Η Ευρώπη δεν αιφνιδιάστηκε από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Εδώ και εβδομάδες οι κυβερνήσεις της ηπείρου παρακολουθούσαν την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, ενώ άκουγαν τις απειλές της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ προς την Τεχεράνη: εγκαταλείψτε τις πυρηνικές φιλοδοξίες ή αντιμετωπίστε τις συνέπειες.
Ωστόσο, από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων στο Ιράν πριν από τρεις ημέρες, η Ευρώπη εμφανίζεται περισσότερο θεατής παρά πρωταγωνιστής των εξελίξεων. Οι κυβερνήσεις δείχνουν αποσυντονισμένες, χωρίς κοινή στρατηγική και με περιορισμένη επιρροή στις αποφάσεις που διαμορφώνουν την κρίση, σύμφωνα με ανάλυση του BBC.
Ανησυχία για πολίτες και οικονομία
Σε πρώτη φάση, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επικεντρώνονται στην ασφάλεια των πολιτών τους στη Μέση Ανατολή. Σε περίπτωση κλιμάκωσης της σύγκρουσης, θα μπορούσε να χρειαστεί η απομάκρυνση δεκάδων χιλιάδων Ευρωπαίων από την περιοχή.
Παράλληλα, υπάρχει έντονη ανησυχία για τις οικονομικές συνέπειες της κρίσης. Οι τιμές της ενέργειας βρίσκονται ήδη υπό πίεση, ενώ το φυσικό αέριο στην Ευρώπη καταγράφει άνοδο που θυμίζει τις πρώτες εβδομάδες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Η πιθανότητα νέου ενεργειακού σοκ, σε συνδυασμό με αυξήσεις σε τρόφιμα και μεταφορές, αποτελεί σημαντικό πονοκέφαλο για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Δυσκολία κοινής ευρωπαϊκής στάσης
Σε πολιτικό επίπεδο, η Ευρώπη δυσκολεύεται να διαμορφώσει κοινή γραμμή απέναντι στην κρίση. Η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσαν κοινή δήλωση το Σαββατοκύριακο, προειδοποιώντας το Ιράν ότι θα μπορούσαν να αναλάβουν «αμυντική δράση» εάν συνεχιστούν οι επιθέσεις με πυραύλους και drones.
Ωστόσο, οι κινήσεις τους έκτοτε δείχνουν διαφορετικές προτεραιότητες. Το Ηνωμένο Βασίλειο επέτρεψε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν δύο βρετανικές στρατιωτικές βάσεις για «αμυντικά» πλήγματα σε ιρανικές πυραυλικές εγκαταστάσεις, αν και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επικρίνει το Λονδίνο ότι δεν συμμετέχει πιο ενεργά.
Η Γαλλία ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία της στη Μέση Ανατολή μετά από ιρανική επίθεση σε γαλλική βάση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η Γερμανία, από την πλευρά της, ξεκαθάρισε ότι οι στρατιωτικές της δυνάμεις παραμένουν έτοιμες για αμυντικές ενέργειες εάν δεχθούν επίθεση, χωρίς όμως να σχεδιάζει επιθετική εμπλοκή.
Κανείς από τους τρεις μεγάλους ευρωπαϊκούς ηγέτες δεν αμφισβήτησε ευθέως τη νομιμότητα των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων βάσει του διεθνούς δικαίου.
Η σιωπή αυτή συνδέεται με μια βασική ανησυχία: οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν θέλουν να αποξενώσουν τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο φόβος της απομάκρυνσης των ΗΠΑ
Για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή μπορεί να αποσπάσει την προσοχή των Ηνωμένων Πολιτειών από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να θεωρεί καθοριστική τη συμμετοχή της Ουάσιγκτον στη διαχείριση της σύγκρουσης με τη Ρωσία.
Ωστόσο, η στάση της Ευρώπης δημιουργεί και ερωτήματα για την αξιοπιστία της ρητορικής της περί «διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες».
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ εξέφρασε ξεκάθαρη θέση, σημειώνοντας ότι μπορεί κάποιος να αντιτίθεται στο ιρανικό καθεστώς αλλά ταυτόχρονα να απορρίπτει μια στρατιωτική επέμβαση που δεν στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο.
Η Μαδρίτη μάλιστα απαγόρευσε τη χρήση των ισπανικών βάσεων για επιθέσεις κατά του Ιράν.
Ασυνεννοησία και στις Βρυξέλλες
Η έλλειψη κοινής γραμμής φαίνεται και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέφυγαν να ζητήσουν αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Αντίθετα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησε δημοσίως για την ανάγκη «αξιόπιστης μετάβασης» εξουσίας στην Τεχεράνη.
Οι διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις ενίσχυσαν την εικόνα μιας Ευρώπης που δυσκολεύεται να μιλήσει με ενιαία φωνή.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον γεωπολιτικής αστάθειας, η Γαλλία ανακοίνωσε σημαντική αλλαγή στη στρατηγική της.
Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι η χώρα του θα αναθεωρήσει το πυρηνικό της δόγμα και θα αυξήσει τον αριθμό των πυρηνικών κεφαλών.
Η απόφαση αυτή συνδέεται με την αυξανόμενη ανησυχία για τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας, την ταχεία ενίσχυση του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας και την αβεβαιότητα για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Χώρες όπως η Σουηδία, η Γερμανία και η Πολωνία έχουν ήδη ζητήσει από τη Γαλλία ευρύτερη πυρηνική προστασία για την Ευρώπη, πέρα από την κάλυψη που προσφέρει το ΝΑΤΟ.
Το πρόβλημα του κατακερματισμού
Παρά τις φιλοδοξίες για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, η ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της άμυνας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά εμπόδια.
Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν περίπου 30 διαφορετικά οπλικά συστήματα, οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν συνολικά 178 διαφορετικά συστήματα. Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα χαρακτήρισε την κατάσταση «αναποτελεσματική, ακριβή και αργή».
Κάθε χώρα προσπαθεί να προστατεύσει τη δική της αμυντική βιομηχανία, ακόμη και εις βάρος της ευρωπαϊκής συνεργασίας.
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των αλλαγών που συντελούνται στην Ευρώπη. Για δεκαετίες στηριζόταν στην αμερικανική προστασία για την ασφάλειά της. Τώρα όμως σχεδιάζει να αυξήσει σημαντικά τις αμυντικές της δαπάνες.
Σύμφωνα με το ΝΑΤΟ, έως το 2029 η Γερμανία σκοπεύει να δαπανά περισσότερα για την άμυνα από ό,τι η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο μαζί.
Παράλληλα, σχεδιάζει να δημιουργήσει τον μεγαλύτερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη.
Η Ιταλία σε δύσκολη θέση
Την ίδια στιγμή, η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι βρίσκεται σε δύσκολη πολιτική ισορροπία.
Από τη μία πλευρά πρέπει να λάβει υπόψη τις ανησυχίες της ιταλικής κοινής γνώμης, ενώ από την άλλη επιδιώκει να διατηρήσει στενή σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Μέχρι στιγμής έχει κρατήσει χαμηλό προφίλ σχετικά με τις επιθέσεις στο Ιράν, αποφεύγοντας σαφείς τοποθετήσεις.
Ad-hoc συμμαχίες
Η επίγνωση των εσωτερικών πολιτικών εντάσεων κάθε συμμάχου – και συνεπώς του βαθμού στον οποίο μπορεί πραγματικά να βασιστεί κανείς σε αυτόν – θεωρείται κρίσιμη καθώς η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο που η ίδια χαρακτηρίζει ως εποχή στενότερης συνεργασίας.
Οι δυσκολίες να δράσουν τα ευρωπαϊκά κράτη «ως ένα», όπως φαίνεται και πάλι με αφορμή τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οδηγούν ολοένα και συχνότερα στη δημιουργία μικρότερων, ευέλικτων συμμαχιών που σχηματίζονται κατά περίπτωση γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα.
Παραδείγματα αποτελούν κοινά προγράμματα αμυντικών προμηθειών, όπως η πρόσφατη αμυντική συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου και Νορβηγίας για την παρακολούθηση ρωσικών υποβρυχίων στον Βόρειο Ατλαντικό, αλλά και η λεγόμενη «Συμμαχία των Προθύμων» για την υποστήριξη της Ουκρανίας, υπό την ηγεσία της Βρετανίας και της Γαλλίας.
Όλο και περισσότερο, αυτές οι «ευρωπαϊκές» ή δυτικές συνεργασίες περιλαμβάνουν και χώρες εκτός της ηπείρου που θεωρούνται ιδεολογικά συγγενείς, όπως ο Καναδάς, αλλά και η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία, οι οποίες συμμετέχουν πλέον συχνά και σε στρατιωτικές ασκήσεις του ΝΑΤΟ.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η ισχύς φαίνεται να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, το δίκτυο χωρών που επιδιώκουν να συνεργαστούν με την Ευρώπη διευρύνεται. Ταυτόχρονα, όμως, μεγαλώνει και η πρόκληση να κατανοηθεί τι κινητοποιεί κάθε εταίρο και κατά πόσο μπορούν όλοι να λειτουργήσουν αποτελεσματικά μαζί.
Διαβάστε ακόμη
Η Minerva Marine παρέλαβε το ελληνικής σημαίας νεότευκτο LNGC «Minerva Eleonora»
Ματαιώνεται η εξαγορά της Novibet από την Allwyn
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.