Η αγορά κατοικίας στην Ευρώπη γίνεται ολοένα και πιο απρόσιτη για τα τοπικά νοικοκυριά, όμως η περίπτωση της Πορτογαλίας ξεχωρίζει. Παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική ανάπτυξη και την αυξημένη διεθνή ζήτηση για ακίνητα, η Λισαβόνα συγκαταλέγεται πλέον στις ακριβότερες πόλεις της ηπείρου σε σχέση με τα εισοδήματα των κατοίκων της, ξεπερνώντας ακόμη και παραδοσιακά πανάκριβες αγορές όπως το Παρίσι και το Λονδίνο.
Η Πορτογαλία προβάλλεται εδώ και χρόνια ως ένας από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς της Ευρώπης, χάρη στο ήπιο κλίμα, την ασφάλεια, τον ισχυρό τουρισμό και την υψηλή ποιότητα ζωής. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα, η στεγαστική αγορά βρίσκεται υπό έντονη πίεση, με τις τιμές των ακινήτων να έχουν απομακρυνθεί σημαντικά από τις οικονομικές δυνατότητες των κατοίκων.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της πλατφόρμας Numbeo, η αγορά μιας κατοικίας στη Λισαβόνα αντιστοιχεί πλέον σε περίπου 18,7 φορές το ετήσιο εισόδημα ενός μέσου νοικοκυριού. Πρόκειται για μία από τις υψηλότερες αναλογίες στην Ευρώπη, καθώς μόνο η κροατική πόλη Σπλιτ εμφανίζει αντίστοιχο επίπεδο.
Οι πόλεις όπου η κατοικία έγινε πολυτέλεια
Ο δείκτης τιμής προς εισόδημα αποτελεί έναν από τους βασικότερους δείκτες αξιολόγησης της προσιτότητας της κατοικίας. Αποτυπώνει πόσα χρόνια εισοδήματος απαιτούνται για την αγορά ενός τυπικού ακινήτου και όσο αυξάνεται, τόσο δυσκολότερη γίνεται η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας.
Οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι τιμές πάνω από το 10 υποδηλώνουν ήδη σοβαρό πρόβλημα προσιτότητας. Με δείκτη 18,7, η Λισαβόνα βρίσκεται σχεδόν στο διπλάσιο αυτού του ορίου.
Στην κορυφή της σχετικής κατάταξης βρίσκονται η Λισαβόνα και το Σπλιτ (18,7), ενώ ακολουθούν η Πράγα, το Μιλάνο και τα Τίρανα (18,1), η Βιέννη (17,4), το Βελιγράδι (17,2), το Παρίσι (17), το Λονδίνο (16) και το Μπρνο (15,8). Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τη διαρκή απομάκρυνση της ιδιοκατοίκησης από τις δυνατότητες των ευρωπαϊκών νοικοκυριών.
Τεράστια απόκλιση μεταξύ τιμών και μισθών
Η Πορτογαλία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Σύμφωνα με στοιχεία της Global Property Guide, οι τιμές κατοικιών στη χώρα έχουν αυξηθεί σχεδόν 240% μέσα στην τελευταία δεκαετία.
Την ίδια περίοδο, οι μέσοι μισθοί αυξήθηκαν μόλις κατά 59%, από περίπου 839 ευρώ σε 1.333 ευρώ μηνιαίως. Με άλλα λόγια, οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν σχεδόν τέσσερις φορές ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη στη Λισαβόνα. Η μέση τιμή κατοικίας στο κέντρο της πόλης φθάνει περίπου τα 6.763 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, γεγονός που ανεβάζει την αξία ενός διαμερίσματος 50 τ.μ. στις περίπου 338.000 ευρώ.
Με δεδομένο ότι το μέσο καθαρό ετήσιο εισόδημα κυμαίνεται κοντά στις 17.000 ευρώ, απαιτούνται σχεδόν 19 χρόνια αποδοχών μόνο για την αγορά ενός μικρού διαμερίσματος.
Γιατί συνεχίζονται οι ανατιμήσεις
Ένας βασικός λόγος είναι η ανεπαρκής προσφορά κατοικιών. Στην τελευταία οικονομική αξιολόγηση του ΟΟΣΑ, η Πορτογαλία κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με τη δυσκολότερη πρόσβαση στη στέγη, εξαιτίας των πολεοδομικών περιορισμών, της περιορισμένης αγοράς ενοικίων και της αδυναμίας της οικοδομικής δραστηριότητας να καλύψει τη ζήτηση.
Η χώρα ολοκληρώνει κάθε χρόνο περίπου 25.000 έως 30.000 νέες κατοικίες, όταν οι εκτιμήσεις ανεβάζουν τις πραγματικές ανάγκες στις 45.000 έως 50.000.
Ταυτόχρονα, μόλις περίπου 2% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος αφορά κοινωνική κατοικία, ποσοστό από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.
Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η στεγαστική κρίση δεν εξηγείται μόνο από την περιορισμένη προσφορά. Η έκθεση Housing Market Monitor της ABN AMRO αναφέρει ότι η αύξηση των εισοδημάτων τα προηγούμενα χρόνια και κυρίως τα χαμηλά επιτόκια στεγαστικών δανείων είχαν ακόμη μεγαλύτερη επίδραση στην άνοδο των τιμών από ό,τι οι δημογραφικές πιέσεις ή η οικοδομική δραστηριότητα.
Οι κοινωνικές επιπτώσεις
Η εκτόξευση του κόστους στέγασης έχει προκαλέσει πρωτοφανείς κοινωνικές αντιδράσεις. Από το 2023 το κίνημα Casa para Viver («Σπίτια για να Ζούμε») οργανώνει μαζικές κινητοποιήσεις σε ολόκληρη την Πορτογαλία, ζητώντας περισσότερη προσιτή κατοικία, αυστηρότερους κανόνες στα ενοίκια και αξιοποίηση των χιλιάδων κενών ακινήτων.
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στα προάστια της Λισαβόνας, όπου πολλές οικογένειες, παρότι εργάζονται κανονικά, αδυνατούν να ανταποκριθούν στα ενοίκια της αγοράς και αντιμετωπίζουν ακόμη και τον κίνδυνο έξωσης.
Όπως επισημαίνουν στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όταν εργαζόμενοι όπως εκπαιδευτικοί, νοσηλευτές, αστυνομικοί ή νέοι επιστήμονες δεν μπορούν πλέον να ζήσουν στην πόλη όπου εργάζονται, η ίδια η ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Υπάρχει κίνδυνος «φούσκας»;
Παρά την έντονη άνοδο των τιμών, οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν άμεση κατάρρευση της αγοράς.
Η Τράπεζα της Πορτογαλίας αναγνωρίζει ότι η περιορισμένη προσφορά εξακολουθεί να ωθεί τις τιμές υψηλότερα, σημειώνει όμως ότι οι αυστηροί κανόνες χορήγησης στεγαστικών δανείων περιορίζουν τον κίνδυνο υπερβολικού δανεισμού, ο οποίος συνήθως προηγείται μιας στεγαστικής κρίσης.
Την ίδια ώρα, η BPI Research αναθεώρησε ανοδικά την πρόβλεψή της για τις τιμές κατοικιών το 2026, εκτιμώντας ότι θα αυξηθούν κατά 11,7%.
Παρότι λοιπόν η πορτογαλική αγορά δεν θεωρείται ακόμη κλασική «φούσκα», οι δείκτες προσιτότητας εκπέμπουν ισχυρά προειδοποιητικά μηνύματα. Με τις τιμές να έχουν αυξηθεί κατά περίπου 240% μέσα σε μία δεκαετία και τα εισοδήματα να ακολουθούν πολύ πιο αργό ρυθμό, η Λισαβόνα έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο απρόσιτες αγορές κατοικίας της Ευρώπης, με το χάσμα ανάμεσα στην αξία των ακινήτων και τη δυνατότητα των κατοίκων να τα αποκτήσουν να βρίσκεται πλέον σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Διαβάστε ακόμη
Η κοινοπραξία AKTOR – ΔΕΠΑ Εμπορίας «κλείνει θέση» στον Κάθετο Διάδρομο
Rolls-Royce Phantom Regatta: Ενα γιοτ με τέσσερις τροχούς
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.