Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Στη μετεγκατάσταση ακόμη 120.000 αιτούντων ασύλου συμφώνησαν οι υπουργοί Εσωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με δήλωση της κυβέρνησης του Λουξεμβούργου.

Η απόφαση για τους 120.000 πρόσφυγες έρχεται λίγες ώρες μετά τη συμφωνία για την μετεγκατάσταση 40.000 ατόμων από την Ελλάδα και την Ιταλία.

«Υπάρχει κατ’ αρχήν συμφωνία για την μετεγκατάσταση 120.000 ατόμων» ανέφερε σε μήνυμά της, η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, διευκρινίζοντας ότι οι λεπτομέρειες θα καθοριστούν στην επόμενη σύνοδο των υπουργών Εσωτερικών, στις 8 Οκτωβρίου.

Πάντως, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, αρκετές χώρες εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην ανακατανομή των προσφύγων.

Έγκριση για άμεση μετεγκατάσταση 40.000 και διαφωνία για 120.000 και ποσόστωση

Συμφωνία διαφωνιών και αποφάσεις μετεγκατάστασης χωρίς ποσοστώσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Οι υπουργοί εσωτερικών και μετανάστευσης στην έκτακτη Σύνοδο Εσωτερικών Υποθέσεων στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις Βρυξέλλες με θέμα τη μεταναστευτική κρίση ενέκριναν την άμεση μετεγκατάσταση 40.000 μεταναστών από Ελλάδα Ιταλία που είχε συμφωνηθεί, αλλά απέτυχαν να επεκταθούν στις 120.000.

Σε ανακοίνωση του για την άμεση μετεγκατάσταση των 40.000 μεταναστών το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο διατυπώνει πως:

«Το Συμβούλιο υιοθετεί την απόφαση για εγκατάσταση προσωρινών μέτρων για την διεθνή προστασία της Ιταλίας και της Ελλάδας.

Η απόφαση εγκαθιδρύει έναν προσωρινό και κατ’ εξαίρεση κανονισμό μετεγκατάστασης μεταναστών μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, από χώρες της Ευρωπαϊκής μεθορίου, την Ιταλία και Ελλάδα σε άλλα κράτη μέλη. Ο μηχανισμός αυτός αναφέρεται σε άτομα που έχουν ξεκάθαρη ανάγκη διεθνούς προστασίας που έχουν εισέλθει ή εισέρχονται στα σύνορα των κρατών μελών από τις 15 Αυγούστου 2015 έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2017.»

Συμφωνία υπήρχε στην πρόταση για ενίσχυση της χρηματοδότησης στον μεταναστευτικό βραχίονα των Ηνωμένων Εθνών τον UNCHR, με τελικό σκοπό την διευκόλυνση της δημιουργίας ανθρώπινων κέντρων προσφύγων. Η χρηματοδότηση θα περιέλθει μέσω του κοινοτικού προϋπολογισμού αλλά και από τα κράτη μέλη