Οι ηγέτες των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών επιχείρησαν να στείλουν ένα σαφές μήνυμα προς τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ: η Ευρώπη κάνει αυτό ακριβώς που ζητά η Ουάσιγκτον εδώ και χρόνια, αναλαμβάνοντας μεγαλύτερη ευθύνη για τη δική της άμυνα και ενισχύοντας τον ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ.
Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα της σημερινής συνάντησης των ηγετών της λεγόμενης ομάδας E5 —Γερμανίας, Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου, Ιταλίας και Πολωνίας— που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο ενόψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα.
«Θέλουμε να ανανεώσουμε τη Συμμαχία. Ενισχύουμε τον ευρωπαϊκό της πυλώνα», δήλωσε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς μετά τη συνάντηση.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προσπαθούν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με τον Τραμπ, την ώρα που η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει σημαντικές περικοπές στη στρατιωτική παρουσία και τις εγγυήσεις ασφαλείας που παρέχει επί δεκαετίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη ανακοινώσει την αποχώρηση περισσότερων από 5.000 στρατιωτών από τη Γερμανία, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη συνολική επανεξέταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Παράλληλα, η ομάδα του Τραμπ εξετάζει τη μείωση των στρατιωτικών μέσων που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στην Ευρώπη σε περίπτωση κρίσης.
Η εξέλιξη αυτή αναγκάζει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναζητήσουν τρόπους ώστε να κρατήσουν τις ΗΠΑ ενεργά εμπλεκόμενες στην ασφάλεια της ηπείρου, ενώ ταυτόχρονα επιταχύνουν την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού και κατευθύνουν δισεκατομμύρια ευρώ σε νέες αμυντικές επενδύσεις.
«Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει τις δικές της ευθύνες στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας», δήλωσε η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι.
Ο απερχόμενος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, δύο ημέρες μετά την ανακοίνωση της παραίτησής του, χαρακτήρισε την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας «γενεαλογική αλλαγή» στη βιομηχανική συνεργασία της ηπείρου.
Στόχος της συνάντησης ήταν η διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής γραμμής απέναντι στον Τραμπ ενόψει της συνόδου του ΝΑΤΟ. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θέλουν να πείσουν τον Αμερικανό πρόεδρο ότι ανταποκρίνονται στις εκκλήσεις του να επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους για την άμυνά τους.
«Μαζί θέλουμε να κάνουμε αυτή τη σημαντική σύνοδο επιτυχημένη», δήλωσε ο Μερτς. «Αυτό θα υπηρετήσει την ασφάλειά μας σε αυτούς τους επικίνδυνους καιρούς».
Η παρουσία της Πολωνίας στη συνάντηση είχε ιδιαίτερο συμβολισμό. Ως χώρα που συνορεύει με την Ουκρανία και διαθέτει από τα υψηλότερα επίπεδα αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη, η Βαρσοβία επιδιώκει να διατηρήσει τον πόλεμο με τη Ρωσία στην κορυφή της ατζέντας του ΝΑΤΟ.
Ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ δεσμεύτηκε ότι οι χώρες της ανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας θα εκπροσωπηθούν επαρκώς στις συζητήσεις.
Οι ηγέτες υποστήριξαν επίσης ότι ΗΠΑ και Ευρώπη εμφανίζονται πλέον περισσότερο ευθυγραμμισμένες στο ουκρανικό ζήτημα.
«Βρισκόμαστε ουσιαστικά σε μια στιγμή ανανεωμένης σύγκλισης μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών», δήλωσε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, επικαλούμενος τα μηνύματα που έστειλε ο Τραμπ κατά τη σύνοδο της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας.
Στη συνάντηση συμμετείχε εξ αποστάσεως και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, από την Ουάσιγκτον, όπου είχε επαφές με τον Τραμπ. Ο Ρούτε αναμένεται να μεταφέρει στον Αμερικανό πρόεδρο τα ευρωπαϊκά επιχειρήματα, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι οι αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών κρατών-μελών και του Καναδά αυξήθηκαν κατά 20% το 2025.
Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι οι προσπάθειες κατευνασμού του Τραμπ δεν έχουν πάντοτε αποδώσει. Ακόμη και μετά τη συμφωνία των συμμάχων για αύξηση των αμυντικών δαπανών στα επίπεδα που ζητούσε, ο Αμερικανός πρόεδρος απείλησε με την προσάρτηση της Γροιλανδίας, η οποία ανήκει στη Δανία, ενώ άφησε ανοικτό ακόμη και το ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, κάτω από την επιφάνεια της ευρωπαϊκής ενότητας εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες.
Οι χώρες της ΕΕ δεν έχουν καταλήξει σε κοινή θέση για το αν και πότε θα μπορούσε να αναπτυχθεί ευρωπαϊκή αποστολή στα Στενά του Ορμούζ, με στόχο την αποκατάσταση της εμπορικής ναυσιπλοΐας μετά τη συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζονται πρόθυμες να ηγηθούν αποστολής εκκαθάρισης ναρκών, ενώ η Γερμανία εμφανίζεται πιο επιφυλακτική, επικαλούμενη ζητήματα διεθνούς δικαίου και την ανάγκη κοινοβουλευτικής έγκρισης.
Η Μελόνι χαρακτήρισε τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν «εξαιρετικά θετικό μήνυμα», προειδοποίησε όμως ότι η κατάσταση παραμένει «εύθραυστη».
Ταυτόχρονα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία εξετάζουν το ενδεχόμενο νέων διαπραγματεύσεων με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, επιδιώκοντας να αναλάβουν πιο κεντρικό ρόλο από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η προσπάθεια αυτή έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για το ποιος θα πρέπει να εκπροσωπεί την Ευρώπη στις συνομιλίες: η Ευρωπαϊκή Ένωση, ένας ειδικός απεσταλμένος ή κάποιος ηγέτης με κοινή εντολή.
Οι ηγέτες της ΕΕ συζήτησαν το θέμα κατά την πρόσφατη σύνοδο κορυφής στις Βρυξέλλες, χωρίς να καταλήξουν σε οριστική λύση.
Παρά τις διαφωνίες, ο Μερτς εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις προοπτικές διπλωματικής προόδου. «Τώρα είναι η στιγμή να ξεκινήσουν οι ειρηνευτικές συνομιλίες», δήλωσε.
Διαβάστε ακόμη
Wall Street: Γιατί οι κορυφαίοι επενδυτικοί οίκοι αλλάζουν στάση απέναντι στα κρυπτονομίσματα
Πώς η ΑΑΔΕ βάζει τέλος στο «εμπόριο» αποδείξεων στα βενζινάδικα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.