Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Τις αιτίες για τις οποίες τα μέχρι σήμερα παραδοσιακά κόμματα της Ευρώπης «βλέπουν» τη δημοτικότητά τους να υποχωρεί, εξετάζει ο Darrell Delamaide, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύει το MarketWatch.

Ο συντάκτης του άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα:

«Οι Έλληνες ψηφοφόροι γέμισαν τους δρόμους της Αθήνας, τον Ιανουάριο, προκειμένου να γιορτάσουν τη νίκη του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές, όπως ακριβώς είχε συμβεί όταν κέρδισε και το κεντροαριστερό ΠΑΣΟΚ το 1981, το οποίο ήταν η πρώτη αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974.

Δεκάδες χιλιάδες Ισπανοί ψηφοφόροι γέμισαν την Puerta del Sol στη Μαδρίτη για να πανηγυρίσουν την νίκη του ΣΥΡΖΑ, καθώς ευελπιστούν ότι ανάλογη πορεία θα έχει και το νέο αριστερό κόμμα της Ισπανίας, το Podemos, στις επικείμενες εθνικές εκλογές στη χώρα στα τέλη του έτους.

Όμως η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και η ενίσχυση του Podemos δεν είναι ενδείξεις ανάκαμψης της αριστεράς στην Ευρώπη. Η κεντρική πλατεία της Μαδρίτης γέμισε και τον Μάιο του 2011, με τους συγκεντρωμένους να διαμαρτύρονται για τη θέληση της (τότε) σοσιαλιστικής κυβέρνησης να δεχθεί τα μέτρα λιτότητας της Ε.Ε.

Μία από τις μεγάλες ειρωνείες της κρίσης στην Ευρωζώνη είναι το γεγονός ότι τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης είναι τόσο συμβιβασμένα ώστε δέχθηκαν χωρίς αντιρρήσεις τις επιταγές Βερολίνου και Βρυξελλών, με αποτέλεσμα να χάσουν τους ψηφοφόρους τους.

Για παράδειγμα το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ανέλαβε την εξουσία στην Ελλάδα όταν ξεκίνησε η κρίση το 2009, «είδε» το ποσοστό τους στις εκλογές να προσγειώνεται ανώμαλα από το 48% του 1981 στο 4,7% στις πρόσφατες εκλογές.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ισπανίας, το οποίο κυβέρνησε τη χώρα για 14 χρόνια υπό τον Felipe Gonzalez, έχει «δει» το ποσοστό του να μειώνεται από το 48% του 1982 στο 22%, βάσει των τελευταίων δημοσκοπήσεων και είναι το τρίο κόμμα στη χώρα (πάντα βάσει των δημοσκοπήσεων) πίσω από το μόλις ενός έτους Podemos.

Σε Γαλλία και Γερμανία τα παραδοσιακά κεντροαριστερά κόμματα έχουν εγκαταλείψει τη μάχη ενάντια στην νεοφιλελεύθερη τάση που επικρατεί στην Ε.Ε., σε ότι αφορά την οικονομική πολιτική και φυσικά χάνουν και αυτά ψηφοφόρους.

Ο επικεφαλής του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και πρόεδρος της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, είδε την δημοτικότητά του να προσγειώνεται στο 20% καθώς δεν εκπλήρωσε την προεκλογική του υπόσχεση (εξελέγη πρόεδρος το 2012) ότι θα παλέψει ενάντια στη γερμανικής έμπνευσης λιτότητα.

Οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες, προκειμένου να μειώσουν την αυξανόμενη δημοτικότητα της συντηρητικής Άγκελα Μέρκελ, είναι μέλη της κυβέρνησης συνασπισμού.

Και σε αυτή την περίπτωση το εκλογικό ποσοστό έχει υποχωρήσει από το 46% του 1972 (όταν ηγέτης τους ήταν ο Willy Brandt) στο 25,7% στις τελευταίες εκλογές του 2013 αλλά και ακόμη χαμηλότερα, βάσει ορισμένων δημοσκοπήσεων.
Όμως η αντίθεση στις πολιτικές λιτότητας, στην πραγματικότητα, δεν είναι μονοπώλιο της αριστεράς.

Η νέα πολιτική φιλοσοφία της Ε.Ε. που επιβάλει αδυσώπητη λιτότητα στις χρεωμένες χώρες οδηγεί τους ψηφοφόρους σε ακραία κόμματα, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς.

Στη Γαλλία, το κόμμα που προηγείται στις δημοσκοπήσεις είναι το δεξιό Εθνικό Μέτωπο.

Η στήριξη στα «ακραία» κόμματα λέει πολλά για την αποτυχία των παραδοσιακών κομμάτων να κατανοήσουν τους ψηφοφόρους τους.

Η κα Le Pen υποστήριξε πριν από τις ελληνικές εκλογές του περασμένου μήνα, ότι είναι υπέρ της νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ εμφανίζεται να στηρίζει και το Podemos στην Ισπανία, καθώς η απουσία δεξιών κομμάτων σε αυτές της χώρες, καθιστά αυτά τα δύο κόμματα ως τους βασικούς συμμάχους της ενάντια στην λιτότητα της Ε.Ε.

Επίσης ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, από την πλευρά του δεν δίστασε να σχηματίσει κυβέρνηση συνεργαζόμενος με ένα δεξιό, εθνικιστικό κόμμα.

Όπως ακριβώς ο Τσίπρας «χαμήλωσε» τη ρητορική του κατά την προεκλογική περίοδο στην Ελλάδα, έτσι και η Le Pen προσπαθεί να «μαλακώσει» την εικόνα του Εθνικού Μετώπου, ώστε να μην μοιάζει ακραίο.

Τα παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα στην Ευρώπη έχουν χάσει μερίδιο της στήριξη ακόμη και μεταξύ αυτών που στηρίξουν τη νέα ορθοδοξία της Ευρώπης. Ως εκ τούτου η πορεία τους μοιάζει περισσότερο ως κατάρρευση του κέντρου παρά ως άνοδος του εξτρεμισμού.

Και η κατάρρευση οφείλεται στο ότι τα παραδοσιακά κόμματα έχουν «παραδώσει» την πολιτική τους ταυτότητα στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και στη νεοφιλελεύθερη φιλοσοφία που επιτάσσει η Γερμανία.

Αυτό που αποτελεί, όμως, πραγματική είδηση είναι ότι οι ψηφοφόροι έγιναν τόσο γενναίοι ώστε να σπάσουν τους δεσμούς τους με την παραδοσιακή πολιτική ελίτ και να επιλέξουν περισσότερο ευφυής εναλλακτικές λύσεις, όπως αποδείχθηκε στην Ελλάδα τον περασμένο μήνα και μπορεί να συμβεί και στην Ισπανία φέτος.

Η σκληρή στάση που διατηρούν, έναντι της πρόσφατα εκλεγμένης ελληνικής κυβέρνησης, οι αξιωματούχοι σε Ε.Ε. και Γερμανία, σε ό,τι αφορά το χρέος της χώρας, δεν έχει απέναντί της ένα απομονωμένο εξτρεμιστικό κόμμα αλλά μία ουσιαστική αλλαγή στην πολιτική αρένα της Ευρώπης, που μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη ανατροπή.

Ξεχνάμε ότι η σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία έχει σημαδευτεί από μία σειρά βίαιων επαναστάσεων κατά τη διάρκεια τόσο του 19ου όσο και του 20οου αιώνα και ότι η Ευρώπη διέρχεται εκ βάθρων αλλαγών όταν οι συνθήκες γίνονται πιεστικές.

Μένει να δούμε εάν η Ε.Ε. θα συνεχίσει την σκληρή γραμμή της και θα επιτύχει να νικήσει τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Αλλά ακόμη και εάν Βρυξέλλες και Βερολίνο επικρατήσουν, μάλλον θα κατακτήσουν μία Πύρρειο νίκη, η οποία θα ανοίξει το δρόμο για ακόμη μεγαλύτερες αναταραχές».