search icon

Ευρώπη

Καύσωνες στην Ευρώπη: Πώς τα ακραία καλοκαίρια αυξάνουν το δημοσιονομικό κόστος στα κράτη

Καύσωνες, ξηρασία και πυρκαγιές μετατρέπονται σε μόνιμο δημοσιονομικό βάρος για την Ευρώπη, πλήττοντας ανάπτυξη, φορολογικά έσοδα, γεωργία και υποδομές, ενώ το μεγάλο ασφαλιστικό κενό μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο κόστος στους κρατικούς προϋπολογισμούς

123rf

Ο λογαριασμός ενός ακραίου καλοκαιριού δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι πυρκαγιές ή επιστρέψουν οι βροχές. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, τότε ουσιαστικά αρχίζει. Αποζημιώσεις σε αγρότες και επιχειρήσεις, επισκευές υποδομών, αυξημένες δαπάνες υγείας, απώλειες φορολογικών εσόδων και νέες πιέσεις στις τιμές των τροφίμων συνθέτουν ένα κόστος που απλώνεται σε μήνες ή ακόμη και χρόνια.

Η κλιματική κρίση μετατρέπεται έτσι από περιβαλλοντικό ζήτημα σε δημοσιονομικό και μακροοικονομικό κίνδυνο πρώτης γραμμής. Οι κρατικοί προϋπολογισμοί καλούνται πλέον να απορροφούν όχι μόνο το άμεσο κόστος μιας φυσικής καταστροφής, αλλά και μια δεύτερη, λιγότερο ορατή επιβάρυνση: χαμηλότερη ανάπτυξη, μικρότερη παραγωγή, επιπλέον δαπάνες και έσοδα που δεν θα εισπραχθούν ποτέ.

Το φετινό καλοκαίρι έδειξε ξανά το μέγεθος του προβλήματος. Στα τέλη Ιουλίου, περίπου το μισό έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου βρισκόταν σε κατάσταση ξηρασίας, ενώ για το 9% οι συνθήκες είχαν περάσει στο πλέον ακραίο επίπεδο συναγερμού, όπως αναφέρει το euronews.

Η κατάσταση αποτυπώθηκε και στους μεγάλους ποταμούς της Ευρώπης. Λίγηρας, Πάδος, Ρήνος και Δούναβης προσέγγισαν ιστορικά χαμηλές στάθμες τον Αύγουστο, δημιουργώντας προβλήματα στη γεωργία, στις μεταφορές, στην ενέργεια και στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Την ίδια ώρα, μέχρι τις αρχές Αυγούστου, οι δασικές πυρκαγιές είχαν καταστρέψει περισσότερα από 505.000 εκτάρια, ξεπερνώντας ήδη την αντίστοιχη εικόνα του 2025, μιας χρονιάς που είχε καταγραφεί ως η χειρότερη μέχρι τότε.

Ο λογαριασμός των 822 δισ. ευρώ

Η συσσώρευση των ζημιών δεν αποτελεί πλέον περιστασιακό φαινόμενο. Από το 1980 έως το 2024, τα ακραία καιρικά γεγονότα προκάλεσαν άμεσες οικονομικές απώλειες περίπου 822 δισ. ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο βρίσκεται στην ταχύτητα με την οποία αυξάνεται ο λογαριασμός. Περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών απωλειών της περιόδου καταγράφηκε μόνο μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια, ένδειξη ότι η οικονομική επιβάρυνση δεν αυξάνεται απλώς αλλά επιταχύνεται.

Η μακροχρόνια τάση των οικονομικών ζημιών εμφανίζει ετήσια αύξηση περίπου 3,4%, ενώ οι νεότερες εκτιμήσεις δείχνουν περαιτέρω επιτάχυνση. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο μεγαλύτερες καταστροφές, αλλά και ένα κόστος που μεγαλώνει ταχύτερα από τα διαθέσιμα δημοσιονομικά «μαξιλάρια».

Το πρόβλημα επιδεινώνεται από ένα τεράστιο κενό ασφαλιστικής προστασίας. Μόλις περίπου το ένα πέμπτο των συνολικών οικονομικών απωλειών από ακραία καιρικά φαινόμενα καλύπτεται από ασφάλιση. Στις ξηρασίες, στους καύσωνες και στις δασικές πυρκαγιές, το αντίστοιχο ποσοστό υποχωρεί μόλις στο 10%-11%.

Και αυτό γιατί ένα σημαντικό μέρος της ζημιάς δεν αφορά κατεστραμμένα κτίρια ή οχήματα, αλλά επιπτώσεις πολύ δυσκολότερες να ασφαλιστούν και να αποτιμηθούν: μειωμένες γεωργικές αποδόσεις, χαμένες εργατοώρες, ανθρώπινες απώλειες, προβλήματα υγείας, ζημιές στα οικοσυστήματα και απώλειες παραγωγικότητας.

Το αποτέλεσμα είναι ότι όσο μεγαλώνει το οικονομικό αποτύπωμα της κλιματικής κρίσης, η ασφαλιστική κάλυψη δεν ακολουθεί με τον ίδιο ρυθμό. Και όταν το ιδιωτικό σύστημα δεν μπορεί να απορροφήσει τη ζημιά, ο τελικός λογαριασμός περνά στο Δημόσιο.

Οι κυβερνήσεις μετατρέπονται ουσιαστικά σε «ασφαλιστές τελευταίας καταφυγής», αναλαμβάνοντας αποζημιώσεις, ενισχύσεις, αποκαταστάσεις και έκτακτες παρεμβάσεις.

Ωστόσο, μόλις τέσσερις χώρες της ΕΕ –Αυστρία, Γαλλία, Ουγγαρία και Ιταλία– διαθέτουν ειδικά ταμεία για φυσικές καταστροφές. Οι περισσότερες υπόλοιπες αναγκάζονται να βρίσκουν χρήματα μέσω έκτακτων ανακατανομών του προϋπολογισμού, διαδικασία που συχνά απαιτεί χρόνο και περιορίζει άλλες δαπάνες.

Ακόμη και το ευρωπαϊκό δίχτυ ασφαλείας παραμένει περιορισμένο. Για την περίοδο 2028-2034 υπολογίζεται χρηματοδότηση για φυσικές καταστροφές της τάξης των 5 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 10%-15% των ζημιών που προκάλεσαν μόνο οι μεγάλες πλημμύρες στη δυτική Ευρώπη το 2021.

Η δυσκολία να μετρηθεί το πραγματικό κόστος

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τις κυβερνήσεις είναι ότι συχνά δεν γνωρίζουν με ακρίβεια το ύψος της ζημιάς που καλούνται να διαχειριστούν.

Στη Γαλλία, η εκτίμηση για το φετινό κόστος των καυσώνων τοποθετήθηκε στα 10 έως 15 δισ. ευρώ, ποσό ίσο με περίπου 0,3%-0,5% του ΑΕΠ. Η τάξη μεγέθους είναι ιδιαίτερα σημαντική, εφόσον η προβλεπόμενη οικονομική ανάπτυξη κινείται μόλις γύρω στο 0,7%.

Οι υπολογισμοί αυτοί, ωστόσο, δείχνουν και το πρόβλημα της αβεβαιότητας. Οι άμεσες απώλειες μπορούν να καταγραφούν σχετικά εύκολα. Είναι πολύ πιο δύσκολο να υπολογιστούν οι επιπτώσεις από χαμένη παραγωγικότητα, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα, επιβάρυνση των υπηρεσιών υγείας ή μακροχρόνια πτώση της παραγωγής.

Στην Ισπανία, έως το τέλος Ιουλίου είχαν καεί περίπου 172.400 εκτάρια. Με βάση τα κόστη που χρησιμοποιούνται για επιχειρήσεις πυρόσβεσης, μόνο η κατάσβεση θα μπορούσε να έχει επιβάρυνση από 1,7 έως 3,3 δισ. ευρώ.

Και αυτό πριν υπολογιστεί η αποκατάσταση. Η επαναφορά μιας καμένης περιοχής, οι εργασίες προστασίας του εδάφους, η αναδάσωση, οι επισκευές δρόμων, δικτύων και άλλων υποδομών μπορούν σε αρκετές περιπτώσεις να κοστίσουν περισσότερο από την ίδια την πυρόσβεση.

Την ίδια στιγμή, η έκτακτη ευρωπαϊκή βοήθεια προς την Ισπανία ανήλθε σε 120,55 εκατ. ευρώ, ποσό που αφορούσε μάλιστα ζημιές του προηγούμενου καλοκαιριού. Η χρονική αυτή υστέρηση δείχνει πόσο δύσκολο είναι για τα συστήματα χρηματοδότησης να συμβαδίσουν με την αυξανόμενη συχνότητα των καταστροφών.

Η Πορτογαλία αποτελεί ακόμη πιο χαρακτηριστική περίπτωση της αδυναμίας να υπολογιστεί το συνολικό κόστος. Τα οικονομικά στοιχεία και τα επιχειρησιακά δεδομένα των πυρκαγιών παραμένουν κατανεμημένα σε διαφορετικά συστήματα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πάντοτε να προσδιοριστεί τι κόστισε κάθε περιστατικό ξεχωριστά.

Σε έρευνα για τις πυρκαγιές του Αυγούστου 2025 είχε υπολογιστεί συνολικό ποσό περίπου 18,8 εκατ. ευρώ, χωρίς όμως να υπάρχει δυνατότητα κατανομής του κόστους ανά πυρκαγιά.

Για μια πραγματική εικόνα του οικονομικού αποτυπώματος θα έπρεπε να συνδυάζονται δεδομένα από υγεία, απασχόληση, μεταφορές, ενέργεια, αγροτική παραγωγή και συνολική οικονομική δραστηριότητα. Σήμερα, αυτή η διασύνδεση παραμένει σε μεγάλο βαθμό ελλιπής.

Η αθέατη ζημιά στην ανάπτυξη

Το δημοσιονομικό κόστος δεν εξαντλείται στις επιταγές αποζημιώσεων. Ακόμη μεγαλύτερη μπορεί να είναι η επίπτωση από την οικονομική δραστηριότητα που χάνεται.

Οι επιπτώσεις ενός καύσωνα μπορούν να αφήσουν το ΑΕΠ 1,5% χαμηλότερα δύο χρόνια μετά το γεγονός, ενώ μια μεγάλη ξηρασία μπορεί να οδηγήσει σε ΑΕΠ περίπου 3% χαμηλότερο ακόμη και τέσσερα χρόνια αργότερα.

Η ξηρασία του 2022 εκτιμάται ότι αφαίρεσε 1,35% από την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οικονομική απώλεια που αντιστοιχεί περίπου σε 203 δισ. ευρώ.

Για το φετινό ακραίο καλοκαίρι, οι συνολικές επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν υπολογιστεί κοντά στα 180 δισ. ευρώ, περίπου 1% της συνολικής παραγωγής.

Η επίδραση, πάντως, δεν εμφανίζεται παντού με τον ίδιο τρόπο ούτε οδηγεί αυτομάτως σε ύφεση. Σε ορισμένες περιπτώσεις άλλοι κλάδοι μπορούν προσωρινά να αντισταθμίσουν μέρος της πτώσης.

Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η ιστορικά χαμηλή στάθμη του Ρήνου εκτιμάται ότι μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη του τρίτου τριμήνου.

Ο Ρήνος αποτελεί κρίσιμη μεταφορική αρτηρία για βιομηχανικά προϊόντα, πρώτες ύλες και καύσιμα. Όταν η στάθμη πέφτει, τα πλοία αναγκάζονται να μεταφέρουν μικρότερα φορτία, αυξάνοντας το κόστος logistics. Ωστόσο, η συνολική επίπτωση περιορίζεται εν μέρει επειδή η βιομηχανική παραγωγή είναι ούτως ή άλλως χαμηλότερη κατά τους μήνες των θερινών διακοπών.

Παράλληλα, άλλες δραστηριότητες –όπως η αμυντική βιομηχανία, ο εξοπλισμός μεταφορών, το λιανεμπόριο και οι υπηρεσίες– μπορούν να συγκρατήσουν τη συνολική οικονομική εικόνα.

Η ακρίβεια στα τρόφιμα έρχεται με καθυστέρηση

Εκεί όπου οι επιπτώσεις γίνονται περισσότερο αισθητές στην καθημερινότητα είναι στα τρόφιμα. Και ακόμη κι εκεί, ο λογαριασμός δεν εμφανίζεται αμέσως.

Η πρόβλεψη για την παραγωγή ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη μειωθεί κατά 5%, κυρίως εξαιτίας πτώσης της παραγωγής στην Ελλάδα κατά 18%.

Στην Ισπανία, η αναμενόμενη συγκομιδή δημητριακών υποχωρεί από περίπου 24 εκατ. τόνους σε λίγο περισσότερο από 18,5 εκατ. τόνους.

Οι επιπτώσεις των καυσώνων και της ξηρασίας θα μπορούσαν να προσθέσουν έως μία ποσοστιαία μονάδα στον πληθωρισμό τροφίμων της Ευρωζώνης μέσα στο επόμενο έτος.

Η μετάδοση της αύξησης των τιμών πραγματοποιείται σταδιακά. Η ζημιά ξεκινά από την αγροτική παραγωγή, περνά στις πρώτες ύλες, στη μεταποίηση και στη συνέχεια στη χονδρική και στο λιανεμπόριο. Κάθε στάδιο μπορεί να χρειαστεί έναν ή δύο μήνες για να περάσει το αυξημένο κόστος στο επόμενο.

Γι’ αυτό και η ξηρασία του καλοκαιριού μπορεί να εμφανιστεί στο ράφι του σούπερ μάρκετ αρκετούς μήνες αργότερα.

Η νέα πραγματικότητα αναγκάζει πλέον τους οικονομικούς σχεδιασμούς να αντιμετωπίζουν τα ακραία καλοκαίρια όχι ως εξαιρετικές ανωμαλίες, αλλά ως επαναλαμβανόμενο παράγοντα κόστους. Ο μεσοπρόθεσμος πληθωρισμός στα τρόφιμα υπολογίζεται πλέον κοντά στο 2,5%, με μέρος αυτής της πίεσης να θεωρείται περισσότερο διαρθρωτικό παρά συγκυριακό.

Ο κίνδυνος ενός «κλιματικού φαύλου κύκλου»

Η μεγαλύτερη απειλή για τους δημόσιους προϋπολογισμούς βρίσκεται στη συσσώρευση όλων αυτών των επιπτώσεων.

Οι φυσικές καταστροφές περιορίζουν την οικονομική ανάπτυξη. Η χαμηλότερη ανάπτυξη σημαίνει λιγότερα φορολογικά έσοδα. Την ίδια στιγμή, οι δαπάνες για αποζημιώσεις και αποκατάσταση αυξάνονται. Τα ελλείμματα διευρύνονται και οι ανάγκες δανεισμού μεγαλώνουν.

Εάν αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους μπορεί να αυξηθεί και οι κυβερνήσεις να διαθέτουν λιγότερους πόρους για έργα πρόληψης και προσαρμογής. Έτσι δημιουργείται ένας «κλιματικός δημοσιονομικός φαύλος κύκλος»: όσο λιγότερα επενδύονται στην ανθεκτικότητα, τόσο μεγαλύτερες είναι οι ζημιές της επόμενης καταστροφής και τόσο μικρότερος ο δημοσιονομικός χώρος για να αντιμετωπιστεί.

Μια ξηρασία με πιθανότητα εμφάνισης μία φορά κάθε 25 χρόνια θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο σχεδόν το 15% της παραγωγής της Ευρωζώνης, γεγονός που δείχνει ότι οι κλιματικοί κίνδυνοι παύουν να είναι περιφερειακό οικονομικό ζήτημα.

Κι όμως, η Ευρωπαϊκή Ένωση δαπανά σήμερα περίπου 29 δισ. ευρώ ετησίως για προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, όταν οι εκτιμώμενες ανάγκες κυμαίνονται, ανάλογα με το σενάριο, μεταξύ 35 και 500 δισ. ευρώ.

Η απόσταση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς κάθε ευρώ που επενδύεται εγκαίρως σε πρόληψη και ανθεκτικές υποδομές μπορεί να αποτρέψει ζημιές πολλαπλάσιας αξίας, ακόμη και έως δέκα ευρώ.

Η οικονομική εξίσωση γίνεται επομένως ολοένα πιο δύσκολη. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν καλούνται πλέον απλώς να χρηματοδοτήσουν την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Καλούνται να ενσωματώσουν την ίδια την κλιματική κρίση στον σχεδιασμό των προϋπολογισμών τους, υπολογίζοντας ότι ο επόμενος καύσωνας, η επόμενη ξηρασία ή η επόμενη μεγάλη πυρκαγιά δεν αποτελούν μακρινό ενδεχόμενο, αλλά επαναλαμβανόμενο οικονομικό κόστος που μπορεί να επηρεάσει ανάπτυξη, χρέος, πληθωρισμό και τελικά το διαθέσιμο εισόδημα των Ευρωπαίων.

Διαβάστε ακόμη

Bloomberg: Πώς η Αθήνα μπήκε στο ραντάρ των μεγάλων hedge funds και ανταγωνίζεται Λονδίνο, Μιλάνο και Ντουμπάι

Αθηναϊκή Ριβιέρα: Τέσσερα ιστορικά ακίνητα μετατρέπονται σε πολυτελείς κατοικίες (pics)

To ελληνικό K-Studio μεταμόρφωσε ένα παλιό αγροτικό σπίτι στην Ιμπιζα σε μια εντυπωσιακή εξοχική κατοικία

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version