Τι είναι αυτό που προκαλεί τόση οργή στην Ευρώπη; Γιατί εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, από τη Γαλλία μέχρι την Πορτογαλία και την Αλβανία, κατεβαίνουν στους δρόμους, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά τους για τις συνθήκες διαβίωσης και τις προοπτικές της οικονομίας;
Πίσω από τις μαζικές διαδηλώσεις, που σε ορισμένες περιπτώσεις συνοδεύτηκαν από σοβαρά επεισόδια, βρίσκεται ένα κοινό πρόβλημα: η καθημερινότητα γίνεται ολοένα ακριβότερη, ενώ τα εισοδήματα και οι δημόσιες υπηρεσίες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών.
Ακριβή στέγαση, αυξημένους λογαριασμούς ενέργειας, ελλείψεις στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, αλλά και περιορισμένες οικονομικές προοπτικές καταγγέλλουν οι διαδηλωτές σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNBC, οι αφορμές των κινητοποιήσεων δεν είναι παντού ίδιες. Ωστόσο, η δυσαρέσκεια αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις: πώς μπορούν να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο και να στηρίξουν τις δημόσιες υπηρεσίες, όταν οι προϋπολογισμοί τους βρίσκονται ήδη υπό πίεση;
Από τη Γαλλία στην Αλβανία: Διαφορετικές αφορμές, κοινές ανησυχίες
Η μεγαλύτερη κινητοποίηση καταγράφηκε στη Γαλλία, όπου περισσότεροι από 500.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις του Σαββατοκύριακου.
Η πλειονότητα διαδήλωσε ειρηνικά, ωστόσο σημειώθηκαν και σοβαρά επεισόδια, με λεηλασίες καταστημάτων, βανδαλισμούς, εμπρησμούς δημαρχείων και επιθέσεις εναντίον αστυνομικών.
Οι γαλλικές κινητοποιήσεις ξεκίνησαν τον προηγούμενο μήνα από μαθητές λυκείων, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την κατάσταση των σχολικών εγκαταστάσεων και τις ελλείψεις εκπαιδευτικών.
Σταδιακά, τα αιτήματα διευρύνθηκαν και περιέλαβαν το κόστος ζωής, τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση βρέθηκε στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων μετά την έξωση της 87χρονης Μαρίκαρμεν Αμπασκάλ, τον Σεπτέμβριο, έπειτα από αύξηση του ενοικίου της κατά 230% από επενδυτικό κεφάλαιο. Η ηλικιωμένη πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα.
Στην Πορτογαλία, χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν το Σάββατο για το υψηλό κόστος στέγασης και την ακρίβεια.
Στην Αλβανία, οι κινητοποιήσεις επικεντρώθηκαν στις συνθήκες των πανεπιστημίων, στα υψηλά δίδακτρα και στο αίτημα παραίτησης του πρωθυπουργού Έντι Ράμα. Ορισμένοι διαδηλωτές πέταξαν μολότοφ και αντικείμενα προς την αστυνομία, ενώ πυρπολήθηκαν αυτοκίνητα και κάδοι απορριμμάτων.
Στην Ιταλία, διαδήλωση στο κέντρο του Μιλάνου για το κόστος ζωής κατέληξε σε συγκρούσεις με αστυνομικούς, με εκτόξευση πετρών και εμπρησμούς οδοφραγμάτων.
Γιατί τώρα; Ο ρόλος της ενέργειας και της οικονομικής στασιμότητας
Οι πόλεμοι στο Ιράν και στην Ουκρανία έχουν οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των τιμών του ντίζελ στην Ευρώπη, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα νοικοκυριά.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο Ευρώπης της Capital Economics, Άντριου Κένινγκχαμ, δεν υπάρχει ένας μοναδικός παράγοντας που να εξηγεί το κύμα κινητοποιήσεων.
Όπως επισημαίνει, η αύξηση του ενεργειακού κόστους συμβάλλει στη δυσαρέσκεια, αλλά είναι μικρότερη από εκείνη του 2022, όταν ξέσπασε ο πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας, χωρίς να σημειωθούν αντίστοιχες βίαιες διαδηλώσεις.
«Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί αδυνατούν να προσφέρουν την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής σε πολλούς Ευρωπαίους», εξηγεί.
Η οικονομία αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς, ενώ οι κυβερνήσεις έχουν συσσωρεύσει μεγάλα χρέη, περιορίζοντας τα περιθώρια αύξησης των δημοσίων δαπανών ή μείωσης της φορολογίας.
Πρόκειται για μια δύσκολη εξίσωση: οι κοινωνικές ανάγκες αυξάνονται, αλλά οι δυνατότητες χρηματοδότησής τους περιορίζονται.
Γαλλία: Η «τέλεια καταιγίδα» της ακρίβειας και των κοινωνικών πιέσεων
Στη Γαλλία, η ένταση των κινητοποιήσεων αποδίδεται στον συνδυασμό οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων.
Ο Ντάγκλας Γέιτς, καθηγητής στο American Graduate School στο Παρίσι, περιγράφει τις εξελίξεις ως μια κρίση που σταδιακά γιγαντώθηκε.
«Ήταν μια καταιγίδα που μετατράπηκε σε τυφώνα», δήλωσε στο CNBC.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πληθωρισμός ενίσχυσε την ήδη υπάρχουσα δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, ενώ οι προεδρικές εκλογές του 2027 προσθέτουν πολιτική ένταση, καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν να αξιοποιήσουν τη φθορά του Εμανουέλ Μακρόν.
Σε αυτούς τους παράγοντες προστέθηκαν τα αιτήματα των μαθητών για επισκευή των προβληματικών σχολικών εγκαταστάσεων και βελτίωση των συνθηκών στις αίθουσες διδασκαλίας.
Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει προτείνει προϋπολογισμό για το 2027 με στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο εκτιμάται ότι θα φτάσει φέτος το 5,4% του ΑΕΠ.
Μεταξύ των σχεδιαζόμενων μέτρων περιλαμβάνονται το πάγωμα του δείκτη μισθολογικών αναπροσαρμογών στο Δημόσιο και αυστηρότεροι όροι αποζημίωσης για αναρρωτικές άδειες.
Οι προτάσεις αυτές προστίθενται σε ένα ήδη επιβαρυμένο οικονομικό περιβάλλον.
Ανεργία 21,6% στους νέους και απώλεια 1.200 ευρώ για μια οικογένεια
Τα οικονομικά στοιχεία εξηγούν σε σημαντικό βαθμό τη δυσαρέσκεια που καταγράφεται στη γαλλική κοινωνία.
Σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία Insee, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 8,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, αντιστοιχώντας σε 2,7 εκατομμύρια ανέργους.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση μεταξύ των νέων ηλικίας 15 έως 24 ετών, όπου η ανεργία έφτασε το 21,6%.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 3,1% τον Σεπτέμβριο, από 2,4% τον Αύγουστο, ενώ οι τιμές ενέργειας αυξήθηκαν κατά 21,3% σε ετήσια βάση.
Η αγοραστική δύναμη ανά μονάδα κατανάλωσης αναμένεται να υποχωρήσει κατά 0,7% το 2026.
Υπολογισμοί του Γαλλικού Ινστιτούτου Οικονομίας για τη Le Monde εκτιμούν ότι η απώλεια αγοραστικής δύναμης από το 2024 ισοδυναμεί με 1.200 ευρώ ετησίως για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά.
Για έναν ενήλικο που ζει μόνος, η αντίστοιχη απώλεια υπολογίζεται στα 600 ευρώ τον χρόνο.
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν τη συσσωρευμένη πίεση στα εισοδήματα, η οποία αποτελεί σημαντικό υπόβαθρο των κοινωνικών κινητοποιήσεων.
Πορτογαλία: Η στεγαστική κρίση στο επίκεντρο
Η κατάσταση στην Πορτογαλία αναδεικνύει μια διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική διάσταση της ευρωπαϊκής ακρίβειας: το κόστος κατοικίας.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των κατοικιών στην Πορτογαλία αυξήθηκαν κατά 16,5% σε ετήσια βάση, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο υπουργός Οικονομικών της χώρας, Ζοακίμ Μιράντα Σαρμέντο, επισημαίνει ότι, παρότι οι αυξήσεις στα καύσιμα επιβαρύνουν τα νοικοκυριά, η στέγαση αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους κοινωνικής δυσαρέσκειας.
«Οι πολίτες διαμαρτύρονται για το κόστος ζωής, το ντίζελ και τα καύσιμα, αλλά κυρίως για το κόστος στέγασης, το οποίο έχει αυξηθεί σημαντικά σε ολόκληρη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Πορτογαλία», ανέφερε.
Η πορτογαλική κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει την προσφορά κατοικιών, ώστε να περιορίσει το κόστος αγοράς και ενοικίασης.
Ο Σαρμέντο υπογραμμίζει πάντως ότι οι δημοσιονομικές δυνατότητες διαφέρουν από χώρα σε χώρα, καθώς η Πορτογαλία βρίσκεται σε καλύτερη δημοσιονομική θέση και διαθέτει χαμηλότερο χρέος σε σχέση με τη Γαλλία.
Η μεγάλη ευρωπαϊκή πρόκληση: Ανάπτυξη, μισθοί και ανταγωνιστικότητα
Για τον Πορτογάλο υπουργό Οικονομικών, το βαθύτερο πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ακρίβεια ή στη στεγαστική κρίση.
Αφορά συνολικά την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
«Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν αναπτύσσεται όσο η αμερικανική και χωρίς οικονομική ανάπτυξη είναι αδύνατο να υπάρξουν καλύτεροι μισθοί και περισσότεροι πόροι για δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνική στήριξη», επισημαίνει.
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει το κοινό δίλημμα των κυβερνήσεων: η ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου προϋποθέτει όχι μόνο αναδιανομή πόρων, αλλά και ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη.
Χωρίς αυτήν, οι δυνατότητες ουσιαστικής ενίσχυσης των εισοδημάτων παραμένουν περιορισμένες.
Γαλλία: Τα χρέη περιορίζουν τις λύσεις και ανησυχούν τις αγορές
Η κοινωνική αναταραχή στη Γαλλία έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Τη Δευτέρα, οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν, ενώ το ευρώ υποχώρησε, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας και τις δυσκολίες εφαρμογής του προϋπολογισμού.
Η Σάρον Μπελ, επικεφαλής στρατηγικής για τις ευρωπαϊκές μετοχές στην Goldman Sachs, εκτιμά ότι η μείωση του ελλείμματος δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί χωρίς επώδυνες αποφάσεις.
«Οι φόροι για τις γαλλικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αυξηθούν. Πιστεύω ότι η φορολογία μπορεί γενικότερα να αυξηθεί στη Γαλλία», δήλωσε στο CNBC.
Όπως εξήγησε, η δημοσιονομική προσαρμογή προϋποθέτει είτε περιορισμό δαπανών είτε αύξηση φόρων, δύο επιλογές με σημαντικό πολιτικό και κοινωνικό κόστος.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εκτίμηση του Μάικ Μπελ, επικεφαλής στρατηγικής αγορών της RBC BlueBay Asset Management, ο οποίος προειδοποιεί ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει έναν «πολύ πραγματικό κίνδυνο» κρίσης κρατικού χρέους.
Ο ίδιος θεωρεί αναγκαία την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, επισημαίνοντας ότι η χώρα δυσκολεύεται ήδη να αντιμετωπίσει κοινωνικές αντιδράσεις πριν καν ανοίξει μια τέτοια συζήτηση.
«Φανταστείτε τι θα συνέβαινε στους δρόμους της Γαλλίας εάν επιχειρούσαν να αυξήσουν το όριο συνταξιοδότησης», ανέφερε.
Γιατί η ευρωπαϊκή κοινωνική δυσαρέσκεια δύσκολα εκτονώνεται
Οι κινητοποιήσεις σε διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες δεν αποτελούν ένα ενιαίο κίνημα ούτε έχουν παντού τα ίδια αιτήματα.
Στη Γαλλία κυριαρχούν η πίεση στα εισοδήματα και η κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών. Στην Πορτογαλία και στην Ισπανία, η στεγαστική κρίση έχει αποκτήσει κεντρική θέση. Στην Αλβανία, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν η εκπαίδευση και η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση.
Εκείνο που συνδέει τις διαφορετικές κινητοποιήσεις είναι η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και στις δυνατότητες των οικονομιών να προσφέρουν καλύτερες συνθήκες ζωής.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία: να αντιμετωπίσουν την ακρίβεια και να διατηρήσουν τις δημόσιες υπηρεσίες, χωρίς να επιδεινώσουν τα δημοσιονομικά τους προβλήματα.
Και όσο η ανάπτυξη παραμένει ασθενής, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ικανοποιηθούν οι κοινωνικές απαιτήσεις χωρίς πρόσθετες οικονομικές πιέσεις.
Η εξέλιξη των κινητοποιήσεων παραμένει αβέβαιη. Εκείνο που αναδεικνύεται, ωστόσο, είναι ότι η συζήτηση για το κόστος ζωής στην Ευρώπη έχει πλέον μετατραπεί σε ένα ευρύτερο ζήτημα κοινωνικής συνοχής, οικονομικών προοπτικών και εμπιστοσύνης προς τις κυβερνήσεις.