαμηλότερη στο 0,3%. Και ακόμη και αυτή η απογοητευτική προοπτική θα εξαρτηθεί από μη περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, περαιτέρω χαλάρωση των πιέσεων στις αλυσίδες εφοδιασμού και από πολιτικές που ανταποκρίνονται στο σοκ των τιμών της ενέργειας με έγκαιρο, ολοκληρωμένο και καλά -ισορροπημένο τρόπο».

Στην πράσινη μετάβαση, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ίσους όρους ανταγωνισμού με τους παγκόσμιους ανταγωνιστές τους; Εάν όχι, πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα;

«Τα μακροπρόθεσμα ζητήματα διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας έχουν επιδεινωθεί από τη δραματική αύξηση του ενεργειακού κόστους. Ήδη τώρα, το μερίδιο του ΑΕΠ που δαπανάται για ενέργεια στην Ευρώπη αυξήθηκε από 2% σε 12%, υπερδιπλάσιο από το μερίδιο στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την BlackRock. Σύμφωνα με την επενδυτική έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων του 2022, το μερίδιο των εταιρειών που αναφέρουν το ενεργειακό κόστος ως σημαντικό εμπόδιο στις επενδύσεις είναι σχεδόν διπλάσιο από ό,τι στις ΗΠΑ, 59% σε σύγκριση με 31%. Συνολικά, ο αριθμός των εταιρειών που αναφέρουν το ενεργειακό κόστος ως μακροπρόθεσμο εμπόδιο στις επενδύσεις έχει αυξηθεί στο 82%.

Οι επενδύσεις για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας είναι πλέον σημαντικά χαμηλότερες στην ΕΕ, όπου το μερίδιο των εταιρειών που αναφέρουν εισαγωγή νέων προϊόντων, διαδικασιών ή υπηρεσιών είναι 20 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ (34% έναντι 53%).

Η Ευρώπη το 2021 αντιπροσώπευε μόλις το 8% των συνολικών παγκόσμιων εισερχόμενων ΑΞΕ ως προς την αξία, από 29% το 2019. Οι συνολικές εισροές ΑΞΕ μειώθηκαν κατά 68% από το 2019. Οι εταιρείες μας χρειάζονται ρυθμιστικό «χώρο για να αναπνεύσουν», διασφαλίζοντας ότι οικανονισμοί στην Ευρώπη ευνοούν μια πιο ανταγωνιστική ευρωπαϊκή οικονομία και όχι το αντίθετο, όπως βλέπουμε να συμβαίνει τώρα».

Η BusinessEurope εξέφρασε πρόσφατα ανησυχία για την Πράξη Μείωσης του Πληθωρισμού στις ΗΠΑ. Ποια είναι τα στοιχεία στον αμερικανικό νόμο που εισάγουν διακρίσεις και τι αντίκτυπο θα μπορούσαν να έχουν στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις;

«Χαιρετίζουμε τον στόχο και τις προσπάθειες των ΗΠΑ να αυξήσουν τις φιλόδοξες δράσεις για το κλίμα και να υποστηρίξουν περαιτέρω επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες και λύσεις, ιδίως μέσω της Πράξης Μείωσης του Πληθωρισμού (Inflation Reduction Act, IRA). Ωστόσο, είμαστε αντίθετοι σε μέσα που εισάγουν διακρίσεις, αντιβαίνουν στους κανόνες του ΠΟΕ για την εθνική μεταχείριση και τις αρχές του πλέον ευνοούμενου έθνους και κυρίως υπονομεύουν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Τουλάχιστον εννέα προγράμματα του IRA, συνολικής αξίας 231 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, περιλαμβάνουν διατάξεις που εισάγουν διακρίσεις και στοχεύουν να εξαναγκάσουν τις εταιρείες σε τοπικές επενδύσεις και παραγωγή στις ΗΠΑ, ώστε να μπορούν να επωφεληθούν από τα κίνητρα του νόμου, κυρίως με τη μορφή φορολογικών ελαφρύνσεων.

Εξακολουθούμε να ελπίζουμε ότι μπορεί να βρεθεί μια λύση κατόπιν διαπραγματεύσεων, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στα ηλεκτρικά οχήματα που αποτελούν μικρό μέρος (8 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) του συνόλου του πακέτου. Ελπίζουμε:

• Να μας αντιμετωπίζουν ως το στενό συνεργάτη και σύμμαχο που είμαστε.

• Να δοθεί περισσότερος χρόνος για να συμμορφωθούν οι εταιρείες μας ή/και να αλλάξουν τα όρια του τοπικού περιεχομένου (γιατί είναι δύσκολο για τις εταιρείες μας να συμμορφωθούν ακόμα και όταν έχουν παραγωγή στις ΗΠΑ)

• Να υπάρχει αντιμετώπιση σαν να είχαμε Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου για τις τοπικές απαιτήσεις περιεχομένου (στα κρίσιμα μέταλλα κ.λ.π.).

• Να δοθεί απαλλαγή (waiver) από την τελική απαίτηση συναρμολόγησης στη Βόρεια Αμερική, ώστε να έχουμε αντιμετώπιση ανάλογη με αυτή που έχουν Μεξικό και Καναδάς».

Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να υπάρξει και στην ΕΕ μία ανάλογη Πράξη Μείωσης του Πληθωρισμού;

«Γνωρίζουμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει τρόπους για το πώς μπορεί η ΕΕ να απαντήσει στον νόμο των ΗΠΑ για τη μείωση του πληθωρισμού, διασφαλίζοντας ότι οι επενδύσεις σε καθαρότερες τεχνολογίες απαλλαγμένες από εκπομπές άνθρακα θα συνεχίσουν να ρέουν στην ΕΕ. Εξετάζονται διάφορες επιλογές που κυμαίνονται από μεγαλύτερη ευελιξία στο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων, έως τη βελτίωση της πρόσβασης στα διαθέσιμα κεφάλαια και τη δυνατότητα δημιουργίας περαιτέρω οικονομικών κινήτρων.

Ένα σημαντικό σημείο για εμάς είναι ότι η ΕΕ δεν πρέπει να ακολουθεί τις ΗΠΑ στη θέσπιση διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις. Όχι μόνο θα παραβιάσουμε τις διεθνείς μας δεσμεύσεις, αλλά κινδυνεύουμε να υπονομεύσουμε τα οικονομικά μας συμφέροντα καθώς πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν επενδύσεις και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού».

Η ΕΕ συμφώνησε πρόσφατα στην επιβολή του ελάχιστου φόρου 15% στους μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους. Πώς αυτή η απόφαση θα επηρεάσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις;

«Πιστεύουμε ότι η συμφωνία της ΕΕ για έναν ελάχιστο φόρο 15% (Συμφωνία του Πυλώνα 2 του ΟΟΣΑ) είναι ένα σημαντικό ορόσημο, που διασφαλίζει ότι η ΕΕ διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό του παγκόσμιου φορολογικού συστήματος. Για να εξασφαλιστεί η καλή εφαρμογή και η αποτελεσματική εφαρμογή αυτών των πολύπλοκων κανόνων, οι εταιρείες χρειάζονται περαιτέρω καθοδήγηση και ασφάλεια δικαίου».

Διαβάστε ακόμη

Αir China: Βλέπει επιστροφή των Κινέζων τουριστών στην Ελλάδα – Συνδέει Αθήνα με Πεκίνο και Σαγκάη

Πολιτική και νομική σύγκρουση μετά τη γνωμοδότηση Ντογιάκου για τις παρακολουθήσεις

Τα πιο πρωτοποριακά πιάτα του εστιατορίου Noma – Σαν πίνακες που αφηγούνται ιστορίες

Exit mobile version