Η ιδιοκατοίκηση υπήρξε για δεκαετίες συνώνυμη της οικονομικής σταθερότητας και της προσωπικής ασφάλειας. Σήμερα όμως, για ένα μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων, η απόκτηση κατοικίας δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε καν ρεαλιστική προοπτική. Σε 23 ευρωπαϊκές χώρες, ένα σημαντικό ποσοστό πολιτών που δεν διαθέτει ακίνητο δηλώνει είτε ότι δεν θα μπορέσει ποτέ να αγοράσει σπίτι είτε ότι δεν σκοπεύει καν να το επιχειρήσει.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση στην αγορά κατοικίας. Οι τιμές των ακινήτων έχουν κινηθεί ανοδικά τα τελευταία χρόνια με ρυθμούς που υπερβαίνουν την αύξηση των μισθών, ενώ το κόστος ζωής και τα επιτόκια έχουν περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα αποταμίευσης. Το αποτέλεσμα είναι η ιδιοκατοίκηση να μετατρέπεται από στόχο ζωής σε δύσκολη εξίσωση.

Η αδυναμία πρόσβασης

Περίπου τρεις στους δέκα Ευρωπαίους που δεν έχουν δικό τους σπίτι θεωρούν ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ να το αποκτήσουν. Σε ορισμένες χώρες, το ποσοστό αυτό ξεπερνά το ένα τρίτο του πληθυσμού που δεν διαθέτει ακίνητο. Το βασικό εμπόδιο είναι η εκρηκτική αύξηση των τιμών σε συνδυασμό με τη δυσκολία συγκέντρωσης της απαιτούμενης προκαταβολής.

Σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η αναλογία τιμής κατοικίας προς ετήσιο εισόδημα έχει διευρυνθεί αισθητά. Η συγκέντρωση κεφαλαίου για την αγορά ενός διαμερίσματος μπορεί να απαιτεί χρόνια συστηματικής αποταμίευσης, γεγονός που αποθαρρύνει κυρίως τις νεότερες γενιές.

Όχι μόνο οικονομικό ζήτημα

Ένα άλλο ποσοστό πολιτών δεν αποκλείει την ιδιοκατοίκηση λόγω αδυναμίας, αλλά επειδή δεν τη θεωρεί αναγκαία. Σε χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία, η μακροχρόνια ενοικίαση αποτελεί κοινωνικά αποδεκτό και θεσμικά προστατευμένο μοντέλο. Η ευελιξία, η απουσία φορολογικών και συντηρητικών βαρών και η δυνατότητα μετακίνησης για εργασία λειτουργούν ως ισχυρά κίνητρα παραμονής στην ενοικίαση.
Η νέα γενιά εργαζομένων δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κινητικότητα και λιγότερη στην ιδιοκτησία ως στοιχείο κοινωνικής επιτυχίας. Η εργασία εξ αποστάσεως, η αλλαγή επαγγελματικής πορείας και η μετακίνηση μεταξύ πόλεων ή χωρών επηρεάζουν την απόφαση αγοράς.

Το συνολικό ποσοστό

Αν συνυπολογιστούν όσοι δηλώνουν ότι δεν μπορούν να αγοράσουν με εκείνους που δεν θέλουν να το κάνουν, προκύπτει ότι σχεδόν το 44% των Ευρωπαίων που δεν έχουν σπίτι είτε αποκλείει είτε απορρίπτει την προοπτική ιδιοκατοίκησης. Σε ορισμένες αγορές, το ποσοστό αυτό προσεγγίζει ή ξεπερνά το 50%.
Η εικόνα διαφέρει γεωγραφικά. Σε χώρες με υψηλό ποσοστό ενοικίασης, η επιλογή της μη αγοράς είναι περισσότερο πολιτισμική και λιγότερο αναγκαστική. Σε άλλες, η απόφαση συνδέεται άμεσα με το εισόδημα και τη δυσκολία πρόσβασης σε στεγαστική πίστη.

Επιτόκια και τραπεζική πρόσβαση

Η άνοδος των επιτοκίων τα τελευταία χρόνια έχει επιβαρύνει το κόστος δανεισμού. Οι μηνιαίες δόσεις για στεγαστικά δάνεια αυξήθηκαν, περιορίζοντας την αγοραστική δυνατότητα ακόμη και όσων είχαν συγκεντρώσει ένα αρχικό κεφάλαιο. Παράλληλα, τα αυστηρότερα κριτήρια πιστοληπτικής αξιολόγησης καθιστούν την έγκριση δανείου δυσκολότερη.
Η σύγκλιση αυτών των παραγόντων έχει διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα στην ευρωπαϊκή αγορά κατοικίας: η ιδιοκατοίκηση δεν αποτελεί πλέον τον προεπιλεγμένο δρόμο.

Μια αγορά σε μετάβαση

Η ευρωπαϊκή στεγαστική αγορά βρίσκεται σε φάση επαναπροσδιορισμού. Οι υψηλές τιμές, η στασιμότητα των εισοδημάτων και η μεταβολή των κοινωνικών προτύπων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η ενοικίαση παγιώνεται ως μακροχρόνια επιλογή.

Για ένα σημαντικό μέρος των Ευρωπαίων, το «δικό μου σπίτι» δεν είναι πια δεδομένο. Είναι μια επιλογή που απαιτεί συνδυασμό οικονομικής δυνατότητας, σταθερότητας και προσωπικής προτεραιότητας — στοιχεία που δεν συγκλίνουν πλέον τόσο εύκολα όσο στο παρελθόν.

Διαβάστε ακόμη 

Πετρελαϊκή καταιγίδα: Τέσσερα απειλητικά σενάρια στη σκιά πιθανής επίθεσης των ΗΠΑ στο Ιράν

Ο Ντάιμον προειδοποιεί: Οι ανταγωνιστές κάνουν ανόητα πράγματα – Κίνδυνος νέας κρίσης

Η αναγέννηση των πολυτελών γραφείων

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα